Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, ομότιμου καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Σε παλαιότερο άρθρο μου είχα μιλήσει για τον «ιό της αθεΐας» που πλήττει αυτή την εποχή με ιδιαίτερη ένταση και σε πολλά, δυστυχώς, μέτωπα τη βυθισμένη σε έναν απελπιστικό ζόφο Ελλάδα. Όπως κάθε ιός, έτσι και ο «ιός της αθεΐας» συνοδεύεται από πολλές παρενέργειες. Οι παρενέργειες αυτές για μας τους Έλληνες δεν εκδηλώνονται μόνο σε κοινωνικό, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, αφού η Ορθοδοξία ως παραδοσιακό θρησκευτικό μας φρόνημα αποτελεί στοιχείο της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας.

Τις παρενέργειες του «ιού της αθεΐας» σε κοινωνικό επίπεδο μπορούμε να τις επιβεβαιώσουμε, εάν πλησιάσουμε με κριτική διάθεση ένα πρόβλημα που μας αγκυλώνει όλους σήμερα.

Είναι κοινή η διαπίστωση ότι η ελληνική κοινωνία βιώνει μια βαθιά κρίση αξιών. Κάτι ανάλογο συμβαίνει, βέβαια, ευρύτερα και στις άλλες κοινωνίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Βλέπουμε όλοι με συνοφρύωση τη σαπίλα και τη διαφθορά που επικρατούν μέσα στην κοινωνία μας. Τις βλέπουμε να απλώνονται καθημερινά σαν γάγγραινα και, ανήμποροι να αντιδράσουμε, παρατηρούμε απλώς το αποκαρδιωτικό αυτό φαινόμενο της σήψης σε όλους τους θεσμούς της κοινωνίας μας.

Βλέπουμε ακόμα -και αυτό μας πονάει περισσότερο- τα παιδιά μας να μη μας σέβονται πια, όπως τουλάχιστον σεβόμασταν εμείς τους γονείς μας. Τα βλέπουμε να πυρπολούν τις αξίες και τα ιδανικά με τα οποία μεγαλώσαμε εμείς.

Και αναρωτιόμαστε: Μα, γιατί έγιναν έτσι αυτά τα παιδιά, αφού τους τα δώσαμε όλα με αφθονία; Τα σπουδάσαμε, τα μάθαμε ξένες γλώσσες, τα βάλαμε σε μια τροχιά να ζήσουν καλύτερα από μας. Δεν είναι παράλογο να συμπεριφέρονται έτσι; Τόση πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας και να παρουσιάζει ο σημερινός κόσμος αυτά τα ηθικά χάλια; Θλίψη και απογοήτευση ! Όπου και να κοιτάξουμε στη σημερινή κοινωνία, η θέα της είναι και μια μαχαιριά στην καρδιά μας.

Ναι, είναι αλήθεια πως τα δώσαμε όλα στα παιδιά μας, για να τα κάνουμε καλύτερα από μας. Τους τα δώσαμε όλα, εκτός από ένα: Τη «σκυτάλη», όπως ακριβώς την παραλάβαμε από τα χέρια των γονέων μας. Και ξέρουμε όλοι τι είχε επάνω της αυτή η «σκυτάλη» που παραλάβαμε. Είχε ανάγλυφα χαραγμένη επάνω της την πίστη στον Θεό, από την οποία πηγάζει ο σεβασμός σε πολλές άλλες αξίες της ζωής.

Τα σπίτια και οι καρδιές των ανθρώπων εκείνης της παλιάς καλής εποχής στην οποία μεγαλώσαμε είχαν Θεό μέσα τους, γι’ αυτό και οι οικογένειες ήσαν πιο σφιχτά δεμένες και οι σχέσεις των ανθρώπων πιο ζεστές. Οι άνθρωποι εκείνοι, παρά την αγραμματοσύνη και τη φτώχεια τους, μας ανατρέφανε πιο σωστά από ό,τι ανατρέφουμε εμείς σήμερα τα παιδιά μας, διότι μας μπολιάζανε με ιδανικά και αξίες πάνω στον κορμό της πίστης στον Θεό.

