Στη Μαρία Μπραουδάκη

 

 

Αδιανόητη χαρακτηρίζει ο Επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος την ενδεχόμενη μετατροπή της διδασκαλίας των Θρησκευτικών σε μάθημα θρησκειολογίας, ενώ αφήνει να εννοηθεί ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Εκκλησία θα κινηθεί νομικά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως σημειώνει, «σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το κράτος δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει και να ρυθμίζει κατά το δοκούν τη θρησκευτική συνείδηση των μαθητών, καθώς οι γονείς είναι εκείνοι που ορίζουν τι θέλουν να διδάσκεται ο (ανήλικος) μαθητής». Επίσης, παρουσιάζει και το ενδεχόμενο η Ελλαδική Εκκλησία να διεκδικήσει ρόλο και λόγο στη διδασκαλία του μαθήματος στα σχολεία, καθώς τονίζει ότι στις «περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει ομολογιακό μάθημα, ξεχωριστή διδασκαλία δηλαδή για παιδιά διαφορετικών ομολογιών, το δε περιεχόμενό του καθορίζεται από την εκάστοτε ομολογία. Οι επίσημες θρησκευτικές ομολογίες στις οποίες οι μαθητές ανήκουν ρυθμίζουν και το περιεχόμενο του μαθήματος στα σχολεία, διότι αυτό σημαίνει πολιτισμός και συνεργασία για το καλό των μαθητών σε όλα τα επίπεδα»...

Ο κ. Αγαθάγγελος σημειώνει ότι χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί η παρέμβαση της Εκκλησίας στην κοινωνία, κάνοντας λόγο για «την επιτακτική ανάγκη να ξαναζήσουμε την πραγματικότητα της ενορίας ως το κύτταρο της εκκλησιαστικής ζωής», αλλά και την αναγκαιότητα οι Χριστιανικές Εκκλησίες της Ευρώπης να αρθρώσουν κοινό λόγο.

 

Τι σημαίνει για την Εκκλησία και τι για το ποίμνιο ο αγιασμός στο πρώτο κουδούνι κάθε σχολικού έτους;

Η Εκκλησία μας, ως πνευματική τροφός των ορθόδοξων πιστών, πάντοτε στεκόταν δίπλα στη μαθητιώσα νεολαία και στους εκπαιδευτικούς, καθώς αναγνωρίζει τη σημασία της παιδείας και της μέσω αυτής υιοθέτησης και διδασκαλίας των θεμελιωδών χριστιανικών αξιών. Οι ουρανοφάντορες της ορθοδόξου πίστεως, οι τρεις Ιεράρχες, αποτελούν διαχρονικά το πρότυπο τόσο των ποιμένων της Ορθοδοξίας όσο και των μαθητών και των διδασκάλων. Ο αγιασμός αποτελεί μια έμπρακτη υπενθύμιση αυτής της πνευματικής σχέσης μεταξύ της Μητρός Εκκλησίας και των παιδιών της, σχέσης που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σφυρηλατήθηκε ιδιαίτερα κατά τους σκοτεινούς αιώνες της τουρκοκρατίας. Από την άλλη πλευρά, μην ξεχνάμε ότι «από Θεού άρχεσθαι» και ότι η χάρη του Παρακλήτου φωτίζει και ενισχύει τον άνθρωπο κάθε ηλικίας.

 

Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την κατάργηση των Θρησκευτικών από τα υποχρεωτικώς διδασκόμενα μαθήματα. Αν κάτι τέτοιο συμβεί από την «πίσω πόρτα», μέσω μιας δικαστικής απόφασης παραδείγματος χάριν, πώς κρίνετε ότι θα μπορούσε να αντιδράσει η Εκκλησία;

Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει πολλές φορές εκφράσει με τον πλέον επίσημο τρόπο τις θέσεις της επί του θέματος. Για μας, όπως και για τους ανά τον κόσμο ορθοδόξους, είναι αδιανόητη η κατάργηση του μαθήματος των Θρησκευτικών και η μετατροπή του σε μάθημα θρησκειολογίας, το οποίο θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια πνευματική σύγχυση τους μαθητές αλλά και τους γονείς. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει ομολογιακό μάθημα, ξεχωριστή διδασκαλία δηλαδή για παιδιά διαφορετικών ομολογιών, το δε περιεχόμενό του καθορίζεται από την εκάστοτε ομολογία. Σύμφωνα άλλωστε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το κράτος δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει και να ρυθμίζει κατά το δοκούν τη θρησκευτική συνείδηση των μαθητών, καθώς οι γονείς είναι εκείνοι που ορίζουν τι θέλουν να διδάσκεται ο (ανήλικος) μαθητής, σύμφωνα δηλαδή με τις δικές τους πεποιθήσεις. Αυτό γίνεται απόλυτα σεβαστό στις ευρωπαϊκές χώρες, γι’ αυτό και αφήνουν τις επίσημες θρησκευτικές ομολογίες στις οποίες οι μαθητές ανήκουν να ρυθμίζουν και το περιεχόμενο του μαθήματος στα σχολεία, διότι αυτό σημαίνει πολιτισμός και συνεργασία για το καλό των μαθητών σε όλα τα επίπεδα. Στο Σύνταγμα της Πατρίδας μας (Άρθρο 3) η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζεται ως επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα, ενώ στο Άρθρο 16 αναφέρεται πως η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους, που, μεταξύ άλλων, έχει σκοπό την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων (σ.σ.: Βλ. ερμηνεία στον Νόμο 1566/85).

