Του Βασίλειου Κ. Μάρκου, δικηγόρου, διδάκτορα Εκκλησιαστικού Δικαίου

 

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζεται εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως primus inter pares. Η θέση αυτή έχει κατοχυρωθεί μέσα από τους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, που απέδωσαν στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τα πρεσβεία της μέχρι τότε πρωτόθρονης Ρώμης. Κυριότερες εκφάνσεις της προκαθεδρίας του Οικουμενικού Θρόνου είναι: α) η παρασκευή του Αγίου Μύρου, από όπου και διανέμεται, κατά μείζονα λόγο, στις επιμέρους Ορθόδοξες εκκλησίες, β) το έκκλητο, δηλαδή η δικαστική δικαιοδοσία επί των Αρχιερέων όλων των Ορθόδοξων εκκλησιών και γ) το διδόναι σταυροπήγια.

Η έμπηξη του Σταυροπηγίου, κατά τη θεμελίωση ιερού ναού, έχει τη σημασία της περιχαρακώσεως και καθαγιάσεως του τόπου, όπως προκύπτει και από την οικεία Ευχή επί Σταυροπηγίου (12ος αιώνας): «Κύριε ο Θεός ο παντοκράτωρ, ο προτυπώσας την ράβδον του Μωυσέως εις τον τίμιον και ζωοποιόν Σταυρόν του αγαπητού σου Υιού, Κυρίου δε ημών Ιησού Χριστού· αυτός ευλόγησον και αγίασον τον τόπον τούτον, τη δυνάμει και ενεργεία του τιμίου και ζωοποιού και αχράντου ξύλου του Σταυρού, εις αποτροπήν δαιμόνων και παντός εναντίου, φυλάττων και τον τόπον, και τον Οίκον τούτον, και τας ενοικούσας ψυχάς των ενταύθα κατοικούντων» [Ευχολόγιον το Μέγα (ε΄ έκδ., 2008), σ. 337 επ.]. Το Σταυροπήγιο αποτελεί το ορατό σημείο της χάριτος του Θεού και συγχρόνως το όριο της εξουσίας του επιχώριου Επισκόπου, ο οποίος είναι «εις τόπον Θεού». Υπό την έννοια αυτήν όλοι οι ιεροί ναοί και οι μονές αποτελούν Σταυροπήγια.

Στο πλαίσιο της ιδιαίτερης θέσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από πολύ νωρίς -πιθανότατα από τον 7ο ήδη αιώνα- αναγνωρίστηκε στον Πατριάρχη το προνόμιο του να θεμελιώνει, επί δικού Του Σταυροπηγίου, ιερούς ναούς και μονές σε ολόκληρη την εδαφική επικράτεια του οικείου Θρόνου, δηλαδή εντός των ιερών μητροπόλεων και επισκοπών, που υπάγονταν σε Αυτόν. Από τον 9ο αιώνα, με αυτοκρατορική διάταξη του Βυζαντίου, αναγνωρίστηκε το προνόμιο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως για την ίδρυση Σταυροπηγίων και υπερορίως, δηλαδή και επί του εδάφους των λοιπών πατριαρχικών Θρόνων. Η διάταξη αυτή είχε τις κανονικές της ρίζες στην κατοχύρωση των πρεσβείων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ώστε σήμερα αποτελεί κρατούσα θέση της επιστήμης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έχει το απαρέγκλιτο προνόμιο του να αποστέλλει Σταυροπήγιά Του σε όλα τα Πατριαρχεία, καθώς και στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Η έννοια του Πατριαρχικού Σταυροπηγίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ήδη, δεν είναι εκείνη της παρεμβάσεως σε έτερη εκκλησιαστική δικαιοδοσία, αλλά σημείο της ορατής ενότητας της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, και με την ίδρυση Σταυροπηγιακών Καθιδρυμάτων της πρωτόθρονης Εκκλησίας σε ολόκληρη την οικουμένη. Άλλωστε, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ασκούσε ανέκαθεν το προνόμιό Του αυτό στη βάση των σχετικών αιτημάτων που λάμβανε από τους κατά τόπους Αρχιερείς και τις ίδιες τις μοναστικές αδελφότητες και ουδέποτε επέβαλε αυθαιρέτως το σταυροπηγιακό καθεστώς.

Η έννοια του Πατριαρχικού Σταυροπηγίου δεν είναι εκείνη της παρεμβάσεως σε έτερη εκκλησιαστική δικαιοδοσία, αλλά σημείο της ορατής ενότητας της Καθολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας

Σταδιακώς, διαμορφώθηκε και μία δεύτερη κατηγορία Σταυροπηγιακών Μονών, εκείνων που, αν και υπάγονταν στους κατά τόπους Αρχιερείς, λόγω των ιδιαίτερων καιρικών περιστάσεων, απαιτούσαν αυξημένη προστασία. Το Πατριαρχείο, τουλάχιστον από τον 14ο αιώνα, άρχισε να χορηγεί και στα καθιδρύματα αυτά τη σταυροπηγιακή αξία, με την έκδοση σχετικών Πατριαρχικών Σιγιλλίων. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την επιτακτική ανάγκη επενδύσεως των μοναστικών καθιδρυμάτων με την πατριαρχική προστασία, κατά τη διάρκεια της Οθωμανοκρατίας, είχε ως άμεση συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων στον σημερινό ελλαδικό χώρο.

