Της Αγγελικής Δ. Χατζηιωάννου, υπ. διδάκτορος Θεολογίας ΕΚΠΑ

 

Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, τη νύχτα της γεννήσεως του Χριστού στην περιοχή της Βηθλεέμ «ποιμένες ήσαν εν τη χώρα τη αυτή, αγραυλούντες και φυλάσσοντες φυλακάς της νυκτός επί την ποίμνην αυτών» (Λουκ. 2,8). Όταν ο Άγγελος τους ενημέρωσε για το θαυμαστό γεγονός της Γεννήσεως του Κυρίου, «οι ποιμένες είπον προς αλλήλους˙ διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός, ο Κύριος εγνώρισεν ημίν και ήλθον σπεύσαντες και ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη» (Λουκ. 2,15-16).

Ο τόπος στον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, ξαγρυπνούσαν οι ποιμένες φυλάσσοντας τα πρόβατά τους τη νύχτα της γεννήσεως του Χριστού βρίσκεται ανατολικώς της Βηθλεέμ, σε μια εύφορη κοιλάδα, η οποία ονομάζεται Κοιλάδα των Ποιμένων ή Ποιμένες (αραβικά, «Μπετ Σαχούρ»), και βορειοανατολικώς ενός χωριού που ονομάζεται Χωριό των Ποιμένων. Η παράδοση ότι σε αυτό το σημείο βρίσκονταν οι ποιμένες που αναφέρονται στο Ευαγγέλιο τη νύχτα της γεννήσεως του Χριστού είναι αρχαιότατη και καταγράφεται και από τον Άγιο Ιερώνυμο, ο οποίος σημειώνει ότι όχι πολύ μακριά από τη Βηθλεέμ, όπου ο Ιακώβ έβοσκε τα πρόβατά του, βρίσκονταν οι ποιμένες που αγραυλούσαν τη νύχτα και αξιώθηκαν να ακούσουν το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Αυτός ο τόπος απέχει από τη Βηλθεέμ χίλια βήματα.

Ήδη από τον 4ο αιώνα ο τόπος αυτός θεωρείτο προσκύνημα. Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό συγγραφέα Νικηφόρο-Κάλλιστο Ξανθόπουλο, μετά από εντολή της Αγίας Ελένης κτίσθηκε ναός που κάλυψε το προσκύνημα. Πιο συγκεκριμένα, στο φυσικό σπήλαιο όπου βρίσκονταν οι ποιμένες τη νύχτα της συναντήσεώς τους με τον Άγγελο και το οποίο είχε μετατραπεί σε ναό προστέθηκε μωσαϊκό δάπεδο. Πάνω από την κορυφή του σπηλαίου κτίσθηκε παρεκκλήσιο σε σχήμα πετάλου, που και αυτό καλύφθηκε με ψηφιδωτό δάπεδο και ελληνικές επιγραφές. Την ίδια περίοδο, στη γύρω περιοχή εγκαταστάθηκαν και ασκητές, όπως ο Όσιος Ποσειδώνιος ο Θηβαίος, όπως αναφέρεται στη «Λαυσαϊκή Ιστορία», που συνέγραψε ο Επίσκοπος Ελενουπόλεως Παλλάδιος (364-431). 

Το προσκύνημα και ο Ναός των Ποιμένων, όπως ονομάσθηκε ο νέος ναός, φαίνεται πως στη βυζαντινή περίοδο ήταν ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς από εκεί ξεκινούσαν οι ακολουθίες του εορτασμού των Χριστουγέννων, οι οποίες συνεχίζονταν και ολοκληρώνονταν στη Βασιλική της Γεννήσεως, στη Βηθλεέμ.

Τον 6ο αιώνα ο μικρός ναός κατεδαφίσθηκε και στη θέση του κτίσθηκε μεγάλη βασιλική, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λατρευτικές ανάγκες των χριστιανών της γύρω περιοχής, αλλά και των προσκυνητών. Αυτή η βασιλική καταστράφηκε από τους Πέρσες και ξανακτίσθηκε από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μόδεστο (632-634). Ο Δυτικός προσκυνητής Αρκούλφος αναφέρει το 670 για τον παλαιό ναό που καταστράφηκε από τους Πέρσες: «Είκοσι λεπτά προς ανατολάς της Βηθλεέμ εν τω τόπω ένθα ουράνιος δόξα περιέλαμψε τους ποιμένας, παρά τον πύργον του Άδερ, υπήρχε μία εκκλησία, ήτις εμπεριείχε τρεις τάφους των τριών ποιμένων». Μετά την αραβική κατάκτηση, στο προσκύνημα κτίσθηκε μονή, την οποία προστάτευε υψηλό τείχος. Τον 9ο αιώνα, στο προσκύνημα που έφερε τις ονομασίες «Ποιμένειον», «Ποίμνιον» ή «Μοναστήριον των Ποιμένων» κατοικούσε μοναστική αδελφότητα, η οποία διατηρήθηκε μέχρι και τις αρχές του 11ου αιώνα.

