Του Μ. Γ. Βαρβούνη, καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Όπως είναι γνωστό, οι ιερές εικόνες έχουν πάντοτε ρόλο ξεχωριστό στην Ορθόδοξη λατρεία και στη λαϊκή θρησκευτική παράδοση του λαού μας. Πέρα από την τιμή που τους απονέμει ο λαός μας, πέρα από τη συνήθεια να μεταφέρονται περίπυστες ιερές εικόνες μονών σε ενορίες για προσκύνηση από τους πιστούς, τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί και μια νέα σχετική λατρευτική συνήθεια, με την οποία θα ασχοληθούμε στη συνέχεια.

Πρόκειται για την κατασκευή, τον καθαγιασμό, τη μεταφορά και την τελετουργική εγκαθίδρυση αντιγράφων γνωστών και ιστορικών εικόνων, οι οποίες παραδοσιακά θεωρούνται θαυματουργές, σε διάφορες ενορίες, ιδίως δε σε ενοριακούς ναούς μεγάλων αστικών κέντρων, με σκοπό τον καθαγιασμό των πιστών και την πρόκληση θαυματουργικών επεμβάσεων στη ζωή όσων το έχουν ανάγκη και όσων το επικαλούνται. Οι εικόνες αυτές, πιστά αντίγραφα των αντίστοιχων θαυματουργών που φυλάσσονται κατά κανόνα σε μονές και προσκυνηματικά κέντρα της Ορθοδοξίας, θεωρούνται τελετουργικά ισοδύναμα των πρωτοτύπων και τους αποδίδονται ανάλογες τιμές στη σύγχρονή μας λαϊκή θρησκευτικότητα.

Συνήθως κατασκευάζονται μετά από αίτημα της ενορίας που θα τις υποδεχθεί και με δική της πρωτοβουλία και δαπάνη, με την άδεια όμως πάντοτε της μονής στην οποία φυλάσσεται το πρωτότυπο. Πρόκειται για μνημειακών διαστάσεων εικόνες, που αντιγράφουν πιστά τις πρωτότυπες, τόσο στον εικονογραφικό τύπο όσο και στις λεπτομέρειες, όπως για παράδειγμα η μεταλλική επένδυση, το προσκυνητάρι όπου τοποθετούνται, τα τάματα που φέρουν κ.λπ.

Ακολουθώντας μάλιστα την πρακτική της αποστολής αντίγραφων θαυματουργών εικόνων στις μακρινές παραδουνάβιες χώρες και στη Ρωσία, που εγκαινίασαν οι μονές του Αγίου Όρους από τον 16ο αιώνα, για λόγους ζητείας και συγκέντρωσης χρηματικής βοήθειας, με πρώτη τη Μονή Ιβήρων για την εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας, η οποία κατά παράδοση δεν βγαίνει ποτέ από τα όρια του Άθωνος, οι εικόνες αυτές πριν σταλούν στον τελικό προορισμό τους εγκαινιάζονται τελετουργικά.

Τις περισσότερες φορές εκτίθενται δίπλα στο θαυματουργό πρωτότυπο και λειτουργούνται επί σαράντα ημέρες ή χρίονται με μύρο και τους διαβάζουν την παράκληση της Παναγίας ή του εικονιζομένου αγίου. Κατόπιν, αποστέλλονται τελετουργικά στον προορισμό τους, με συνοδεία πάντοτε από τη μονή όπου βρίσκεται το πρωτότυπο και με τιμές ανάλογες εκείνων που το πρωτότυπο απολαμβάνει.

Η υποδοχή τους στις ενορίες προορισμού συνήθως συμπίπτει είτε με το ετήσιο πανηγύρι της ενορίας είτε με την επέτειο εορτής της πρωτότυπης εικόνας, της οποίας το αντίγραφο αντιμετωπίζεται ως τελετουργικό ισοδύναμο.

Η υποδοχή αυτή έχει όλα τα τελετουργικά χαρακτηριστικά της υποδοχής των ιερών λειψάνων ή των περιπύστων εικόνων που μεταφέρονται περιστασιακά στις ενορίες για αγιασμό των πιστών: περιλαμβάνουν την τιμητική συνοδεία αγημάτων στρατιωτών ή ανδρών σωμάτων ασφαλείας, φιλαρμονικών και προσκόπων, ακόμη δε τη συνοδεία ανδρών και γυναικών ντυμένων με αντίγραφα παραδοσιακών φορεσιών από τους εθνοτοπικούς συλλόγους της περιοχής, και μάλιστα αυτούς που κυρίως συνεργάζονται με τη συγκεκριμένη ενορία υποδοχής ή ανήκουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του εφημερίου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση μάλιστα προβάλλεται η ιδέα της ιδιαίτερης πατρίδας μέσω της τελετουργίας της υποδοχής, γεγονός που έχει τη δική του λαογραφική σημασία.

Οπωσδήποτε πρόκειται για ένα νέο φαινόμενο, που εντάσσεται και στα όρια της σύγχρονης νεωτερικής λαϊκής θρησκευτικότητας, και ως εκ τούτου ενδιαφέρει και τη θρησκευτική λαογραφία μας. Και βέβαια πρόκειται για ένα φαινόμενο το οποίο συχνά μπορεί να γίνει βάση λατρευτικών ή άλλων υπερβολών και παρεκτροπών από το παραδοσιακό ορθόδοξο λατρευτικό ήθος και την ανάλογη παράδοσή μας, γι’ αυτό και η Διοικούσα Εκκλησία θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική τόσο στην εμφάνιση όσο και στη διαχείρισή του.