Του Χρήστου Γ. Κτενά

 

Αν η επικαιρότητα κατακλύζεται τα τελευταία χρόνια από αναφορές σε ριζοσπαστικές ισλαμικές οργανώσεις, τρομοκρατία και τζιχαντισμό, οι περισσότερες αφορούν είτε χτυπήματα φανατικών σε ευρωπαϊκές χώρες είτε την κόλαση που επικρατεί στη Συρία λόγω της δράσης του «Ισλαμικού Κράτους». Αν διευρύνουμε όμως τη ματιά μας, θα διαπιστώσουμε πως στην Αφρική διεξάγεται εδώ και αρκετά χρόνια μια πολύμορφη και ιδιαίτερα αιματηρή σύγκρουση, με έντονα στοιχεία θρησκευτικού εξτρεμισμού. Εξτρεμισμού που βλέπουμε στις κοντινές στην Ελλάδα Αίγυπτο και Λιβύη, αλλά εντοπίζεται κυρίως στη Νιγηρία, που αποτελεί σήμερα ίσως το επίκεντρο της θρησκευτικής βίας στην τεράστια «μαύρη ήπειρο».

Η συγκεκριμένη χώρα, αν και η πλουσιότερη της Αφρικής, με το ΑΕΠ της να φθάνει τα 500 δισ. δολάρια και με πληθυσμό που ξεπερνά τα 180 εκατομμύρια, αποτελεί έναν πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και θρησκευτικό κυκεώνα. Παλιό βρετανικό προτεκτοράτο, απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960, για να ακολουθήσουν εμφύλιος και πολιτική αναταραχή, η οποία δεν έχει σταματήσει ούτε στις ημέρες μας. Αν και τυπικά είναι μια κοσμική Δημοκρατία, η σύγχρονη ιστορία της είναι στο μεγαλύτερο μέρος της μια διαδοχή από στρατιωτικές χούντες, ενώ η διαδικασία του εκδημοκρατισμού ξεκίνησε μόλις το 1999. Και βέβαια, παρά τα σημαντικά βήματα για τη θεμελίωση δημοκρατικών θεσμών, παραμένει διαιρεμένη και με μεγάλες θεσμικές, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες.

Ειδικότερα, η χώρα αποτελεί ένα πολυφυλετικό σκηνικό, με πάνω από 500 εθνικές ομάδες στο εσωτερικό της και με την αντίστοιχη ποικιλία γλωσσών και εθίμων (με τα αγγλικά να είναι η επίσημη γλώσσα). Σε ένα τέτοιο σκηνικό, η θρησκευτική διαφοροποίηση παίζει σημαντικό παράγοντα αυτοκαθορισμού.

Συγκεκριμένα, η Νιγηρία, από πλευράς θρησκευτικής πίστης, μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ζώνες: τη βόρεια, όπου κυριαρχούν οι μουσουλμάνοι, και τη νότια, με χριστιανική πλειονότητα, ενώ σε αρκετές περιοχές επικρατούν τοπικές θρησκείες. Ειδικά οι Χριστιανοί είναι κυρίως προτεσταντικής παράδοσης, με τη χώρα να αποτελεί και σήμερα πεδίο εκτεταμένης δράσης προτεσταντικών ιεραποστολών, περίπου το 25% είναι καθολικοί, ενώ υπάρχει και 1% άλλων ομολογιών, ανάμεσά τους και Ορθοδόξων. Όμως οι προτεστάντες Νιγηριανοί είναι μοιρασμένοι σε πολλές διαφορετικές Εκκλησίες, ενώ κάποιες από αυτές έχουν υιοθετήσει και τοπικές παραδόσεις.

