Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

                      

Το γεγονός της Αναστάσεως δεν παύει ποτέ να συγκλονίζει τον Χριστιανό και να προβληματίζει τον αλλόθρησκο, τον άθεο και τον θρησκευτικώς αδιάφορο. Αναπόσπαστο μέρος του Θείου Δράματος είναι και η προδοσία του Ιούδα. Όπως γράφει ο Ηλίας Οικονόμου στο «Ημεροδρόμιο Μεγάλης Εβδομάδος» (Αθήνα, 1946, σ. 49), ο Ιούδας «ακολούθησε τρία χρόνια τον Ιησού, επειδή τον θεωρούσε ως τον αναμενόμενο Μεσσία. Εναν Μεσσία απόγονο του Δαυίδ και συνεχιστή της πολιτικής εξουσίας του. Η παραδοσιακή όμως αντίληψη, ότι ο Θεός είναι ο μόνος βασιλιάς του Ισραήλ, που παραχωρούσε την εξουσία σε εγκόσμιους άρχοντες, τον προδιέθετε σε μια, κατά παράδοση, ερμηνεία των λόγων του Ιησού περί της βασιλείας του και του δημιουργούσε την προσδοκία μιας εγκόσμιας εξουσίας... Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι ο Ιησούς είναι κάτι άλλο, τον πρόδωσε».

Εάν μπορεί να αποτολμηθεί ένας παραλληλισμός εκείνων των χρόνων με τους σημερινούς καιρούς, αυτός είναι ότι όπως οι Ιουδαίοι, υποταγμένοι στους Ρωμαίους, αναζητούσαν έναν κοσμικό ηγέτη να τους απελευθερώσει, έχοντας εν τω μεταξύ παρερμηνεύσει και διαστρεβλώσει την ίδια τη θεολογία τους, έτσι και σήμερα, ο σύγχρονος Έλληνας, που βιώνει μια προϊούσα υποβάθμιση του μέχρι πρότινος υψηλού βιοτικού του επιπέδου και υφίσταται πρωτοφανείς πιέσεις εις βάρος της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας του, αναζητεί συχνά λύσεις ενδοκοσμικές για να εξέλθει της δυσχερούς θέσεως στην οποία έχει περιέλθει. Όμως η «Ανάσταση» των Ελλήνων δεν μπορεί να προέλθει μόνο από ενδοκοσμικές, τεχνοκρατικές και διαχειριστικές λύσεις.

Τούτο είναι ανάξιο της ιστορίας και των αγώνων του Χριστιανικού Ελληνισμού και ταυτόχρονα ανέφικτο, εκτός εάν οι Έλληνες επιλέξουν τη συμπόρευση με τους «ισχυρούς του κόσμου τούτου», παραιτούμενοι κάθε αγώνα σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ενός αγώνα ο οποίος προϋποθέτει όχι μόνο κοινωνικά αιτήματα, αλλά πρώτιστα ηθικά. Οι αγανακτισμένοι πολίτες, οι αντιεξουσιαστές και εν γένει οι διαμαρτυρόμενοι πρέπει να εκφράζουν όχι μόνο την απόρριψη, αλλά και την πρόταση για κάτι νέο. Αυτό το νέο ο Χριστός το συνέδεσε με την απόρριψη των δεσμών που κρατούν τον άνθρωπο δέσμιο του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης και της αναπαραγωγής, της λογικής και των νόμων της αισθητής δημιουργίας.

Ο Χριστός απεκάλυψε στον άνθρωπο ότι εν δυνάμει μετέχει της αιωνιότητας και ότι όταν «σταυρώνεται» στον βίο αυτόν ανοίγει τα κλειδιά του Παραδείσου.

Η Εκκλησία σήμερα προσπαθεί να συγκρατήσει τον κλυδωνιζόμενο άνθρωπο, διότι -όπως έχει αποδείξει η ιστορική εμπειρία- σε εποχές κρίσεως αμφισβητούνται όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά κυρίως οι θεσμοί. Επιχειρείται όμως η αμφισβήτηση των θεσμών -εν προκειμένω της Εκκλησίας- εξ αφορμής της κρίσεως ή άλλως η κρίση χρησιμοποιείται επιτηδείως, ώστε να πληγεί η Εκκλησία, εμφανιζόμενη δήθεν ως μέρος του προβλήματος.

Σήμερα οι ανθρώπινες προσδοκίες τρέφονται με υλιστικές υποσχέσεις και τα αιτήματα των ανθρώπων απογυμνώνονται από κάθε αίσθημα αξιοπρέπειας και ηθικής ανατάσεως. Ο αγώνας για την επιβίωση θεωρείται ότι επιτρέπει τα πάντα και κάθε θεσμική αντίσταση εν ονόματι ηθικών ή πνευματικών αξιών ρίχνεται στο πυρ το εξώτερον.

Η Εκκλησία, σύμφωνα με τους επικριτές της, επιτρέπεται να υπάρχει μόνο για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών και αποσιωπάται ο λόγος του Θεανθρώπου «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». Σε μια παρόμοια συγκυρία, καλούνται οι Χριστιανοί να επιδιώξουν να ανακαλύψουν πάλι το νόημα της Αναστάσεως και να προσδώσουν στη σταύρωσή τους τα στοιχεία του πνευματικού αγώνα, μη αρκούμενοι στον αγώνα για την εξασφάλιση των αναγκαίων προς το ζην. Οι ανθρώπινες προσδοκίες πρέπει να εναρμονιστούν με τον γνήσιο άνθρωπο, που ο καθένας μας κρύβει μέσα του, και να μην ταυτιστούν με τα ψευδή είδωλα που η κοσμική μέριμνα αντιπαρατάσσει και τα οποία κινούνται γύρω από τον κόσμο του χρήματος, της εξουσίας και της ηδονής. Η περιβόητη φράση «Να κάνουμε την κρίση ευκαιρία» ας θεωρηθεί ως παρότρυνση για την πνευματική μας αναβάπτιση.