Αφού, λοιπόν, δεν δώσαμε στα παιδιά μας τη «σκυτάλη», όπως ακριβώς την παραλάβαμε, πώς να γίνει σωστά το «αγώνισμα της σκυταλοδρομίας», ώστε τα παιδιά μας να τρέξουν στον ίδιο με εμάς διάδρομο αξιών, για να δώσουν πάρα πέρα τη «σκυτάλη» σωστά στους απογόνους τους;

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε προσεκτικά τον «εκτροχιασμό» μας από τις «ράγες» στις οποίες μας είχαν βάλει οι γονείς μας, θα επισημάνουμε τις εξής σπουδαίες λεπτομέρειες:

Το κακό ξεκινάει από τη στιγμή που καταφέραμε να μάθουμε λίγα γράμματα, ώστε να ξεφύγουμε από την αγραμματοσύνη των γονέων μας και την ταλαίπωρη μοίρα τους. Με τα γράμματα αρχίσανε σιγά-σιγά να ανοίγουν τα μάτια του μυαλού μας. Ήλθαμε σε επαφή με πολλούς ανθρώπους, συζητήσαμε μαζί τους, ανταλλάξαμε σκέψεις και κάπου κόλλησε το μυαλό μας σε μια καινούργια θωριά του κόσμου. Δεν έχει σημασία ποιος μας υπέβαλε τη θωριά αυτή. Το άσχημο είναι ότι η καινούργια κοσμοαντίληψή μας, για να μπορέσει να λειτουργήσει, έπρεπε να κλείσει προηγουμένως πολλές «πόρτες» μέσα στην καρδιά μας. Και αυτό κάναμε.

Αρχίσαμε να κλείνουμε μέσα μας διάφορες «πόρτες» που είχαν μείνει ανοιχτές από τότε που φεύγαμε από το σπίτι μας. Τον πιο δυνατό «πάταγο» από όλες τις «πόρτες» τον έκανε η «πόρτα» του Θεού, που την κλείσαμε στην καρδιά μας βγάζοντας από πάνω μας τον Σταυρό, τον οποίο μας είχαν φορέσει τα ευλογημένα χέρια των γονέων μας. Την «πόρτα» του Σταυρού την κλείσαμε ως κάτι το ασύμβατο πια με τη μόρφωσή μας, λες και ο Σταυρός μάς εμπόδισε να μορφωθούμε και να γίνουμε αυτό που είμαστε μέχρι σήμερα.

Στη συνέχεια, για να δώσουμε τεκμήρια της αληθινής αποστασίας μας από τον Θεό, αρχίσαμε να πολεμάμε αυτό που πιστεύαμε πρωτύτερα ή να χλευάζουμε, σαν τις πονηρές αλεπούδες του γνωστού μύθου του Αισώπου, ως οπισθοδρομικούς εκείνους που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στον Θεό και δεν θέλησαν να «κόψουν» και αυτοί την «ουρά» τους για να γίνουν όμοιοι με εμάς.

Δεν μείναμε ασφαλώς εκεί. Έπρεπε να πάρουμε αποφάσεις και για τα παιδιά μας. Αφού, λοιπόν, μας δρακούλεψαν άλλοι στην αθεΐα, για να κινούμαστε στην ίδια συχνότητα σκότους με τα παιδιά μας, τα δρακουλέψαμε κι αυτά ή τα αφήσαμε να διολισθήσουν στον ίδιο βρυκόλακα. Έτσι κάναμε και εμείς το χρέος μας απέναντι στα παιδιά μας. Ρίξαμε μέσα στις καρδιές τους τον δικό μας τον «σπόρο», όχι όμως όπως τον παραλάβαμε από τους γονείς μας, αλλά «γενετικά μεταλλαγμένο», αφού δεν είχε Θεό μέσα του ο σχετικός «σπόρος».

Και τι «φύτρα» περιμέναμε να μας βγάλει ετούτος ο «σπόρος»; Ή, για να το πω με τα λόγια του μακαριστού Μητροπολίτη Πρεβέζης Μελετίου, «τι άλλο μπορούσαμε να περιμένουμε από αυτά τα παιδιά, όταν τα διδάσκουμε ότι ο άνθρωπος έρχεται από το τίποτε και πηγαίνει στο πουθενά;».

Δεν επαληθεύεται στην περίπτωση αυτή η γνωστή παροιμία που προσδιορίζει τη συγκομιδή του θερισμού με βάση το είδος και την ποιότητα της σποράς; Δεν λέει με τη σοφία του ο λαός μας πως θερίζουμε ό,τι σπέρνουμε;

Βλέπουμε, λοιπόν, καθαρά ότι η μετάβαση από την κοινωνία των πατεράδων μας στην κοινωνία τη δική μας και των παιδιών μας γίνεται μέσα από μια σχέση αντίστροφης αναλογίας ανάμεσα στη γνώση και στην πίστη στον Θεό. Όσο μεγαλώνει, δηλ., η γνώση, τόσο μικραίνει η πίστη στον Θεό. Όχι, διότι με τη γνώση ανακάλυψε ο άνθρωπος την πλάνη του για τον Θεό, αφού η γνώση δεν έχει πρόσβαση στον χώρο της μεταφυσικής, αλλά διότι με τη γνώση έγινε πιο αλαζόνας ο σύγχρονος άνθρωπος και πίστεψε ότι έχει την αυτάρκεια που του χρειάζεται, για να κόψει τον «ομφάλιο λώρο» που τον συνέδεε με τον Θεό.