Από την πλευρά των μουσουλμάνων, η πλειονότητα είναι σουνίτες (πάνω από 60 εκατομμύρια) και μάλιστα με μεγάλη επιρροή από την παράδοση του σουφισμού. Επίσης, υπάρχει και σιιτική μειονότητα (περίπου 5% των μουσουλμάνων), η οποία έχει ασαφή σχέση με τους σουνίτες, καθώς πότε συνεργάζεται με διάφορα κινήματα ισλαμικής αναγέννησης και πότε καταδιώκεται από αυτούς, με χαρακτηριστική τη σφαγή της πόλης Ζάρια, όπου το 2015 ο στρατός της χώρας σκότωσε 348 σιίτες.

 

 

Η ριζοσπαστικοποίηση και η επιβολή της σαρία

Πρέπει να τονίσουμε βέβαια πως οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και αντιθέσεις, τόσο μεταξύ μουσουλμάνων όσο και Χριστιανών, έχουν παραγάγει και μεγάλες συγκρούσεις, με θρησκευτικά αλλά και φυλετικά και ταξικά χαρακτηριστικά.

Έτσι, η θρησκευτική βία στη χώρα έχει μεγάλη προϊστορία, που ξεκινά από τη δεκαετία του 1950, με εθνοτικές συγκρούσεις που κατέληξαν σε μαζικές σφαγές μελών της φυλής Igbo, η οποία αποτελούνταν κυρίως από Χριστιανούς. Τις επόμενες δεκαετίες, ριζοσπαστικοποιήθηκαν ομάδες φανατικών και από τις δύο πλευρές, με αποτέλεσμα πολλές χιλιάδες θανάτους, με βασικό υποκινητή το κίνημα του Maitatsine, ενός φανατικού ισλαμιστή ιεροκήρυκα, ο οποίος όμως είχε φθάσει σε σημείο να αυτοαποκαλείται προφήτης και να απορρίπτει κεντρικά στοιχεία της ισλαμικής θρησκείας.

Η σημαντική αλλαγή όμως σε ό,τι αφορά τη θρησκευτική ένταση ξεκίνησε το 1999, όταν 12 κρατίδια στα βόρεια της χώρας επέβαλαν τη σαρία ως επίσημο νόμο, ενώ παράλληλα οι Χριστιανοί απέκτησαν ισχυρή παρουσία στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Τα επόμενα χρόνια ξέσπασε μια σειρά από αιματηρές ταραχές, κυρίως σε πόλεις στο κέντρο της Νιγηρίας, εκεί δηλαδή όπου συναντώνται και επιχειρούν να συνυπάρξουν μεγάλες μάζες Χριστιανών και μουσουλμάνων. Το τραγικό είναι πως πολλές είχαν ασήμαντες αφορμές, π.χ. ένα άρθρο εφημερίδας ή μια φήμη, που έκανε λόγο για κάποια φανταστική προσβολή κατά της πίστης της μίας ή της άλλης πλευράς. Στοιχεία δηλαδή που δείχνουν πόσο μεγάλη είναι η ένταση που εκδηλώνεται στην παραμικρή αφορμή με μαζικές διαδηλώσεις και αντιδιαδηλώσεις και εκατόμβες νεκρών.

 

 

Η κυριαρχία της «Boko Haram»

Αν και η ισλαμιστική οργάνωση «Boko Haram» εμφανίστηκε στη Νιγηρία κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της δεν έδειχναν κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση από την πανσπερμία ανάλογων οργανώσεων που δρούσαν στα βόρεια της χώρας. Αν κάτι ίσως τη διαχώριζε, ήταν η εμμονή της σε μια πολύ αυστηρή ερμηνεία του Ισλάμ (με καταβολές στον ουαχαμπισμό) και ο χαρισματικός ηγέτης της, ο Μοχάμεντ Γιούσουφ, ο οποίος κήρυττε τόσο υπέρ της δημιουργίας ενός ισλαμικού κράτους στη Νιγηρία όσο και κατά της κυβέρνησης και της έντονης διαφθοράς της.