Ακολούθησαν η Ελληνική Επανάσταση, το 1821, και η ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους, το 1830. Οι σύνθετες πολιτικές διεργασίες της εποχής έφεραν το «βαυαροκρατούμενο» ελληνικό έθνος σε τροχιά συγκρούσεως με τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Στο πλαίσιο αυτό ανακηρύχθηκε αυτογνωμόνως με πολιτειακό νόμο, χωρίς τη σύμπραξη του Πατριαρχείου, ως αυτοκέφαλη η «Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος» (βλ. αντί άλλων Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους, Αθήνα: εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1994, σ. 39 επ. και ήδη του Ιδίου, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, β΄ έκδ., Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα, 2011, σ. 52 επ.). Υπό τις συνθήκες αυτές, τα παλαίφατα Πατριαρχικά Σταυροπήγια, όπως άλλωστε και το σύνολο, σχεδόν, των ιερών μονών της τότε ελληνικής επικράτειας, διαλύθηκαν από την Πολιτεία, προκειμένου να μπορέσει να καρπωθεί τη σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία τους.

Ήδη, το 1850, η κανονική ενότητα αποκαταστάθηκε και το Πατριαρχείο ανακήρυξε κανονικώς αυτοκέφαλη την «Εκκλησία της Ελλάδος». Τα Σταυροπήγιά του, όμως, απωλέσθηκαν στη δίνη της ιστορίας, καθώς οι ανάγκες της ενότητας δεν άφηναν περιθώρια αποκαταστάσεως των κανονικών Του δικαίων, χωρίς πάντως και να εκχωρηθούν ποτέ κανονικώς στη νεοϊδρυθείσα Εκκλησία, όπως συνέβη λ.χ. στην περίπτωση της Εκκλησίας της Αλβανίας.

Σήμερα, 165 χρόνια αργότερα, η Εκκλησία της Ελλάδος είναι σταθερά προσηλωμένη στην κανονική και δογματική ενότητα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ωστόσο, τα λάθη του παρελθόντος και οι διαρκείς πολιτειακές παρεμβάσεις μέσα σε αυτήν την ιστορική Της διαδρομή, δεν άφησαν τα περιθώρια για να αποκατασταθεί η κανονική τάξη των Πατριαρχικών Σταυροπηγίων. Αντιθέτως, η Εκκλησία της Ελλάδος αρνείται σταθερά να αποδεχθεί την ίδρυσή τους εντός της εδαφικής Της επικράτειας, παρότι η επιστήμη είναι λίαν επιφυλακτική στο να Της αναγνωρίσει μία τέτοια δικαιοδοσία.

Τούτο δε, λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι η Εκκλησία της Ελλάδος εγκολπώνει και ιερές μητροπόλεις, οι οποίες, κατά την κανονική τάξη, εξακολουθούν να υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και έχουν παραχωρηθεί επιτροπικώς, κατά τη διοίκησή τους, στην Εκκλησία της Ελλάδος. Σε αυτές τις επαρχίες εξακολουθούν να αναγνωρίζονται οι Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές, επί των οποίων το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως διατηρεί απαραμείωτα τα κανονικά του δικαιώματα.

Οι συνέπειες της ανακηρύξεως μίας ιεράς μονής ως Πατριαρχικού Σταυροπηγίου, και μάλιστα αδιακρίτως, είτε ιδρύθηκε εξαρχής υπό αυτό το καθεστώς είτε έλαβε τη σταυροπηγιακή αξία μετά την ίδρυσή της, είναι λίαν σημαντικές από απόψεως κανονικού, αλλά και εκκλησιαστικού, δικαίου. Τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια συνιστούν μία νοητή προέκταση της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως. Ως εκ τούτου, εξαιρούνται πλήρως από την εξουσία του κατά τόπον Αρχιερέως και υπάγονται αποκλειστικώς στον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος και είναι ο «επιχώριος» Αρχιερέας ως προς αυτές.

Τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια συνιστούν μία νοητή προέκταση της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναγνωστεί και ο Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος υπ’ αριθ. 229/2011 «Περί προστασίας των διαλελυμένων και ερημωθεισών Ιερών Μονών και των Εκκλησιαστικών Μνημείων».. Στις ρυθμίσεις του περί της προστασίας των διαλελυμένων και ερημωθεισών ιερών μονών και της τύχης της περιουσίας τους, ουδόλως έχει ληφθεί υπόψη και το όλως ιδιαίτερο εκκλησιαστικό καθεστώς πολλών εξ αυτών, οι οποίες μέχρι τον χρόνο της διαλύσεώς τους αποτελούσαν Πατριαρχικά Σταυροπήγια και ουδέποτε, άλλωστε, έπαυσαν να είναι κανονικώς. Παρά ταύτα, προβλέπεται η περιέλευσή τους υπό τη διοίκηση του Μητροπολίτη του τόπου όπου κείται καθεμία από αυτές ως «περιουσία» της οικείας Ι. Μητροπόλεως.

Η δε διάταξη του άρθρου 25 του πρόσφατου Ν. 4301/2014 προβλέπει ήδη την έκδοση διαπιστωτικών πράξεων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για την απόδειξη συστάσεως παλαιών ενοριών και ιερών μονών, για τις οποίες, λόγω του ότι είχαν ιδρυθεί πολύ πριν από τη θέσπιση του Ν. 590/1977, δεν είχαν εκδοθεί τα προβλεπόμενα από τον νόμο αυτόν προεδρικά διατάγματα ιδρύσεως των οικείων νομικών προσώπων. Η διάταξη αυτή αποτέλεσε την αφορμή, προκειμένου να αναγνωριστούν για πρώτη φορά, και επισήμως, με τις «διαπιστωτικές» αυτές πράξεις, ως ιερές μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά προσδιορισμού και της Ι. Μητροπόλεως στην οποία «υπάγονται», παλαίφατα Σταυροπήγια του Οικουμενικού Θρόνου, τα οποία είχαν ατύπως μέχρι τώρα υπαχθεί στην εποπτεία των κατά τόπους Μητροπολιτών, χωρίς να τους έχουν εκχωρηθεί, ρητώς και κανονικώς, από το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο.