Της Σοφίας Χρήστου

 

Ήταν το 2000, όταν μια μοτοσικλέτα χαμηλού κυβισμού διασχίζει τη διαδρομή από το χωριό Κουνάβοι του Ηρακλείου Κρήτης στα Πεζά. Ένα αυτοκίνητο όμως βγαίνει από το πρατήριο καυσίμων της περιοχής και τη χτυπά με σφοδρότητα! Ο αναβάτης της μηχανής, ένα νέο παιδί, ο Μιχάλης, περίπου 18 ετών τότε, που μόλις είχε τελειώσει την Γ’ λυκείου και είναι έτοιμος να καταταχθεί στον στρατό, παρασύρεται αρκετά μέτρα μακριά. Ο οδηγός του Ι.Χ. αλλά και επερχόμενοι οδηγοί, που βλέπουν τον νεαρό μοτοσικλετιστή να κείτεται στο έδαφος ακίνητος και σε κρίσιμη κατάσταση, καλούν αμέσως ασθενοφόρο και μεταφέρεται στο ΠΕΠΑΓΝΗ.

Αμέσως ειδοποιείται η οικογένεια του Μιχάλη, που σπεύδει σε κατάσταση σοκ στο νοσοκομείο. Οι γιατροί τούς ενημερώνουν ότι η κατάστασή του είναι πολύ σοβαρή, δεν είχε τις αισθήσεις του, είχε τραυματιστεί στο κεφάλι, αλλά, δυστυχώς, δεν είχαν διαθέσιμο κρεβάτι για Εντατική. Άμεσα γίνονται όλες οι ενέργειες και μεταφέρεται στο Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου «Βενιζέλειο» και στην Εντατική, όμως οι γιατροί τον θεωρούν «κλινικά νεκρό»!

Συγκινημένος ο Μάρκος Βασιλάκης, έμπορος της κεντρικής λαχαναγοράς Ηρακλείου και θείος του Μιχάλη (πρώτος ξάδερφος της μητέρας του) διηγείται στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»: «Για 28-29 μέρες που ο Μιχάλης νοσηλευόταν στο Βενιζέλειο, οι γονείς του και όλοι μας (συγγενείς, φίλοι, συμμαθητές, η κοπέλα του – νυν σύζυγός του, και απλός κόσμος που αγωνιούσε) βρισκόμασταν σε τραγική κατάσταση έξω από την Εντατική. Έπειτα από αλλεπάλληλες εξετάσεις που του έκαναν, μέχρι και τραχειοτομή, οι γιατροί δεν μας έδιναν καθόλου ελπίδες για να σωθεί», λέει, προσθέτοντας ότι «όλοι είχαμε απογοητευτεί, μέχρι το πρωί εκείνης της μέρας στο νοσοκομείο που είδα μια ψηλή, ηλικιωμένη κυρία, με γκρίζα μαλλιά και ράσο, να κρατά στα χέρια της ένα μπουκαλάκι με λάδι και να μου ζητά λίγο βαμβάκι. Πράγματι άρχισα να ψάχνω για βαμβάκι, γιατί εκείνη την ώρα δεν κρατούσα στα χέρια μου, ζήτησα από την ξαδέλφη μου, τη μητέρα του παιδιού, και τελικά βρήκα και της το πήγα. Μου λέει… “να σταυρώσετε με το λαδάκι του Αγίου Εφραίμ το παιδί σας” και μου δίνει το βαμβάκι με το λάδι… Αμέσως μετά γυρνάω και το δίνω στη μητέρα του παιδιού που βρισκόταν πίσω μου. Γυρνάω πάλι πίσω για να ευχαριστήσω την κυρία και αυτή ήταν άφαντη! Έτρεξα στη σκάλα, κοίταξα στο ασανσέρ, βγήκα έξω, ρώτησα γιατρούς, νοσηλευτές, τίποτα, δεν την είδε κανείς. Τελικά, στενοχωρημένος όπως ήμουν, αποφασίζω να φύγω από το νοσοκομείο. Για δύο μέρες δεν πήγα καθόλου… Καθόμουν απογοητευμένος σπίτι - αν και βαθιά μέσα μου ήμουν ο μόνος που πίστευα ότι ο Μιχάλης θα ζήσει. Πράγματι σε δύο μέρες χτυπά το τηλέφωνο και προς έκπληξη όλων μαθαίνουμε ότι ο ανιψιός μου είναι καλύτερα, είχε αρχίσει σιγά-σιγά να έχει επαφή με το περιβάλλον, αυτό που ελπίζαμε και προσευχόμασταν δηλαδή, και μάλιστα μόλις δύο μέρες μετά την εμφάνιση της ρασοφόρου! “Ιατρικά δεν εξηγείται”, μας έλεγαν οι γιατροί του. Στην πορεία μεταφέρθηκε δίπλα σε μια παραεντατική, όπως την έλεγαν οι γιατροί.

