Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Ένα από τα θέματα που απασχόλησαν το σχετικά πρόσφατο συνέδριο της Ένωσης Αθέων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ήταν και το ζήτημα της συνταγματικά προστατευόμενης έκτασης της ελευθερίας της έκφρασης. Το πρόβλημα ετέθη με αφορμή την περίπτωση δημοσιογράφου που διώχθηκε ποινικά και καταδικάστηκε για κακόβουλη βλασφημία, επειδή αποκάλεσε δημοσίως  τον Άγιο Παΐσιο ως «Άγιο Παστίτσιο».

Στο σχετικό έντυπο της εν λόγω ένωσης πληροφορείται κάποιος ότι «η Ελλάδα παραμένει μία από τις τελευταίες χώρες σε ευρωπαϊκό έδαφος (και σε παγκόσμιο, εξαιρουμένων των ισλαμικών καθεστώτων) που εξακολουθεί να διώκει ποινικά πολίτες για το “αδίκημα” της βλασφημίας (άρθρα ΠΚ 198, 199 και 201)» [εννοούν προφανώς εδώ το άρ. 200, διότι το άρ. 201 αναφέρεται στην περιύβριση νεκρών], ενώ το βασικό αίτημα της Ένωσης Αθέων συνοψίζεται στο συμπέρασμα του συνεδρίου τους: «Ζητούμε: Να καταργηθούν άμεσα οι διατάξεις περί βλασφημίας. Η βλασφημία είναι ένα έγκλημα χωρίς θύμα. Οι θεοί και οι θρησκείες δεν διαθέτουν ευθιξία, ούτε είναι πολίτες του ελληνικού κράτους. Κανείς και τίποτε δεν επιτρέπεται να είναι υπεράνω κριτικής και σάτιρας. Η ποινικοποίηση της βλασφημίας περιορίζει την ελευθερία της έκφρασης και καταπατά τους διεθνείς νόμους περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων»!

Κατά την αντίληψη λοιπόν των αθέων, ελευθερία της έκφρασης, ως συνταγματικά κατοχυρωμένο και μάλιστα ως ανθρώπινο δικαίωμα, σημαίνει ελευθερία στην ασυδοσία, ελευθερία δηλαδή στην καθύβριση του Θεού των άλλων ή στον εξευτελισμό των Αγίων και των σεβασμάτων της πίστης τους. Βάζουμε ως ετικέτα στη «χολή» μας τη «σάτιρα», για να μη μας πιάσει η «τσιμπίδα» του νόμου, και έτσι χλευάζουμε εκ του ασφαλούς ό,τι δεν ευλαβούμαστε!

Οι προαναφερθείσες απόψεις της Ένωσης Αθέων είναι κατ’ αρχάς γεμάτες ανακρίβειες, αφού στο θέμα της ποινικής πρόβλεψης της κακόβουλης βλασφημίας κατατάσσουν την Ελλάδα –προς δημιουργία εντυπώσεων– μεταξύ των ουραγών τριτοκοσμικών χωρών, παραλείποντας ωστόσο σκοπίμως να συμπεριλάβουν στην κατηγορία των χωρών αυτών όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι π.χ. η Γερμανία (βλ. άρ. 166 Γερμ. ΠΚ), η Αυστρία (βλ. άρ. 188 Αυστρ. ΠΚ), η Ιταλία (βλ. άρ. 402 επ. Ιταλ. ΠΚ) κ.ά. που έχουν αντίστοιχες διατάξεις με τις δικές μας! Εκτός δε αυτού, οι συζητούμενες απόψεις είναι πολλαπλά πλημμελείς. Όχι μόνο διότι πετριέχουν πολλές αστοχίες, αλλά και διότι συνιστούν παρερμηνεία των σχετικών διατάξεων που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα «αστοχήματος βολής» μας δίνει λ.χ. η «βολή» των αθέων εναντίον του Θεού. Η «βολή» αυτή «διέρχεται» μεταξύ άλλων μέσα από την έννοια του Έλληνα πολίτη. Αποτελεί όμως δίδαγμα της κοινής πείρας ότι όποιος σημαδεύει κάποιον πρέπει να προσέξει πολύ τη βολή του, διότι αλλιώς υπάρχει κίνδυνος, αντί για εκείνον που είχε ως στόχο, να πλήξει άλλον. Και αυτό ακριβώς συνέβη στην εν λόγω περίπτωση με τη διακήρυξη της Ένωσης Αθέων. Επειδή η «βολή» της ασέβειας των αθέων δεν μπορούσε να πετύχει τον Θεό, που παραμένει πάντοτε στο απυρόβλητο από τέτοιες «βολές», έπληξε τελικά όλους συλλήβδην τους αλλοδαπούς, οι οποίοι, αφού δεν είναι Έλληνες πολίτες, δεν απολαμβάνουν στην Ελλάδα ποινικής προστασίας! Αυτό προκύπτει από τα λεγόμενα της σχετικής διακήρυξης.

