Του Μ. Γ. Βαρβούνη, καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

 

Στο πρόγραμμα ακολουθιών που εξέδωσε για το φετινό Πάσχα κάποια ενορία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, δίπλα στην αναγραφή της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου μετ’ εσπερινού, το πρωί του μεγάλου Σαββάτου, αναγράφεται χαρακτηριστικά και εντός παρενθέσεως: «αναπαράστασις του σεισμού».

Επ’ αυτών δύο παρατηρήσεις έχουμε εδώ να κάμουμε. Η πρώτη αφορά τη χρήση της γλώσσας, αυτής της ημιλόγιας «εκκλησιαστικής καθαρεύουσας», την οποία ενίοτε οι κληρικοί μας επιμένουν να χρησιμοποιούν σε κηρύγματα, και κυρίως σε ανακοινώσεις και γραπτά κείμενα. Πρόκειται για μια γλώσσα που συχνά δεν γνωρίζουν και δεν μπορούν να χειριστούν, την οποία ωστόσο επιμένουν να χρησιμοποιούν με σολοικισμούς και λάθη, ακριβώς επειδή την εκλαμβάνουν ως συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως. Καθόλου δεν εννοώ με αυτό ότι τα κείμενα της Εκκλησίας μας, λειτουργικά, αγιογραφικά και υμνολογικά πρέπει να μεταγλωττιστούν. Πρέπει κατ’ εμέ κριτή, να παραμείνουν ως έχουν, παραλλήλως δε και εκτός των στενών ορίων της θείας λατρείας οι κληρικοί μας πρέπει να απευθύνονται στους πιστούς στη γλώσσα που οι ίδιοι αλλά και οι ακροατές τους γνωρίζουν και κατανοούν.

Θυμάμαι τον αγαθό ιερέα που μας έκανε κατηχητικό στο Δημοτικό Σχολείο και ο οποίος σε ανάλογες παρατηρήσεις, εν τη αφελότητι της καρδίας του, μας απαντούσε ότι «αυτήν τη γλώσσα καταλαβαίνει ο Θεός». Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι τη γλώσσα αυτή δεν την καταλαβαίνουν οι πιστοί, κυρίως όμως δεν ξέρουν να τη χειριστούν πολλοί από τους ιερείς που προσπαθούν να εκφραστούν σε αυτήν, με αποτέλεσμα τα «μαργαριτάρια» που ακούγονται και γράφονται να αποτελούν υλικό για τη δημιουργία μιας νέας σειράς ευτράπελων διηγήσεων, του είδους που παλαιότερα είχε μελετήσει ο Δ. Σ. Λουκάτος, χαρακτηρίζοντάς τις ως «γλωσσικές ευτράπελες διηγήσεις».

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με την αναγραφή της επεξήγησης αυτής δίπλα στο πρόγραμμα. Πράγματι, η πρόκληση διακριτικών θορύβων εντός του ναού στο «Ανάστα ο Θεός» αποτελεί λαϊκή λατρευτική παράδοση ορισμένων τόπων, την οποία στο πλαίσιο της οικονομίας ανέχεται η Εκκλησία. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι την ακραία πρόκληση εκκωφαντικών θορύβων επί ένα τέταρτο εντός του ναού, με χτυπήματα σε βαρέλια άδεια, που διακόπτουν τη ροή της θείας λατρείας και εξαγριώνουν το φρόνημα των πιστών, η απόσταση είναι αβυσσαλέα και αγεφύρωτη.

Δεν χρειάζεται να θυμίσω τη «θριαμβευτική» έξοδο ορισμένων κληρικών από την ωραία πύλη, που έχει γίνει αντικείμενο ειρωνικών σχολιασμών στο διαδίκτυο, ούτε την άκριτη μεταφορά εθίμων από τόπου εις τόπον, για την οποία και άλλοτε έχουμε γράψει. Θα πω μόνο ότι στην επίμαχη αναγραφή αποτυπώνεται πλήρως αυτό που και με άλλη ευκαιρία έχουμε σχολιάσει ως «φολκλοροποίηση» της λατρείας, με στόχο να προσελκύσουμε πιστούς στον ναό για το προσφερόμενο θέαμα.

Τα εορταζόμενα γεγονότα οι Πατέρες της Εκκλησίας όρισαν να «αναπαριστώνται» στα όρια του λειτουργικού χρόνου και της λειτουργικής πράξης και ο λαός μας ενίοτε τα διάνθισε διακριτικά με ορισμένα λαϊκά δρώμενα, κάποτε δεισιδαιμονικής προέλευσης. Όμως άλλο είναι αυτό και άλλο το να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια νεότευκτη παράδοση, ώστε να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον του πλήθους. Για τον πιστό οι ύμνοι και τα αγιογραφικά αναγνώσματα αναπαριστούν λειτουργικά τα εορταζόμενα γεγονότα, με τρόπο που να βοηθά στην ουσιαστική μέθεξη, σε κλίμα ευσέβειας και κατάνυξης. Αυτό και μόνο αρκεί, και η παγιωμένη αυτή σοφή τελετουργική πρακτική δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεων, αλλαγών ή αυθαίρετων προσθηκών.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο χειρισμός του πατροπαράδοτου εθιμικού και τελετουργικού υλικού πρέπει να γίνεται με μια βασική για τον εκκλησιαστικό χώρο αρετή: εκείνη της διακρίσεως, με την οποία μπορούμε εν προσευχή να βιώσουμε τα περιγραφόμενα, χωρίς να εκτραπούμε σε φολκλοριστικού τύπου αναπαραστάσεις.