Σταδιακά, όμως, η «Boko Haram» άρχισε να στρέφεται ενεργά κατά των δυνάμεων ασφαλείας της Νιγηρίας, με βομβιστικές επιθέσεις κατά αστυνομικών, ενώ ανέπτυσσε σχέσεις με διάφορους μουσουλμάνους πολιτικούς και ισλαμικά δίκτυα στα βόρεια και στα κεντρικά της χώρας, αποκτώντας όλο και περισσότερους οπαδούς. Το ξέσπασμα ήρθε το 2009, όταν μια επίθεση σε ένα αστυνομικό τμήμα εξελίχθηκε σε μαζική εξέγερση των οπαδών της σε πολλές πόλεις, ενώ στις συγκρούσεις συνελήφθη ο Γιούσουφ από την Αστυνομία και εκτελέστηκε εν ψυχρώ, κάτι που εξόργισε ακόμη περισσότερο τα μέλη της οργάνωσης.

Η ισχύς της «Boko Haram» φάνηκε τα επόμενα χρόνια, όταν επέκτεινε την ανοιχτή πλέον σύγκρουσή της με την κυβέρνηση, αλλά και με μια σειρά από διεθνείς οργανώσεις. Οι φανατικοί οπαδοί της χρησιμοποιούν πλέον κάθε μέσο, από ομαδικές επιδρομές σε κυβερνητικά κτίρια, αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως και σε πανεπιστήμια, τράπεζες και καταστήματα, μέχρι βομβιστικές επιθέσεις και αποστολές αυτοκτονίας, όπως εκείνη του 2011, κατά των γραφείων του ΟΗΕ στην πόλη Αμπούτζα, με 23 νεκρούς. Αυτό όμως που επιτέλους προκάλεσε τη διεθνή κατακραυγή ήταν η απαγωγή 276 μαθητριών τον Απρίλιο του 2014 από το χωριό Τσίμποκ. Αν και μερικές δεκάδες κατάφεραν να ξεφύγουν, πάνω από 200 παραμένουν αιχμάλωτες της οργάνωσης. Με αναφορές να κάνουν λόγο για βασανιστήρια, ομαδικούς βιασμούς και εξαναγκασμό σε «γάμο» με στελέχη της «Boko Haram», ενώ πολλές πουλήθηκαν ως σκλάβες για ελάχιστα δολάρια…

Το ενδιαφέρον είναι πως η οργάνωση δεν δρα αυστηρά συγκεντρωτικά. Όπως φαίνεται, έχει εξελιχθεί σε μια «ομπρέλα» διαφόρων συσπειρώσεων, ενώ έχει πραγματοποιήσει δεκάδες δολοφονίες τοπικών πολιτικών. Μάλιστα, η ίδια η κυβέρνηση της Νιγηρίας έχει παραδεχθεί πως έχει δικτυωθεί και μέσα στην Αστυνομία και τον Στρατό της χώρας, κάτι που την αναβαθμίζει ως μια σκιώδη εξουσία στη βόρεια Νιγηρία. Ειδικά μάλιστα στο βορειοανατολικό τμήμα είναι εμφανής η κυριαρχία της, ενώ έχει επεκτείνει τη δράση της και σε γειτονικές χώρες, στο Τσαντ, στο Καμερούν και τον Νίγηρα, κάνοντας εκεί επιδρομές και απαγωγές.

Είναι, βέβαια, σημαντικό να τονίσουμε πως η δράση της «Boko Haram» δυστυχώς ενισχύεται τόσο από την τυφλή πολλές φορές βία των νιγηριανών Αρχών όσο και από τη διαφθορά των τοπικών κυβερνήσεων, στοιχεία δηλαδή που οδηγούν σε αυτή (που προωθεί ένα μοντέλο «ισλαμικής καθαρότητας και ευταξίας») μάζες απογοητευμένων μουσουλμάνων.