Πιο εντυπωσιακό όμως απ’ όλα είναι το «ρεσιτάλ» παρερμηνείας εννοιών, προστατευομένων εννόμων αγαθών και συνταγματικών ή άλλων κανονιστικών διατάξεων που δίνουν οι άθεοι μέσα από τη σχετική διακήρυξη της ένωσής τους. Γνωρίζουν καλώς ότι η διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης στο άρ. 14 παρ. 1 του Συντάγματος δεν είναι ανεπιφύλακτο δικαίωμα. Ο συντακτικός νομοθέτης το προστατεύει υπό τον όρο ότι ο φορέας του δικαιώματος αυτού δεν παραβαίνει τους νόμους κατά την άσκηση της παρεχόμενης σε αυτόν ελευθερίας. Ας παραθέσουμε τη διάταξη του άρ. 14 παρ. 1 Συντ., για να έχουμε όλοι ένα σημείο αναφοράς. Λέει λοιπόν η εν λόγω διάταξη: «Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του Τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους». Και ποιοι είναι εδώ οι νόμοι του κράτους που πρέπει να τηρούνται, διότι αλλιώς δεν προστατεύεται η ελευθερία της έκφρασης; Οι απαγορευτικοί της βλασφημίας των Θείων κανόνες, που εμπεριέχονται στις διατάξεις των άρ. 198, 199  και 200 ΠΚ. Πρέπει συνεπώς να παραμερισθεί πάση θυσία το εμπόδιο αυτό, για να μείνει ανοικτός ο δρόμος προς την ασυδοσία. Μόνον έτσι θα μπορούν οι άθεοι να εξευτελίζουν τον Θεό και τα σεβάσματα των άλλων και να «σπάζουν πλάκα» με τις αντιδράσεις εκείνων που τους υπερασπίζονται («γραφικούς» τους χαρακτηρίζουν) τρέχοντας στη συνέχεια να κρυφτούν στο «καταφύγιο» της σάτιρας, αν προκύψει κίνδυνος τιμωρίας τους.

Δεν πρέπει όμως να λησμονούν οι άθεοι ότι εκτός από τις αντιδράσεις των «γραφικών» ημεδαπών, τώρα που η Ελλάδα κατακλύζεται –με την ομόθυμη συμπαράστασή τους– από αλλόθρησκους λαθρομετανάστες, οφείλουν να υπολογίζουν εφεξής και τις ακραίες αντιδράσεις των σαρικοφόρων υπερασπιστών του «Προφήτη», σε περίπτωση που τολμήσουν να τον ειρωνευθούν ή να τον χλευάσουν. Και τότε θα τρέχουν να βρουν καταφύγια, όχι βέβαια για να γλιτώσουν την ποινική τους τιμωρία, αλλά για να σώσουν τη ζωή τους. Διότι οι πιστοί του «Προφήτη» δεν αστειεύονται. Δεν κρατούν στα χέρια τους άσφαιρα όπλα. Εικόνες, Σταυρούς,  κομποσκοίνια και τέτοια πράγματα. Είναι οπλισμένοι με σύνεργα ολέθρου. Έτοιμοι να μετατρέψουν σε βόμβα ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Για να ασκείται επομένως απεριόριστα η ελευθερία της έκφρασης, πρέπει, κατά την άποψη της Ένωσης Αθέων, να φύγουν από τη μέση τα εμπόδια των άρ. 198 επ. ΠΚ που τιμωρούν την κακόβουλη βασφημία. Και πώς θα γίνει αυτό; Μόνον εάν ο ποινικός νομοθέτης αποφασίσει να καταργήσει τις περί βλασφημίας σχετικές διατάξεις πειθόμενος ότι η ύπαρξή τους στον Ποινικό Κώδικα συνιστά κατάχρηση της ποινικής του εξουσίας. Ο Θεός δεν μπορεί να προστατεύεται με τα μέσα της ποινικής καταστολής, διότι απλούστατα δεν μπορεί να είναι θύμα κάποιου εγκλήματος.