Σύμφωνα άλλωστε με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το κράτος δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει και να ρυθμίζει κατά το δοκούν τη θρησκευτική συνείδηση των μαθητών

Γιατί τα Θρησκευτικά είναι αναγκαίο να αποτελούν υποχρεωτικό μάθημα;

Αν θεωρήσουμε ότι σκοπός της εκπαίδευσης, όπως ορίζει ο νομοθέτης (Ν. 1566/85), είναι η ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά, τότε κατανοούμε την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της ελληνορθόδοξης παράδοσης, την οποία αποδέχεται η πλειονότητα του λαού μας. Πάντως, μια και η ερώτησή σας αναφέρεται στο μάθημα των Θρησκευτικών, μου δίνετε την ευκαιρία να τονίσω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να ξαναζήσουμε την πραγματικότητα της ενορίας ως του κυττάρου της εκκλησιαστικής ζωής και να δώσουμε, ως ποιμένες, πρωταρχικό ρόλο στην κατήχηση.

 

Τι σας έχει διδάξει η πολύχρονη θητεία σας δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο;

Η επί 33 χρόνια πνευματική σχέση μου με τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο, με έχει διδάξει ότι αυτό που έχει σημασία στον εκκλησιαστικό βίο είναι το θέλημα του Θεού και όχι το θέλημα το δικό μας, ότι άσκηση είναι η υπακοή στην Εκκλησία. Η ταπείνωση, η σοφία, η καλοσύνη, η αγάπη προς τον πλησίον, η σιωπή και η διάκριση είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν και αποτελούν για όλους μας υπόδειγμα, παράδειγμα και έμπνευση βίου.

 

Ποια αίσθηση σάς έχουν αφήσει η κατ’ ιδίαν επαφή σας με τον πάπα και η συνεργασία σας με το Βατικανό για την ενότητα των Χριστιανών;

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ο Προκαθήμενος αυτής, πάπας Φραγκίσκος, στο πνεύμα του διμερούς θεολογικού διαλόγου που έχει καθορισθεί από τα θεσμικά όργανα των δύο Εκκλησιών από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, έχουν κατανοήσει την αναγκαιότητα μιας ευρύτερης συνεργασίας σε ζητήματα πολιτισμού και παιδείας. Επιστέγασμα αυτού του κλίματος συνεργασίας αποτέλεσε η πρόσφατη έγκριση από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για την «επίσκεψη» του ιερού λειψάνου της Μεγαλομάρτυρος Αγίας Βαρβάρας, που με τόση ευλάβεια υποδέχθηκε το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας μας τον Μάιο στο ιερό προσκύνημα της Αγίας Βαρβάρας Αττικής. Η αγαστή συνεργασία της Αποστολικής Διακονίας με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σε πολιτιστικό επίπεδο συνεχίζεται αδιάλειπτα εδώ και 14 χρόνια με το πρόγραμμα εκμάθησης της νεοελληνικής γλώσσας σε πανεπιστημιακό ίδρυμα της Ρώμης, τα αντίστοιχα τμήματα που λειτουργούν στην Αθήνα και τη χορήγηση υποτροφιών. Η διαχριστιανική συνεργασία χτίζεται βήμα-βήμα, χρόνο με τον χρόνο, στη βάση της εν Χριστώ αγάπης και αλληλογνωριμίας, και σε αυτό το οικοδόμημα πιστεύω ότι η Αποστολική Διακονία βάζει το πολύτιμο λιθαράκι της για τη συνέχισή της. Άλλωστε, η αλήθεια δεν φοβάται ποτέ τίποτε και κανέναν!

Η διαχριστιανική συνεργασία χτίζεται βήμα-βήμα, χρόνο με τον χρόνο, στη βάση της εν Χριστώ αγάπης και αλληλογνωριμίας, και σε αυτό το οικοδόμημα πιστεύω ότι η Αποστολική Διακονία βάζει το πολύτιμο λιθαράκι της

Στην παρούσα χρονική συγκυρία, κατά την οποία η Ευρώπη δοκιμάζεται πολιτικά και οικονομικά, θα μπορούσε να ανθίσει ένας ενωμένος, αλλά και ενωτικός χριστιανικός λόγος;