Βλέπουμε καθαρά ότι η μετάβαση από την κοινωνία των πατεράδων μας στην κοινωνία τη δική μας και των παιδιών μας γίνεται μέσα από μια σχέση αντίστροφης αναλογίας ανάμεσα στη γνώση και στην πίστη στον Θεό

Την ίδια, όμως, σχέση αντίστροφης αναλογίας παρατηρούμε και ανάμεσα στη γνώση και στην ηθική ποιότητα του σημερινού κόσμου, αφού, όσο μεγαλώνει η γνώση, τόσο πιο σκληρός και απάνθρωπος γίνεται ο κόσμος, για να επαληθευθεί, έτσι, η προφητεία του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος έλεγε ότι «το κακό θα έλθει από τους γραμματιζούμενους, που δεν έχουν πίστη στον Θεό».

Δεν βιώνουμε σήμερα την επαλήθευση της προφητείας του Κοσμά του Αιτωλού, καθώς βλέπουμε να ισοπεδώνονται τα πάντα γύρω μας από την «μπουλντόζα» της αθεΐας, που τη χειρίζονται μορφωμένοι άνθρωποι;

Κουβαλάμε, λοιπόν, σήμερα μέσα μας μια γνώση αλλοτριωμένη από την αληθινή της φύση και αποστολή, μια γνώση θεοκτονική, που μετασχηματίζεται τελικά σε έναν αφασικό αμοραλισμό, ο οποίος σπρώχνει διαρκώς την κοινωνία μας στον κατήφορο ενός αλλόκοτου κόσμου, που φαίνεται ανήμπορος να αντιδράσει, μολονότι βλέπει καθημερινά ότι βουλιάζει όλο και πιο βαθιά στο τέλμα.

Ανάλογες είναι οι παρενέργειες του «ιού της αθεΐας και σε εθνικό επίπεδο. Η Εκκλησία δεν απουσιάζει μόνον από την ατομική μας ζωή, αλλά και από τον εθνικό μας βίο. Αυτό που βλέπουμε στις διάφορες εθνικές επετείους είναι ένα τυπικό τελετουργικό που εκλαμβάνεται από τους εκάστοτε «άρχοντες» ως βαρετή αγγαρεία, αφού κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη τους στον Θεό, επιλέγοντας την πολιτική τους όρκιση. Έχει καμιά σχέση αυτό που ζούμε σήμερα με εκείνο που βίωναν οι αρχαίοι Έλληνες βασιλιάδες ή στρατηγοί, οι οποίοι πριν από οποιαδήποτε εθνική τους πράξη πρόσφεραν θυσίες στους θεούς; Δείχνει η σημερινή εικόνα ότι η Εκκλησία είναι κέντρο της εθνικής μας ζωής, όπως γινόταν τη βυζαντινή περίοδο, αλλά και στα χρόνια της Εθνεγερσίας, όταν αυτοκράτορες και οπλαρχηγοί με δέος γονάτιζαν μπροστά στις εικόνες, για να ζητήσουν την ευλογία του Θεού;

Όσο είναι ακόμα καιρός, εάν δεν θέλουμε να μετράμε τις «πληγές» του «εκτροχιασμού», πρέπει να βάλουμε ξανά τον «συρμό» στις «ράγες» του. Πρέπει να «ξαναχτίσουμε» με τα ίδια μας τα χέρια αυτό που εμείς «γκρεμίσαμε». Αλλιώς οι «καταπατητές» του «οικοπέδου», που το καμαρώνουμε 5.000 τώρα χρόνια, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, θα «χτίσουν» επάνω σε αυτό το δικό τους «οικοδόμημα», που θα «αγκυλώνει» τη θωριά μας, όπως συμβαίνει και με την Αγια-Σοφιά, καθώς τη βλέπουμε να προβάλλει ως μουσουλμανικό τέμενος. Όπως και να έχει, όμως, το πράγμα, η κατάντια ενός ξεπεσμού δεν μπορεί να αποτρέψει την κρίση της Ιστορίας, που είναι πάντα αμείλικτη για τους κάθε λογής «Εφιάλτες».