Η αφετηρία του συλλογισμού των αθέων είναι σωστή. Μόνο που είναι κοντόθωρη, αφού δεν βλέπει, εκείνο που κρύβεται πίσω από την τιμωρία της βλασφημίας των Θείων και είναι αυτό που αληθινά προστατεύεται με τις διατάξεις των άρ. 198 επ. ΠΚ. Πράγματι. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από οποιασδήποτε μορφής ανθρώπινη προστασία. Και βέβαια από την προστασία του ποινικού νομοθέτη. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τους Αγίους. Δεν αποκτούν κύρος όταν τους ευλαβούνται οι άνθρωποι και, αντιστρόφως, δεν χάνουν το κύρος τους όταν τους βλασφημούν κάποιοι. Ούτε έχει βέβαια τιμή ο Θεός με τη συμβατική έννοια, για να μπορεί να προσβληθεί από ορισμένους που δεν Τον πιστεύουν. Η έννοια της τιμής είναι απόλυτα συνυφασμένη με την κοινωνική συμβίωση. Ο Θεός, έστω και αν είναι πανταχού παρών, δεν είναι πάντως μέλος καμιάς ανθρώπινης κοινωνίας. Ενοικεί μόνο σε όσους Τον αποδέχονται και Τον λατρεύουν. Επομένως έχει τιμή μόνο με τη λατρευτική έννοια, αφού Του πρέπει κάθε Τιμή και προσκύνηση. Και ακόμη. Ο Θεός δεν είναι έννομο αγαθό, για να προστατεύεται ποινικά από τον νομοθέτη. Είναι η αρχή και το τέλος όλων των αγαθών.

Ύστερα από όλα αυτά τίθεται τώρα το ερώτημα: Εάν έχει έτσι το πράγμα, τότε γιατί τιμωρούνται όλοι εκείνοι που βλασφημούν τον Θεό και τα Θεία; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Διότι προσβάλλουν ένα πολύ σπουδαίο και χειροπιαστό έννομο αγαθό: τη θρησκευτική ειρήνη ! Το θρησκευτικό βίωμα είναι έμφυτο μέσα στον άνθρωπο. Ακόμη και σε αυτούς που «ευνουχίζουν» τη συνείδησή τους, για να μη ασχολείται με τον Θεό. Και οι άθεοι έχουν θρησκευτικό βίωμα, μόνο που το βίωμά τους αυτό έχει αρνητικό περιεχόμενο. Ο νομοθέτης γνωρίζει ότι μέσα σε κάθε κοινωνικό σύνολο συμβιώνουν άνθρωποι με διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Και γνωρίζει επίσης ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις ιστορικά υπήρξαν αιτίες πολέμων μεταξύ των λαών, πολέμων που δεν έπαψαν να υπάρχουν και σήμερα, άσχετα αν διεξάγονται με άλλη μορφή. Για να μη δημιουργούνται συνεπώς επικίνδυνες εστίες συγκρούσεων μέσα στους κόλπους της κοινωνίας από τη χλευαστική συμπεριφορά  ορισμένων κοινωνών απέναντι στους Θεούς και στα σεβάσματα των άλλων, έρχεται ο ποινικός νομοθέτης, ο οποίος θέλοντας να διαφυλάξει τη θρησκευτική και κατ’ επέκταση την κοινωνική ειρήνη αποδοκιμάζει ποινικά την προκλητική αναίδεια που δείχνουν κάποιοι σε ό,τι  ευλαβούνται θρησκευτικά οι άλλοι. Επομένως ιδού ο λόγος της ποινικής τιμωρίας της κακόβουλης βλασφημίας του Θεού και των Θείων, που ορθώς προβλέπεται ως ποινικό αδίκημα και πρέπει να εξακολουθήσει να υφίσταται ως τέτοιο, εάν δεν θέλει ο νομοθέτης να δυναμιτίσει τα θεμέλια της ειρηνικής κοινωνικής συμβίωσης. Αυτά είναι τα ψιλά γράμματα, τα οποία δεν βλέπουν οι τυφλωμένοι από εμπάθεια σε κάθε έννοια θρησκευτικότητας άθεοι.

Και για να γυρίσουμε στην αφορμή που δόθηκε για τη σύνταξη του άρθρου. Καλή  είναι η ενασχόληση ορισμένων δημοσιογράφων ή άλλων καλλιτεχνών με τη «μαγειρική». Χρειάζεται όμως πολλή προσοχή στην παρασκευή των διαφόρων «εδεσμάτων» και ιδίως του «παστίτσιου», διότι κάποια από αυτά περιέχουν συχνά «σαλμονέλα» ή άλλα «δηλητηριώδη μικρόβια» που «σκοτώνουν». Όσο για την Ένωση Αθέων πρέπει να λεχθεί ότι η άκριτη υποστήριξη από αυτήν «μαγείρων» που κατηγορούνται για παρασκευή «αλλοιωμένων φαγητών», μόνο και μόνο επειδή είναι «σπεσιαλίστες» στο «παστίτσιο» που απολαμβάνουν τα μέλη της, δεν είναι δείγμα σωφροσύνης. Ο «μπουφές» του πολιτισμού είναι πλούσιος σε «εδέσματα». Οι δε κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του απαγορεύουν τον χλευασμό όσων προτιμούν άλλες «γεύσεις» από εκείνες που αρέσουν στα μέλη της Ένωσης Αθέων.