Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Η έξαρση της θρησκευτικής βίας ανά τον κόσμο ενίσχυσε τις κοινές επαφές των προκαθημένων των μεγάλων θρησκειών και των μεγαλυτέρων δογμάτων και πολλαπλασίασε τις δηλώσεις τους υπέρ της αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής και θρησκεύματος.

Οι εκκλήσεις αυτές αφορούν κυρίως στις χώρες της Μέσης Ανατολής, στις οποίες η κατάρρευση αυταρχικών, αλλά -εν πάση περιπτώσει- κοσμικών καθεστώτων ενίσχυσε ριζοσπαστικές ισλαμικές κινήσεις, ενισχυμένες παντοιοτρόπως έξωθεν από ισλαμικά, αλλά και μη ισλαμικά κράτη. Η επιλεκτική συνεργασία δυτικών χωρών με ισλαμικά καθεστώτα, επί τη βάσει οικονομικών κυρίως συμφερόντων, υπονόμευσε την αξιοπιστία καταδίκης της ισλαμικής τρομοκρατίας, η οποία δρα επιπλέον σε δυτικές κοινωνίες με μετανάστες ισλαμικού θρησκεύματος. Πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι τα οικονομικά συμφέροντα μεταξύ των ισλαμικών και των μη ισλαμικών κρατών είναι ιδιαίτερα ισχυρά και αλληλεξαρτώμενα. Τούτο ίσως να προσανατολίζει τις πολιτικές ηγεσίες προς μια μορφή προσαρμογής των θρησκειών προς τις εγκόσμιες προτεσταντικές αξίες της σύγχρονης οικονομίας των αγορών.

Η προσπάθεια αρμονικής συνύπαρξης πληθυσμών με διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο συντελείται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης εκκοσμίκευσης, που θίγει τις θρησκευτικές ευαισθησίες τόσο των Χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων ή και άλλων πιστών. Στο αποχριστιανισμένο κοινωνικό περιβάλλον των δυτικών κοινωνιών οι αντιδράσεις αφορούν περισσότερο στις θρησκευτικές ευαισθησίες των μεταναστών, ενώ σε παραδοσιακές καθολικές ή Ορθόδοξες χώρες οι Χριστιανοί αντιδρούν στην όλο και μεγαλύτερη απομάκρυνση της Πολιτείας από τις παραδοσιακές χριστιανικές αρχές.

Το θρησκευτικό βίωμα πρέπει ασφαλώς να μην περιέχει το στοιχείο της βίας και να υπάρχει σεβασμός στην προσωπικότητα του ετερόδοξου ή αλλόθρησκου ή άθεου πολίτη. Είναι, όμως, δικαίωμα των άθεων να μη δέχονται τη χριστιανική ηθική και των Χριστιανών να μην αποδέχονται το δόγμα μιας άλλης θρησκείας.

Η ισορροπία μεταξύ αυτών των εννοιών δεν είναι ευχερής και πρέπει να προσαρμόζεται στα πραγματικά δεδομένα εκάστης χώρας. Γενικότερα, όμως, η θρησκευτική βία και ο φανατισμός δεν πρέπει να οδηγούν στο αντίθετο άκρο, δηλαδή στην υποβάθμιση του θρησκευτικού αισθήματος σε μια συναισθηματική, ψυχολογική η πολιτιστική έκφραση και τον ρόλο της Εκκλησίας σε μια οργάνωση που αποβλέπει μόνο στην ανακούφιση των υλικών αναγκών των ανθρώπων. Τούτο διαφάνηκε από τα προγράμματα των νέων βιβλίων των Θρησκευτικών, για τα οποία αντέδρασε η Εκκλησία. Το ορθόδοξο θρησκευτικό βίωμα δεν επιβάλλεται μεν, αλλά πρέπει να διδάσκεται κατά τρόπο που να αποδίδει το βάθος των εννοιών. Το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και όσον αφορά στη διδασκαλία των άλλων θρησκευτικών βιωμάτων, ώστε να αποφευχθεί μια αυθαίρετη μορφή θρησκευτικού συγκρητισμού, αλλά και να ερμηνευθεί η αλληλεπίδραση μεταξύ τους επιστημολογικά και όχι υπό το πρίσμα μιας ιδεολογικής κοινής πλατφόρμας.

Ο μαθητής είναι ελεύθερος να επιλέξει στη ζωή του εάν θα εφαρμόσει αυτά που διδάχθηκε, αλλά πρέπει προηγουμένως να διδαχθεί την ουσία της Ορθόδοξης παράδοσης. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε μεγαλύτερες τάξεις θα πρέπει να διδαχθεί τις αλλόδοξες ή αλλόθρησκες παραδόσεις. Δεν πρέπει, όμως, να αποδεχθούμε μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του Ορθόδοξου θρησκευτικού βιώματος, αλλά και των άλλων βιωμάτων, υπό τον παραμορφωτικό φακό δήθεν νεωτερικών απόψεων, οι οποίες περιορίζουν το θρησκευτικό βίωμα σε μια έκφραση ικανοποίησης συναισθηματικών, ψυχολογικών ή πολιτιστικών αναγκών.

Οι μέχρι τούδε επίδοξοι μεταρρυθμιστές απέρριπταν το θρησκευτικό βίωμα ως προς την υπαρξιακή του διάσταση, αφού όφειλε να περιοριστεί στην «προκρούστειο κλίνη» των εγκόσμιων αξιών. Κατά πάγια αρχή, η Πολιτεία νομοθετούσα πρέπει να ισορροπεί ανάμεσα στη θρησκευτική ελευθερία και την προστασία της πίστεως της πλειοψηφίας.