Ποιες όμως είναι οι σχέσεις της «Boko Haram» με την ευρύτερη ισλαμιστική τρομοκρατία; Ήδη από το 2009, η «Αλ Κάιντα» είχε εκφραστεί θετικά για την οργάνωση, ενώ υπήρξαν ενδείξεις για μια χαλαρή συνεργασία τους. Στη συνέχεια, όμως, ο Αμπουμπακάρ Σεκάου, ο νέος αρχηγός της «Boko Haram», δήλωσε πως είναι σύμμαχος του «Ισλαμικού Κράτους», κάτι που επιβεβαίωσε και το τελευταίο, χωρίς να μπορεί να διευκρινιστεί αν υπάρχει και συστηματική σχέση των δύο τρομοκρατικών οργανώσεων.

 

Οι επιθέσεις κατά των Χριστιανών

Αν και από το 2016 η κυβέρνηση της Νιγηρίας έχει καταφέρει να περιορίσει τη δράση της «Boko Haram» με επιχειρήσεις στα βορειοανατολικά, η οργάνωση παραμένει ενεργή. Το σημαντικό είναι πως αν μέχρι τότε τα θύματα της «Boko Haram» ήταν περισσότερο μουσουλμάνοι από ό,τι Χριστιανοί, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ένας από τους πολέμαρχους της οργάνωσης, ο Αμπού Μουσάμπ αλ-Μπαρναουί (ο οποίος μάλλον έχει αποσχιστεί από την ομάδα που διοικεί ο Σεκάου), δήλωσε πως ξεκινά πόλεμο κατά των Χριστιανών στη χώρα. Είπε μάλιστα πως θα σταματήσει τις επιθέσεις σε ισλαμικές περιοχές, καθώς υπάρχει σύμφωνα με τον ίδιο σε εξέλιξη σχέδιο «εκχριστιανισμού» της Νιγηρίας, στο οποίο μετέχουν και οι ξένες ανθρωπιστικές οργανώσεις, που προσπαθούν να βοηθήσουν τον χειμαζόμενο πληθυσμό.

Η ριζική αυτή αλλαγή στόχευσης της οργάνωσης έρχεται να προστεθεί στο κύμα καταδίωξης που υφίστανται Χριστιανοί στον μουσουλμανικό βορρά, όπου σημειώνονται επιδρομές σε χωριά από τοπικές ομάδες ισλαμιστών, που πυρπολούν σπίτια και καλλιέργειες, δολοφονούν και απάγουν χριστιανούς, προσπαθώντας να τους εκδιώξουν προς τον νότο. Την ίδια στιγμή, ο διεθνής Τύπος καταγράφει την αδιαφορία του νιγηριανού Στρατού να υπερασπισθεί τους διωκόμενους Χριστιανούς, ενώ προβλήματα έχουν αναφερθεί και στη φροντίδα των 2,6 εκατομμυρίων εκτοπισμένων εξαιτίας της δράσης της «Boko Haram». Εκεί αναφέρεται επιλεκτική μεταχείριση υπέρ των μουσουλμάνων προσφύγων από μουσουλμανικές φιλανθρωπικές οργανώσεις. Στοιχεία δηλαδή που θα εντείνουν ακόμη περισσότερο τη διαμάχη μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων στη χώρα, που ήδη διαρκεί πάνω από μισό αιώνα.

Υπάρχει λύση στο όλο πρόβλημα; Δυστυχώς, δεν φαίνεται κάτι ξεκάθαρο στον ορίζοντα, καθώς η Νιγηρία, παρά την ανάπτυξη και τον πλούτο της, παραμένει ένα κράτος μεγάλων αντιθέσεων, άλυτων θρησκευτικών αντιπαραθέσεων, με μια δραστήρια «Boko Haram» -η οποία ευθύνεται για πάνω από 12.000 νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες μόνο την τελευταία πενταετία- και με ασταθή πολιτική και στρατιωτική εξουσία, που είναι δέσμια εθνοτικών, φυλετικών και θρησκευτικών εξαρτήσεων. Ένα τοπίο δηλαδή στο οποίο κυριαρχούν ο φανατισμός, η βαθιά καχυποψία και μια βαριά ιστορία σφαγών, που σκιάζει τις όποιες προσπάθειες διαθρησκειακού διαλόγου και ειρήνευσης.