Ο Χριστιανισμός μαζί με το ρωμαϊκό Δίκαιο και τον ελληνικό πολιτισμό αποτελούν τους πυλώνες του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, όπως τονίζουν μετ’ επιτάσεως οι ιστορικοί του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Το να αρθρώσουν οι χριστιανικές Εκκλησίες έναν κοινό παρεμβατικό-κριτικό λόγο για τις δοκιμασίες που περνάνε οι λαοί της Γηραιάς Ηπείρου, αλλά και του κόσμου, είναι μια επιβεβλημένη υποχρέωση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε ήδη διαφανεί από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εμείς, οι Ορθόδοξοι, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Εκκλησία μας έχει αποδεχτεί και ορίσει λεπτομερώς τον τρόπο συμμετοχής μας στα θεσμικά όργανα και τα όρια των διμερών διαλόγων. Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει οι χριστιανικές Εκκλησίες να βρουν τον τρόπο ώστε η κοινή φωνή τους για ζητήματα ειρήνης, Δικαίου και σεβασμού του φυσικού περιβάλλοντος, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ακεραιότητας του ανθρωπίνου προσώπου να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα στα κέντρα αποφάσεων της Ευρώπης. Ευρωπαϊκή Ένωση δεν πρόκειται ποτέ να υπάρξει, κατά τη γνώμη μου, χωρίς το πνευματικό θεμέλιο αυτής, που είναι ο Χριστός.

 

Τι δυσκολίες αντιμετωπίζει η Αποστολική Διακονία στην επιτέλεση του έργου της;

Η Αποστολική Διακονία είναι ο επιτελικός οργανισμός της Εκκλησίας της Ελλάδος, με πολυδιάστατο έργο, όπως προανέφερα, σε ποιμαντικό, ιεραποστολικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό επίπεδο. Συνεπώς, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Εκκλησίας της Ελλάδος και αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα με αυτήν. Είναι αλήθεια ότι αυτά τα «πέτρινα χρόνια» της γενικότερης κρίσης ο οργανισμός πρέπει να κρατήσει τη φλόγα του ιεραποστολικού ήθους αναμμένη, για να ζεσταίνει τις καρδιές των ανθρώπων, να διατηρήσει και να επεκτείνει το έργο του. Γι’ αυτόν τον λόγο εξετάζουμε τη διεύρυνση συνεργασιών με φορείς και ιδρύματα που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τους σκοπούς του έργου μας, προκειμένου τα ογδόντα χρόνια συνεχούς παρουσίας και προσφοράς, που πέρασαν μέσα σε κλίμα σιωπής και προσευχής, χωρίς θόρυβο και ματαιοδοξία, να μας βρουν ακόμη δυνατότερους και ικανότερους για την άσκηση της διακονίας που μας έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία μας. Πάντως, στους δύσκολους αυτούς καιρούς που ζούμε, είναι συγκινητική η συνεισφορά των απλών πιστών από το υστέρημά τους στο έργο της ιεραποστολής.

 

Τελικά, κάποιους μήνες μετά το εντυπωσιακό προσκύνημα των λειψάνων της Αγίας Βαρβάρας στην Αττική, γιατί νομίζετε ότι παραλίγο να δημιουργηθεί πολιτικό θέμα; Θα ξαναδηλώνατε ότι υπάρχουν άνθρωποι που κατ’ εργολαβίαν χτυπούν την Εκκλησία;

Από τα πρώτα βήματα του ιστορικού της βίου η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με εχθρικά διακείμενους προς αυτήν κύκλους. Πολλοί ήταν αυτοί που την πολέμησαν λυσσαλέα στο πέρασμα των αιώνων. Ως θεανθρώπινος όμως οργανισμός, κεφαλή του οποίου είναι ο ίδιος ο Κύριός μας, Ιησούς Χριστός, βγαίνει πάντοτε ακόμη πιο δυνατή από τις δοκιμασίες στις οποίες υποβάλλεται. Δεν εξεπλάγην από αυτή τη στάση. Πάντα υπήρχαν και δυστυχώς πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που αντιδρούν στο έργο της Εκκλησίας. Η καλύτερη απάντηση σε αυτούς είναι η πίστη και η ευσέβεια του λαού μας, που εκφράζεται καθημερινά στη ζωή, αλλά και σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη. Αυτό είναι το μεγαλείο της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του χριστεπωνύμου πληρώματός της! Οι λίγες σκιές ανθρώπινης μικρότητας δεν αμαυρώνουν τον ήλιο της υπέρτατης και αιώνιας Τριαδικής Αλήθειας. Όμως, πίσω από την αντίδραση και την άρνηση κρύβεται πολλές φορές και η διάθεση των ανθρώπων να νικήσουν τον θάνατο και να βρουν την αλήθεια. Γι’ αυτό και η Εκκλησία προσεύχεται για όλους, τους αγαπά όλους και επιθυμεί όλοι οι άνθρωποι να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας. Τώρα, αν αυτός που δεν μπορεί να δει την αλήθεια είναι εχθρός ή ασθενής, αυτό είναι προς συζήτηση.