Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Η συζήτηση διεξαγόταν ανάμεσα σε δύο κυρίες στο κομμωτήριο. Ήσαν άγνωστες μεταξύ τους και «σκότωναν» την ώρα τους ώσπου να έρθει η σειρά τους να τις περιποιηθούν. Μέρες γιορτινές, η κουβέντα πεταγόταν από το ένα στο άλλο και έφτασε στα δώρα, ειδικά στα δώρα των παιδιών. Συμφωνούσαν και οι δύο πώς είναι πρόβλημα τι δώρο να κάνεις στα παιδιά σήμερα, καθώς είναι μπουχτισμένα από κάθε αγαθό, γνωρίζουν τι κυκλοφορεί στην αγορά, πόσο τιμάται, τι είναι «trendy» και θέλουν πάντα το ακριβότερο...

Υπήρχε κάποια απόγνωση στο ύφος της συζήτησης, γιατί φαινόταν πως η δαπάνη για δώρα «σινιέ», γνωστών οίκων, επί το ελληνικότερο, για τους νεαρούς βλαστούς θα ανερχόταν σε δυσθεώρητα ύψη και για πράγματα που θα περιέλθουν σε αχρηστία, αφού ο καταναλωτισμός των καιρών επιβάλλει κάθε εποχή δική του μόδα ενδύσεως, υποδήσεως, καλλυντικών και, βεβαίως, κομμώσεων, με όλα τα συναφή.

Βαριόμουν, καθώς ήμουν υποχρεωμένη σε απραξία περιμένοντας, αλλά και γιατί η συζήτηση ήταν σαχλή έως και προσβλητική για τα παιδιά που σε όλη την οικουμένη στερούνται βασικών αγαθών, ακόμα και αυτού του καθαρού νερού. Έτσι έστησα «ευήκοον ους» στην κυρία που καθόταν δίπλα μου, παρακολουθούσε τόση ώρα τη συζήτηση των δύο άλλων κυριών, χαμογελούσε πότε-πότε και κουνούσε συγκαταβατικά το κεφάλι, κοιτώντας με και χαμογελώντας περίεργα.

«Τα παιδιά, αχ τα παιδιά τι φταίνε; Εμείς τα κακομαθαίνουμε έτσι, με αυτές τις συνήθειες τα γαλουχούμε, για να καθησυχάζουμε τις συνειδήσεις μας», άρχισε και συνέχισε: «Να σας πω μια περίπτωση με τα δικά μας τα παιδιά, να δείτε γιατί το λέω αυτό». Άρχισε, λοιπόν, να μου διηγείται πώς περίπου στο τέλος κάποιου έτους αγόρασαν, επιτέλους, δικό τους σπίτι με όλες τους τις οικονομίες. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάρχει εκείνη τη χρονιά άνεση χώρου, αλλά στενότητα οικονομική πολύ μεγάλη. Τα τρία παιδιά, ενθουσιασμένα από τα ωραία δωμάτιά τους, σχεδίαζαν πού θα τοποθετούσαν το μεγάλο παιχνίδι που ονειρεύονταν όλη τη χρονιά ν’ αποκτήσουν εκείνα τα Χριστούγεννα και που τώρα είχαν τον ιδανικό χώρο για να το στήσουν.

Προβληματίζονταν η κυρία και ο σύζυγός της από τα όνειρα και τα σχέδια των παιδιών, γιατί το παιχνίδι ήταν πανάκριβο και η δυσχέρεια, έστω η πρόσκαιρη, δεν επέτρεπε τότε την απόκτησή του. Αποφάσισαν να εξηγήσουν στα παιδιά την κατάσταση απλά και ειλικρινά, να τους εξάρουν το μεγάλο δώρο που τους είχε χαρίσει ο Θεός, ένα μεγάλο ωραίο σπίτι, άνετο και χαρούμενο, να περιοριστούν σε μικρές προσφορές και να δεσμευτούν να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους αυτή με την πρώτη ευκαιρία.

Έτσι και έγινε. Τα παιδιά μαζεύτηκαν, έμειναν σκεφτικά, δεν διαμαρτυρήθηκαν. Μετά από λίγο χώθηκαν σε ένα δωμάτιο. Με ησυχία συζητούσαν, κάτι σχεδίαζαν και συμφωνούσαν με τον μεγάλο τους αδελφό, που φαινόταν να τους κάνει κάτι λογαριασμούς.

Παραμονή Χριστουγέννων, μέσα στον ύπνο της η κυρία, έξι η ώρα τα χαράματα, ένιωσε κάποιο σκούντημα. Ένας από τους μικρούς στεκόταν από πάνω της, ντυμένος, χτενισμένος, αποφασιστικός, με το τριγωνάκι του στο χέρι. «Πάμε να πούμε τα κάλαντα», είπε και, πριν προλάβει καλά-καλά να καταλάβει η μάνα τι συμβαίνει, τα μικρά έτρεχαν στις σκάλες της πολυκατοικίας.

