Toυ Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Επί τη συμπληρώσει 80 ετών από την ίδρυση της Αποστολικής Διακονίας, ενός ιδιαίτερα δημιουργικού οργανισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο επίσκοπος Φαναρίου Αγαθάγγελος, βαθύς γνώστης της Ιστορίας ο ίδιος, ανέλαβε την πρωτοβουλία να φέρει στην Ελλάδα από τη Βενετία λείψανα της Αγίας Ελένης και σταυρό με Τίμιο Ξύλο. Σημειωτέον ότι ο εορτασμός για τα 80 χρόνια της Αποστολικής Διακονίας φέρει τον γενικό τίτλο «Αναδεικνύουμε την πνευματική ταυτότητα της Ευρώπης». Ήδη ο αρχαιοελληνικός μύθος περί αρπαγής της Ευρώπης από τον Δία, τον πατέρα θεών και ανθρώπων, μας προδιαθέτει ευνοϊκά για την Ευρώπη. Αλληγορικά ερμηνευόμενος, σημαίνει ότι η Ευρώπη είχε ευρείαν όψιν των πραγμάτων, δηλαδή πνευματική θέαση με τα μέτρα της εποχής και για αυτό τον λόγο την ερωτεύθηκε ο Ζευς.

Η Αγία Ελένη συνδέεται με τον Μέγα Κωνσταντίνο με ένα γεγονός που άλλαξε τον ρου της Ιστορίας: την προσχώρηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου στη χριστιανική θρησκεία κατά τον τέταρτο αιώνα. Είναι η εποχή κατά την οποία έχει ξεπεραστεί η αρχική αντιπαλότητα μεταξύ Χριστιανισμού και παλαιάς θρησκείας, που διήρκεσε τρεις αιώνες περίπου. Τώρα επικρατεί κλίμα μετριοπάθειας και ενδιαφέρον για την αρχαιότητα. Στο νέο κράτος, η Εκκλησία και το κράτος συνεργάζονται και οι λαοί αποκτούν ένα κοινό στοιχείο, την κοινή πίστη. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία διακρίνεται στο ανατολικό και δυτικό τμήμα αυτής. Το ανατολικό κράτος, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, το μετέπειτα αποκληθέν βυζαντινό κράτος, χαρακτηρίζεται από τέσσερα στοιχεία. Πρώτον, τη ρωμαϊκή προέλευση της κρατικής οργανώσεως, δεύτερον τη διαμόρφωση της οικονομίας, τρίτον το ελληνικό πολιτιστικό υπόβαθρο και τέταρτον τη χριστιανική θρησκεία. Κατά τον αιώνα αυτόν διαμορφώνεται το πολιτικό ιδεώδες των Βυζαντινών, σύμφωνα με το οποίο ο ανώτατος άρχων οφείλει να είναι μιμητής και εικόνα του Θεού, κοσμούμενος διά των υψίστων ηθικών αρετών. Ο αυτοκράτορας πρέπει να κινείται στα πλαίσια που ορίζει το φυσικό δίκαιο και η ηθική, η χριστιανική διδασκαλία και η πνευματική κληρονομιά της αρχαιότητας, με κυρίαρχες αρχές τη δικαιοσύνη και τη φιλανθρωπία. Η τελευταία επιβάλλει την υπέρβαση διακρίσεων κοινωνικού ή εθνικού τύπου.

Ως αποτέλεσμα αυτών των αρχών αναπτύσσεται πνεύμα συνεργασίας και έλλειψη φανατισμού μεταξύ εθνικών και χριστιανών (Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Α’ 324-610, Αθήναι 1984, σ.σ. 102-138). Αντίθετα, κατά τον τέταρτο αιώνα μ.Χ., η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καταρρέει και μεταλλάσσεται από τις βαρβαρικές εισβολές μη λατινογενών λαών, όπως οι Ούννοι και διάφορα γερμανικά φύλα.

Η περίοδος από τα μέσα της πρώτης χιλιετίας μ.Χ. μέχρι τον δέκατο πέμπτο αιώνα καλείται Σκοτεινοί Χρόνοι. Η Ευρώπη ήταν ενιαία πνευματικά και είναι χαρακτηριστικό ότι ο μοναχισμός, σύμφωνα με το πρότυπο του Αγίου Παχωμίου, ήταν ο ίδιος από την Αρμενία μέχρι την Ιρλανδία. Η συμμαχία Καρλομάγνου και Πάπα, αργότερα το 800 μ.Χ., έφερε στο προσκήνιο μια άλλη Ευρώπη. Ο Πάπας Λέων ο Γ’ έστεψε τον Καρλομάγνο αυτοκράτορα του ενοποιηθέντος δυτικού τμήματος και ως αντάλλαγμα δέχθηκε το ανύπαρκτο πρωτείο παγκόσμιας δικαιοδοσίας του Πάπα, το οποίο διέκοψε την έως τότε ενιαία πνευματική παράδοση της Ευρώπης.

Η σημερινή Ευρώπη παραπαίει λόγω της εμμονής της σε προτεσταντικές αντιλήψεις, οι οποίες καλύπτουν ηγεμονικές τάσεις, ενώ οι παλαιές καθολικές χώρες βρίσκονται σε δυσχερέστερη θέση και ο Πάπας ουδόλως εγκαταλείπει το παγκόσμιας δικαιοδοσίας ανύπαρκτο πρωτείο του, το οποίο ανήκει μόνο στον Σωτήρα Χριστό. Μάλιστα, από καθολικούς κύκλους εγκαλείται ο νυν Πάπας για προσχώρηση σε προτεσταντικές αντιλήψεις. Η άλλοτε πνευματικά ενιαία ελληνορωμαϊκή Ευρώπη του τετάρτου αιώνα αποτελεί πλέον μακρινή ανάμνηση και ασφαλώς σημείο αναφοράς για την πολυπόθητη χριστιανική ενότητα και αναγέννηση της Ευρώπης.