Του Ιωσήφ Κόκκινου

 

«Επικοινωνιακά αντίμετρα» χαρακτηρίζουν πολλοί ιεράρχες τα όσα συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό με αφορμή τις δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ για το μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά και τον χωρισμό κράτους-Εκκλησίας, που επανέφερε ο πρώην υπουργός Παιδείας κ. Φίλης.

Αν και η «κόντρα» Ιερώνυμου-Φίλη έχει για πολλούς προσωπικά χαρακτηριστικά, στην Ιεραρχία διατηρούν επιφυλάξεις ως προς τις προθέσεις της κυβέρνησης για τον ρόλο της Εκκλησίας. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος σε πρόσφατη ομιλία του για τη συμβολή του κλήρου στην Επανάσταση του 1821, αφού είχαν προηγηθεί η δηλώσεις Φίλη περί χωρισμού, τόνισε ότι θέλουν την υποταγή της Εκκλησίας: «Είναι λανθασμένη φράση ο χωρισμός. Στην ποιμαντική της Εκκλησίας δεν υπάρχει βία. Είναι ελεύθερος ο καθένας. Όποιος θέλει φεύγει και μάλιστα δεν του λέμε να μην ξανάρθει. Η Εκκλησία είναι μάνα και δέχεται πίσω το παιδί της όταν επιστρέφει. Επίσης, δεν έχουμε αντίρρηση να έχουμε διακριτούς ρόλους, αλλά να έχουμε τίμιους διακριτούς ρόλους και όταν υπάρχουν ανάγκες να συνεργαζόμαστε για το καλό του τόπου. Κανείς δεν θέλει τον χωρισμό της Εκκλησίας. Την υποταγή της θέλουν, αλλά αυτό δεν γίνεται».

Το θέμα συζήτησε ο κ. Ιερώνυμος και με τον αρχηγό της Ν.Δ., κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένου δείπνου, όπου κυριάρχησε το θέμα της Εκκλησίας-Πολιτείας, με τον κ. Μητσοτάκη να τάσσεται κατηγορηματικά κατά του διαχωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας και υπέρ της σταθερής, ειλικρινούς και δημιουργικής συνεργασίας Εκκλησίας και Πολιτείας στο πλαίσιο των διακριτών ρόλων.

Για τον κ. Μητσοτάκη δεν τίθεται κανένα απολύτως ζήτημα αλλαγής των άρθρων του Συντάγματος -στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης- που αφορούν στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, ούτε καν τίθεται ζήτημα κατάργησης για τη Ν.Δ. του προοιμίου του Συντάγματος, το οποίο πρέπει να διατηρηθεί για λόγους ιστορικούς, αλλά και για λόγους που αφορούν στη πολύ στενή σχέση της Εκκλησίας με το ελληνικό κράτος από τη γέννησή του.

Στο μεταξύ, σε πυρ ομαδόν κατά του Νίκου Φίλη προχώρησαν οι ιεράρχες, απαντώντας στις νέες δηλώσεις του πρώην υπουργού Παιδείας, με τις οποίες επιμένει να ανοίξει το θέμα του διαχωρισμού Εκκλησίας και κράτους, με αφορμή την αναθεώρηση του Συντάγματος. Ο Μητροπολίτης Περιστερίου, κ. Χρυσόστομος, κάνει λόγο για κομματικές ιδεοληψίες που θυμίζουν άλλες εποχές: «Ο πρώην υπουργός Παιδείας, κύριος Νίκος Φίλης, μπορεί να ονειρεύεται ότι δύναται να αποφασίζει μόνος του για τα πράγματα της Εκκλησίας, όπως έπραξαν και πολλοί άλλοι σύντροφοί του εις το σιδηρούν παραπέτασμα. Οι σύντροφοι αυτοί μετά την παρέλευση τόσων δεκαετιών υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν εις την Εκκλησία ό,τι το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε δεσμεύσει. Τουλάχιστον, η Ιστορία πρέπει να μας διδάσκει και να μη μας οδηγεί σε υπερβολικές κομματικές ιδεολογίες και ιδεοληψίες».

Ο κ. Χρυσόστομος ακόμη αναφέρεται πιο συγκεκριμένα στο θέμα της μισθοδοσίας των κληρικών: «Το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας-κράτους απασχόλησε πολλές κυβερνήσεις και ουδέποτε ελήφθη απόφαση, διότι είναι ένα θέμα πολύπλοκο και συνεπάγεται πολλές εσωτερικές ανακατατάξεις και αναταραχές, οι οποίες είναι αδιανόητες τη σημερινή εποχή της μεγάλης κρίσης που διέρχεται η χώρα μας. Η Εκκλησία ουδέποτε θα δεχθεί χωρισμό από την Πολιτεία, διότι αυτό θα σήμαινε και χωρισμό από τον ελληνικό λαό για την καθαρώς λαϊκή Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Η Πολιτεία δύναται να χωρίσει τον εαυτό της από την Εκκλησία εφόσον αναλάβει τις μεγάλες ευθύνες οι οποίες απορρέουν εκ του χωρισμού τούτου. Η Πολιτεία προκειμένου να χωρίσει από την Εκκλησία οφείλει να διευθετήσει το 98%της εκκλησιαστικής περιουσίας την οποία έλαβε από την Εκκλησία με τη ρητή υποχρέωση ότι αναλαμβάνει τη μισθοδοσία του ιερού κλήρου. Τούτο σημαίνει ότι, αν και εφόσον η Πολιτεία προχωρήσει στον χωρισμό, πρέπει να ρυθμίσει το μέγα τούτο θέμα της επιστροφής της δεσμευμένης εκκλησιαστικής περιουσίας. Υπάρχει και η Δικαιοσύνη και τούτο σημαίνει ότι η Εκκλησία δύναται κάθε στιγμή να προσφύγει όχι μόνον στα ελληνικά δικαστήρια, αλλά και στα ευρωπαϊκά, στα οποία προσέφυγαν κάποιες ιερές μονές των οποίων οι περιουσίες δεσμεύτηκαν και κέρδισαν στα δικαστήρια αυτά».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Μητροπολίτης Λαγκαδά, που μιλά για «απόντες υπευθύνους» και για bullying που δέχονται οι κληρικοί: «Όσον αφορά το θέμα της μισθοδοσίας είναι καιρός να σταματήσει το απαράδεκτο σύστημα ρατσισμού και bullying το οποίο δέχονται κάθε τόσο ανηλεώς οι κληρικοί της πατρίδος μας, οι οποίοι, πέρα από τα πνευματικά τους καθήκοντα, αναλίσκονται καθημερινά προκειμένου να ανακουφίσουν και να στηρίξουν τον δοκιμαζόμενο λαό μας. Θεσμικά, η μισθοδοσία είναι κατοχυρωμένη και αποτελεί συμβατική υποχρέωση του κράτους. Από κει και πέρα, οι γενικές και επαναλαμβανόμενες τοποθετήσεις αποτελούν επανάληψη παρωχημένων απόψεων. Και επιτέλους οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να καταλάβουν ότι είναι άλλο να πεθαίνεις για την Ελλάδα και άλλο εκείνη να σε πεθαίνει. Ας πάψουν να εντάσσουν τον εαυτό τους στον δεύτερο στίχο και ας πάψουν να την πεθαίνουν». Υπεραμύνεται, μάλιστα, του δικαιώματος της Εκκλησίας να έχει άποψη για το μάθημα των Θρησκευτικών: «Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος υπηρετεί την ενότητα του λαού και η διατύπωση θέσεων και απόψεων επί θεμάτων που την αφορά υπήρξε πάντα διακριτική και συνταγματικά και νομικά κατοχυρωμένη. Αυτό δεν αποκλείει την παρουσία απόντων υπευθύνων, οι οποίοι αρέσκονται στο να διατηρούν κλίμα συγκρουσιακών προκλήσεων. Η Εκκλησία της Ελλάδος εμπράκτως απέδειξε την υπευθυνότητα και τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα διάφορα προβλήματα που η κοινωνία μας αντιμετωπίζει στους δυσχείμερους καιρούς που διερχόμεθα. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και οι περί αυτόν ιεράρχες θεωρούν, χωρίς να αποκλείουν τη διδασκαλία άλλων θρησκειών, ότι είναι αυτονόητο, όταν τα άλλα θρησκεύματα έχουν το δικαίωμα της διδακτέας ύλης που τα αφορά, η Εκκλησία της Ελλάδος να έχει δικαίωμα για τη διδασκαλία της πίστης μας. Η Εκκλησία αγαπά και αγκαλιάζει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους πάντες, δεν αντιδικεί, υπερασπίζεται των δικαιωμάτων της να έχει το εύλογο και στοιχειώδες δικαίωμα στο μάθημα των Θρησκευτικών και να εγγυάται περί του ορθοδόξου χαρακτήρα του μαθήματος».

Με το γραφείο Τύπου της Αρχιεπισκοπής να αφήνει να διαρρεύσει ότι «όλοι σε αυτόν τον τόπο γράφουν τη δική τους ιστορία», απαντώντας στον πρώην υπουργό Παιδείας, αρκετοί ιεράρχες, ικανοποιημένοι από την έκβαση και της έκτακτης συνεδρίασης της Ιεραρχίας στις αρχές Μαρτίου, απέφυγαν να αντιδράσουν στις δηλώσεις του Νίκου Φίλη, «δείχνοντάς» τον ως το πρόσωπο που τέθηκε εκτός της κυβέρνησης εξαιτίας των χειρισμών του. Ο Μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος, κρατώντας ήπιους τόνους, ανέφερε: «Τα θέματα που θίγει ο κ. Νίκος Φίλης είναι αντικείμενο συζήτησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, η οποία όταν έρθει η ώρα να γίνει, αν έλθει, εύχομαι να αποδώσει καρπούς επ’ ωφελεία του λαού μας». Για αστοχίες και προχειρότητες κάνουν λόγο άλλοι μητροπολίτες, που μάλιστα τονίζουν με νόημα ότι τουλάχιστον ο κ. Φίλης είναι ειλικρινής στις προθέσεις του, καθώς πολλοί συνάδελφοί του συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις, ωστόσο κρατούν χαμηλούς τόνους για ψηφοθηρικούς λόγους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί ιεράρχες εκτιμούν πως «όσο η κυβέρνηση βλέπει την επιρροή της στο εκλογικό σώμα να μειώνεται, τόσο θα ανασύρονται διάφορα θέματα για την Εκκλησία».