Όταν γύρισαν, ήσαν αρκετά ικανοποιημένα. Ο πατέρας δεν είχε ενθουσιαστεί από το γεγονός, η μητέρα όμως χάρηκε, γιατί πίστευε πως τα έθιμα έπρεπε να συνεχίζονται στην αχανή πολιτεία και, επί του προκειμένου, ήταν και μια αξιόλογη εκδήλωση των παιδιών. Το γεγονός επαναλήφθηκε και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, χωρίς... πολλές διατυπώσεις. Ο μπαμπάς, λάτρης και υπέρμαχος των παραδόσεων, αυτήν τη φορά γκρίνιαξε παραμονιάτικα στη μαμά, γιατί αυτό το βιολί δεν του άρεσε, και μάλιστα για πολλούς λόγους.

Κατά το μεσημέρι, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Εκείνη πήγε να ανοίξει περιμένοντας να ακούσει ακόμα μία φορά τα κάλαντα. Και τα άκουσε από τα δικά της τα παιδιά, κατάπληκτη και κατασυγκινημένη. Μπροστά στην πόρτα ήταν ακουμπισμένη μια χαριτωμένη γλάστρα, δύο μικρά κουτιά, με ένδειξη «Του μπαμπά» στο ένα και «Της μαμάς» στο άλλο, και ένα τεράστιο κουτί με ένδειξη «Των παιδιών». Γελώντας με ικανοποίηση και τα τρία έλεγαν τα κάλαντα με υπερηφάνεια και ενθουσιασμό. «Εμείς εφέτοθ κάναμε τον Άγιο Βαθίλη», είπε ο μικρός πονηρά.

«Τα παιδιά, καλή μου», ολοκλήρωσε τη διήγησή της η κυρία «θέλουν αγάπη, ειλικρίνεια και στοργή. Τότε μπορούν να αναδείξουν όλες τις δυνατότητές τους, μπορούν να συμπαρασταθούν, να κατανοήσουν, να βοηθήσουν, να γίνουν χρήσιμα μέλη της οικογένειας, της κοινωνίας, της πατρίδας τους, με χαρά, με υγιή διάθεση, με θετική συμβολή. Έτσι κτίζεται το μέλλον. Για τα υπόλοιπα», και έγνεψε κατά το μέρος των προηγουμένων κυριών, «εμείς, αποκλειστικά εμείς, φταίμε».

Το περιστατικό αυτό δεν είναι πολύ πρόσφατο και δεν θέλησα να το μεταφέρω στα σημερινά, γιατί ένιωθα πως θα ήταν φτιαχτό. Σας το μετέφερα όπως ακριβώς συνέβη. Θα μπορούσε να γινόταν και σήμερα, ασφαλώς. Άλλα θα ήσαν, όμως, τα κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας, αφού τα πιο πολλά παιδάκια που λένε τώρα πια τα κάλαντα είναι παιδιά μεταναστών που διδάσκονται γρήγορα για τους τρόπους που τους προσφέρονται ώστε να καλυτερέψουν τη δύσκολη ζωή τους. Παράλληλα, οι σημερινές συνθήκες, τα πρόσφατα γεγονότα, στα οποία πρωταγωνιστές, με διάφορους ρόλους, είναι οι νέοι, τα παιδιά μας, θα έδιναν και διαφορετικό περιεχόμενο σε μια ανάλογη περίπτωση.

Αν την κατέγραψα, είναι γιατί θα ήθελα να πω ότι τα παιδιά οφείλουμε να τα προστατεύουμε και να τους συμπαραστεκόμαστε με ειλικρίνεια, με στοργή, με αγάπη. Ανιδιοτελώς. Τότε και εκείνα δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και για την προσωπική τους ανέλιξη και για το γενικότερο καλό. Φοβούμαι, όμως, ότι επίσημοι και ανεπίσημοι, «επώνυμοι και ανώνυμοι», τα θέλουμε όργανα των δικών μας όποιων επιδιώξεων. Γι’ αυτό τους χαϊδεύουμε τα αυτιά με παρελκυστικά συνθήματα και υποσχέσεις. Η απογοήτευση και η οργή τους όταν συνειδητοποιήσουν τον εμπαιγμό είναι φρικτή. Η ζημιά μετά δεν προσμετράται μόνο στο σήμερα. Το χειρότερο είναι πως αφορά το αύριο.

Ας ευχηθούμε ο χρόνος που έρχεται να έχει μόνο θετικά για τα παιδιά μας και το μέλλον. Ευλογημένο το 2017!