Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Σαν αργοκίνητο καραβάνι, η μακριά σειρά των αυτοκινήτων μετέφερε αναρίθμητους Ορθόδοξους από όλα τα μέρη της Γης διά μέσου της ερήμου. Ζέστη αφόρητη, όσο κι αν πριν από μισή ώρα απόσταση με το αυτοκίνητο ο καιρός ήταν τελείως διαφορετικός. Γύρω, όταν τελείωσαν οι καλλιεργημένες περιοχές της Ιεριχούς, έβλεπες μόνο φρυγμένη άμμο, μερικά σπίτια φανερά βομβαρδισμένα, στρατιωτικά αυτοκίνητα, τανκς, συρματοπλέγματα και, αν πρόσεχες, αντιλαμβανόσουν ότι πολύ πιο δυναμικά όπλα ήταν κρυμμένα κάτω από κάτι «περίεργους» αμμολόφους.

 

Κατεύθυνσή μας ήταν ο Ιορδάνης Ποταμός, στο σημείο όπου ο Πρόδρομος βάπτισε τον Ιησού, σωτήριον έτος 1993. Ο δρόμος περνούσε μέσα από την τότε «νεκρή ζώνη», ανάμεσα στο Ισραήλ και την Ιορδανία. Η ψυχή σπαρταρούσε από αγωνία, όσο κι αν την έσφιγγε η εικόνα του περιβάλλοντος και η αίσθηση μιας υπέρβασης μοναδικής, έως τότε, στη ζωή μας. Σε κάποιο σημείο τα αυτοκίνητα σταμάτησαν. «Εν εξόδω Ισραήλ εξ Αιγύπτου, οίκου Ιακώβ εκ λαού βαρβάρου, εγεννήθη Ιουδαία αγίασμα αυτού, Ισραήλ εξουσία αυτού».

Περάσαμε από την Ιεριχώ, την πρώτη πόλη που συνάντησαν οι Ισραηλίτες μετά τη διάβαση του ποταμού και το πέρασμά τους στη γη Χαναάν, που την κατέλαβαν και αφάνισαν όλους τους κατοίκους της, εκτός από την πόρνη Ραχάβ και την οικογένειά της, που τους είχαν βοηθήσει. Ο Ιησούς του Ναυή έδωσε την Ιεριχώ ως κλήρο στη φυλή του Βενιαμίν. Αναθυμάσαι την ονομασία «πόλη των Φοινίκων», καθώς, περνώντας, τους βλέπεις ακόμα να υψώνονται μέσα στο αφιλόξενο περιβάλλον.

Πέρα από την Ιεριχώ, την πόλη όπου παρουσιάστηκαν τόσοι και τόσοι προφήτες και έρχονταν συχνά ο Προφήτης Ηλίας και ο Προφήτης Ελισαίος (πόσες ιστορίες περνούν σαν κινηματογραφικές εικόνες διαρκώς από τον νου), η στρατιωτική παρουσία είναι πλέον καταλυτική. Οχυρώσεις, μυδράλια, κανόνια κρυμμένα και φανερά, στρατιώτες με το δάχτυλο στη σκανδάλη, κιάλια. Συναίσθηση κινδύνου και αίσθηση ελευθερίας ταυτόχρονα. Ατενίζαμε τα όπλα και αισθανόμασταν πως φέραμε αόρατες πανοπλίες, αψηφούσαμε τον κίνδυνο, την απειλή.

Σε λίγο η σειρά των αυτοκινήτων αντικαταστάθηκε από μια μυρμηγκιά ανθρώπων, που με ορμή και βιασύνη κατευθύνονταν προς τα ανατολικά. Ώσπου βρεθήκαμε εμπρός σε μια ελληνική σημαία, που κυμάτιζε περήφανα πάνω στον Ιορδάνη Ποταμό, δίπλα σε μια βυζαντινή. Τα λόγια δεν έφθαναν στο στόμα, η ψυχή κουβαριασμένη σπαρταρούσε, το μυαλό διαλυόταν διασπασμένο. Στιγμές υπέρτατης φόρτισης, εθνικής αγαλλίασης, μοναδικές.

Χριστιανοί Ορθόδοξοι, με επικεφαλής τον Πατριάρχη της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ -ο λαός το νέου Ισραήλ-, έτοιμοι να περάσουν την Ερυθρά Θάλασσα της καθημερινότητας και να συναντήσει τη «γην της Επαγγελίας». Δυνατότητα σπάνια σε ένα σημείο της Οικουμένης τόσο ιερό και μεγαλειώδες, μα συγχρόνως ποτισμένο με τόσο ματωμένο ιδρώτα γενεών και γενεών, που καθαγιάσθηκε από τον «εν Ιορδάνη βαπτιζόμενον».

Μακάριος εκείνος που άνοιξε τον δρόμο αυτόν. Ο λόγος για τον Μακαριστό Πατριάρχη Βενέδικτο. Έγινε ταγός της ειρηνικής στρατιάς που έσπευσε να αγιαστεί στο σημείο όπου ο Υιός του Θεού βαπτίσθηκε από έναν άνθρωπο, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή. Πέρασε μέσα από μύριες Συμπληγάδες και του έδωσε τη δυνατότητα να ελευθερώσει την ψυχή του. Αυτό, όμως, που ίσως στους καιρούς μας μετρά περισσότερο ήταν πως κάρφωσε την ελληνική σημαία σε ένα ακρότατο σημείο, σύμβολο των πεπρωμένων του Ορθόδοξου έθνους μας, κατάκτηση και δικαίωμα απαράγραπτο, που κανείς δεν μπορεί να παραμερίσει ή να μειώσει για όποιες, αναμφίβολα προσωπικές και μόνον, σκοπιμότητες.

Τότε δεν ήταν δυνατόν να πλησιάσει κανείς στο σημείο όπου είχε πραγματοποιηθεί η Βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη και πολύ περισσότερο να τελεστεί αγιασμός εκεί, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης. Εμείς είχαμε σταθεί σε ένα σημείο νοτιότερα. Καθώς ο καιρός περνά, αλλάζουν και οι συνθήκες, χωρίς βέβαια να επικρατεί οριστικά ειρήνη στην πολύπαθη γη της Παλαιστίνης. Πριν από λίγα χρόνια, πάντως, άρχισε να ανεγείρεται στην όχθη του Ιορδάνη, εκεί όπου ακούστηκε φωνή Κυρίου λέγοντος «Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα» και «το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το αληθές».

Στην όχθη αυτή λες και αναδύεται με τη μορφή της γαλανόλευκης, καθαρισμένο από κάθε ψεγάδι και καθαγιασμένο από τη θεϊκή βάπτιση, το όραμα της Ορθόδοξης Ελλάδος. Σε αυτή την άκρη της γης η ελληνική σημαία συμπύκνωνε σε μια εικόνα την πίστη, την ελευθερία, την προσφορά και προ πάντων την ειρήνη. Κάποιοι είπαν πως τους θύμιζε αποικιοκρατία. Δεν συμπεριλαμβάνονταν τότε στο καραβάνι μας και ίσως δεν πρέπει να τους συμπεριλαμβάνουμε και στον λαό μας, όποιοι κι αν ήσαν. Η Ιστορία γράφει και «ο Θεός κριτής δίκαιος και ισχυρός».