Όταν διηγήθηκα αυτό που συνέβη στον κουμπάρο ιερέα και πνευματικό μου, μου είπε πως είναι η Παναγιά αυτή που μου φανερώθηκε. Όταν τον ρώτησα “γιατί σε μένα;”, η απάντηση που έλαβα ήταν ότι “μπορεί εσύ να ήσουν ο πιο καθαρός…”».

 

Το ταξίδι στην Αγγλία

Όταν ο Μιχάλης πήρε εξιτήριο, οι γονείς του τον πήγαν σε νοσοκομείο της Αγγλίας μαζί με τις εξετάσεις. «Οι γιατροί εκεί δεν πίστευαν στα μάτια τους και έλεγαν πως δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βρίσκεται στη ζωή το παιδί! Κι όμως, ο ανιψιός μου έπειτα από 15 χρόνια είναι μια χαρά στην υγεία του! Ταλαιπωρήθηκε πολύ βέβαια, μπαινοβγαίνοντας σε κλινικές για φυσικοθεραπείες κ.λπ. Μέχρι και τραχειοτομή του έκαναν», τονίζει ο 52χρονος έμπορος.

 

Το τάμα

Όπως λέει ο κ. Βασιλάκης: «Από τη μέρα που σώθηκε ο ανιψιός μου και μετά το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να “γνωρίσω” τον Άγιο Εφραίμ, που έκανε καλά το παλικάρι μας. Ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγα…».

«Επισκέφτηκα το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη. Στον περίβολο της μονής στη μουριά, στην οποία λέγεται ότι προσευχόταν ο νεοφανής άγιος κατά τα βασανιστήριά του από τους Τούρκους, η ιερότητα του χώρου, η απόλυτη ηρεμία, οι ευωδιές από το λιβάνι ήταν το κάτι άλλο. Είχα τη λαχτάρα να μάθω τα πάντα για εκείνον! Πήγα όχι μόνο μία φορά, αλλά και άλλες, ώσπου συνέβη το εξής αξιοθαύμαστο. Γνώρισα τη γερόντισσα της Μονής, τη Μακαρία. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ άλλοτε να τη γνωρίσω για να της πω την ιστορία μου… Εκείνη τη μέρα κάτι μέσα μου με έκανε να σταματήσω για να τη γνωρίσω. Πριν ξεκινήσω να της πω ποιος είμαι, η γερόντισσα μου λέει “γεια σου, Μάρκο, σε περίμενα εδώ και καιρό, άργησες”. Και μου είπε μόνη της όλη την ιστορία. Τι είχε συμβεί στον ανιψιό μου και πού είχε φτάσει μέχρι σήμερα! Έμεινα αποσβολωμένος να την κοιτώ.

Όταν επέστρεψα στην Κρήτη αποφάσισα να κάνω ένα δώρο στον σωτήρα Άγιο! Μαζί με τη σύζυγό μου και τους δύο γιους μου αποφασίσαμε να φτιάξουμε μια εκκλησία στο όνομά του στη Ρογδιά. Αγοράσαμε ένα οικόπεδο, αρχές του 2004 θεμελιώθηκε η Εκκλησία του Αγίου Εφραίμ και το 2007 την αποπερατώσαμε».

Ο ναός είναι γραφικός, χτισμένος με λευκή πέτρα και στο εσωτερικό του επικρατούν το λευκό και το καφέ του ξύλου, ενώ το μεγάλο προαύλιο είναι «ντυμένο» με άσπρα πετραδάκια.

«Όλες μας οι οικονομίες και τα χρήματα από τη δουλειά έρχονται εδώ, στο εκκλησάκι. Τα έχουμε κάνει όλα μόνοι μας, χωρίς καμία οικονομική βοήθεια. Δεν θέλω από κανέναν και τίποτα! Μέχρι και το κεράκι για να το ανάψεις είναι δωρεάν», τονίζει ο κ. Βασιλάκης.

Σήμερα -όπως λέει ο ιδιοκτήτης του Ιερού Ναού του Αγίου Εφραίμ στη Ρογδιά Ηρακλείου- ο Μιχάλης στα 35 του χρόνια έχει αποκατασταθεί πλήρως, είναι υγιέστατος, οδηγός φορτηγών, πατέρας δύο παιδιών, και συχνά επισκέπτεται για να προσευχηθεί το εκκλησάκι που έχτισε ο θείος του. Είναι ένα αγαπητό και πρόσχαρο παιδί. Όσο για την περιπέτεια της υγείας του, δεν θυμάται τίποτα, «ένα κενό έχει», σύμφωνα με τον θείο του, ενώ  -όπως αναφέρει-  τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του δεν θέλουν να θυμούνται τις άσχημες στιγμές που πέρασαν.

Ο 52χρονος έμπορος καταλήγει ότι στις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε ως λαός πρέπει «να κάνουμε προσευχή, να είμαστε κοντά στον Θεό και στην Εκκλησία κι εμείς και τα παιδιά μας».