«Είκοσι λεπτά προς ανατολάς της Βηθλεέμ εν τω τόπω ένθα ουράνιος δόξα περιέλαμψε τους ποιμένας, παρά τον πύργον του Άδερ, υπήρχε μία εκκλησία, ήτις εμπεριείχε τρεις τάφους των τριών ποιμένων»

Στη μονή, εκτός από τον ναό-σπήλαιο, περιλαμβανόταν και ο μεγάλος ναός που προαναφέραμε και έφερε την ονομασία «Δόξα εν Υψίστοις Θεώ». Τον 11ο αιώνα το μοναστήρι καταστράφηκε και οι μοναχοί το εγκατέλειψαν, η σπηλιά-ναός όμως παρέμεινε ως προσκύνημα και λατρευτικός χώρος για τους κατοίκους της περιοχής, αλλά και για τους λιγοστούς προσκυνητές που έφθαναν κατά την περίοδο της κατοχής της Παλαιστίνης από τους Μαμελούκους (1219-1517) και στη συνέχεια από τους Οθωμανούς (1517-1917). Το 1681 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος (1669-1707) πραγματοποίησε έργα συντηρήσεως του ναού, ενώ παρόμοια έργα πραγματοποιήθηκαν και από τον Πατριάρχη Πολύκαρπο (1808-1827) το 1820.

Τον 19ο αιώνα, το τείχος που κάποτε προστάτευε την παλαιά μονή ήταν κατεστραμμένο και σώζονταν μόνο ερείπιά του, ενώ στη βορεινή πλευρά του σώζονταν ερείπια του μεγαλοπρεπούς παλαιού ναού, καθώς και η Αγία Τράπεζα. Τον Δεκέμβριο του 1895 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Γεράσιμος Α’ (1891-1897) ανήγειρε κοντά στο σπήλαιο-προσκύνημα νέο ναό, αφιερωμένο στους Προπάτορες.

Το 1972 το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, με αφορμή την ανέγερση νέου μεγάλου ναού κοντά στον χώρο των παλαιών ερειπίων, πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές, που έφεραν στο φως όλα τα ερείπια του σπουδαίου και άγνωστου στους περισσότερους προσκυνήματος.

Στις 27 Ιουλίου 1989, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Διόδωρος Α’ (1980-2001) εγκαινίασε τον νέο ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Δόξα εν Υψίστοις».

Ο τόπος του προσκυνήματος των ποιμένων ταυτίσθηκε από πολλούς μελετητές και με περιστατικά της Παλαιάς Διαθήκης, όπως με τον τόπο της συναντήσεως του Βοόζ με τη Ρουθ, με τον τόπο όπου ο Ιακώβ ποίμενε τα πρόβατά του, αλλά και με τον πύργο των ποιμένων της Παλαιάς Διαθήκης.

Βεβαίως, ο πύργος των ποιμένων δεν ήταν άσχετος με τη γέννηση του Χριστού και την εκπλήρωση της προφητείας του Μιχαία: «Και συ πύργος ποιμνίου αυχμώδης, θύγατερ Σιών, επί σε ήξει και εισελεύσεται η αρχή η πρώτη, βασιλεία εκ Βαβυλώνος τη θυγατρί Ιερουσαλήμ» (Μιχ. 4,8).

Σήμερα η επίσκεψη στο Χωριό των Ποιμένων και το προσκύνημα στον ναό όπου σώζεται ο τάφος τους αποτελεί συνέχεια του προσκυνήματος των πιστών που προσέρχονται στη Βηθλεέμ. Και δικαιολογημένα, αφού οι αγαθοί και άκακοι βοσκοί, στους οποίους ο Θεός αποκάλυψε δι’ Αγγέλου το μυστήριο της σαρκώσεως του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος, αποτέλεσαν τους πρώτους κήρυκες ότι: «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1,14).

 

Σχετική βιβλιογραφία:

- Αυγουστίνου μοναχού, Παλλαδίου επισκόπου Ελενουπόλεως. «Η προς Λαύσον ιστορία ή Λαυσαϊκόν και η κατ’ Αίγυπτον των μοναχών ιστορία, περιέχουσα βίους ερημιτών πατέρων», εν Ιεροσολύμοις 1914, Τύποις Ιερού Κοινού του Παναγίου Τάφου.

- Ζάκου-Παπαμωυσέως Αν, «Μέγας Οδηγός των εν τη Αγία Γη Προσκυνημάτων του Χριστιανού», Κύπρος 1970.

- Ιωαννίδου Βενιαμίν αρχιμ., «Προσκυνητάριον της Αγίας Γης. Η Αγία Πόλις Ιερουσαλήμ και τα περίχωρα αυτής», εν Θεσσαλονίκη 2004, Εκδ. Μυγδονία, (φωτοαναστατική έκδοσις).

- Μηλλιαρά Καλλίστου αρχιμ., «Αρχαίον ιεροσολυμιτικόν τυπικόν του Π. Τάφου και η εν αυτώ περιλαμβανομένη τελετή της εορτής της Χριστού Γεννήσεως εν Βηθλεέμ», Νέα Σιών ΙΓ’ (1913) 545-546.

- Μηλλιαρά Καλλίστου αρχιμ., «Οι Άγιοι Τόποι εν Παλαιστίνη και τα επ᾽ αυτών δίκαια του ελληνικού έθνους», τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 2003 (φωτοαναστατική επανέκδοση), Εκδ. Studio University Press.

- Νικηφόρου Καλλίστου Ξανθοπούλου, «Εκκλησιαστική Ιστορία. Περί των θεοφιλών έργων της μακαρίας Ελένης και της αυτής τελευτής˙ και περί της επωνύμου αυτής πόλεως˙ και ιστορία παράδοξος του Αγίου Μάρτυρος Λουκιανού», βιβλ. Η’, κεφ. ΛΑ’, PG. 146.

- Παπαδόπουλου Χρυσοστόμου, «Ιστορία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων», Αθήναι.

- Τζαφέρη Β., «Προσκυνητάριο του Ορθοδόξου Χριστιανού», α.ε.ε.

- Χορτάτου Τίτου αρχιμ., «Το προσκύνημα των ποιμένων. Οδοιπορικόν», Αθήναι 1994.