Δημήτρη Λ. Παπαδάκη, φιλολόγου, πρώην Λυκειάρχη, προέδρου του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου

 

      

Ο Μελέτιος δεν επέστρεψε στη θέση του μετά τη λήξη της άδειάς του. Έτσι ο επίσκοπος Πέτρας, Διονύσιος, παρέτεινε την απόσπαση του π. Χρύσανθου στη Σπιναλόγκα με το ακόλουθο έγγραφο, υπ’  αριθμ. πρωτ. 550 της 23ης-9-1947:

«Οσιώτατε ιερομόναχε Χρύσανθε Κατσουλογιαννάκη, προσωρινέ εφημέριε του Νοσηλευτηρίου Λεπρών “Ο Άγιος Παντελεήμων”.

Κατόπιν του υπ᾽ αριθμ. 733/552 ε.ε. εγγράφου της Διευθύνσεως του Νοσηλευτηρίου προς την Ι. Επισκοπήν Ιεράς και Σητείας και του υπ᾽ αριθμ. 572/259 ε.ε. τοιούτου αυτής προς υμάς, κοινοποιηθέντος και ημίν, εγκρίνομεν την παραμονήν υμών ως προσωρινού εφημερίου του Ιδρύματος μέχρι της 20ής Νοεμβρίου ε.ε.

                                                 Ένθερμος προς Θεόν ευχέτης.

                                                       Ο επίσκοπος Πέτρας

                                                              Διονύσιος»

 

        Ο διευθυντής του Νοσηλευτηρίου Λεπρών Σπιναλόγκας απέστειλε γεμάτος αγωνία το έγγραφο με αριθμ. πρωτ. 131/ 94 στις 4.3.1949:

 

      «Προς την Ιεράν Επισκοπήν Πέτρας,

Νεάπολιν.

 

Λαμβάνω την τιμήν και εν συνεχεία προηγουμένων αναφορών μας να αναφέρωμεν υμίν ότι ζήτημα επανόδου του πρώην εφημερίου του Ιδρύματος, Μελετίου Βουργούρη, δεν δημιουργείται πλέον, δεδομένου ότι η υπηρεσία ηναγκάσθη να απολύση τούτον οριστικώς αφ᾽ ενός μεν λόγω εγκαταλείψεως θέσεως, αφ᾽ ετέρου δε και κατόπιν καθυστερημένης του αναφοράς, εν η εγνώριζε την απόφασιν της παραμονής του εις Ιερουσαλήμ.

        Κατόπιν τούτου και ίνα μη το Ίδρυμα μείνη άνευ εφημερίου, παρακαλούμεν όπως εν συνεννοήσει μετά της Ιεράς Επισκοπής Ιεροσητείας συγκατατεθήτε εις την ενέργειαν των δεόντων διά τον διορισμόν ως εφημερίου του Νοσηλευτηρίου του νυν υπηρετούντος Χρυσάνθου Κατσουλογιαννάκη, ικανού και καταλλήλου διά την κατάληψιν της θέσεως ταύτης.

        Φοβούμεθα ότι, αν λάβη χώραν αναχώρησις του νυν υπηρετούντος διά την Μονήν του, και κατόπιν διαταγής Υμών δυσκόλως θα εξευρεθή έτερος, όστις να επιθυμή τον διορισμόν του ως εφημερίου εις το Ίδρυμα, οπότε αναποφεύκτως και θα δημιουργηθή μία κατάστασις σοβαρά εις το Ίδρυμα μεταξύ των αποκλήρων της τύχης, όταν στερηθούν αυτών τούτων των θρησκευτικών καθηκόντων των ως ορθοδόξων χριστιανών. Επί τη ευκαιρία ταύτη παρακαλείται η Ιερά Επισκοπή Ιεροσητείας, όπως παράσχη την έγκρισίν της διά τον διορισμόν του εν λόγω εφημερίου κανονίζουσα με Υμάς κάθε ζήτημα σχέσιν έχον με τον διορισμόν, δεδομένου ότι ο μεν εφημέριος υπάγεται εις το κλίμα της ως άνω Επισκοπής, η δε θέσις του εις την περιφέρειαν της Υμετέρας Θεοφιλίας.

        Θεοφιλέστατε, ερχόμεθα ως ικέται και σας ικετεύομεν, όπως εν τη αρμοδιότητί σας κανονίσητε και το εκκρεμές τούτο ζήτημα, διότι δεν θα είναι ευάρεστον το γεγονός να μείνουν ούτε μίαν ημέραν οι απόκληροι ούτοι της τύχης χωρίς εφημέριον, οίτινες ως μόνον μέσον σωματικής και ψυχικής ανακουφίσεώς των έχουσι το θρήσκευμα και τον εκκλησιασμόν.

                                                                     Μετά σεβασμού,

                                                         Εμμανουήλ Γραμματικάκης».

 

   Αμέσως ο επίσκοπος Πέτρας απέστειλε στον επίσκοπο Ιεράς και Σητείας το υπ’ αριθμ. 234/ 8.31949 έγγραφο:

 

      «Προς

      την Ιεράν Επισκοπήν Ιεράς και Σητείας,

      Ιεράπετραν.

 

         Θεοφιλέστατε εν Χριστώ Αδελφέ Κύριε Φιλόθεε,

ενώνοντες την ημετέραν παράκλησιν με την τοιαύτην του κ. διευθυντού του Νοσηλευτηρίου Λεπρών “Ο Άγιος Παντελεήμων”, παρακαλούμεν όπως συναινέσητε διά την παραμονήν και τον διορισμόν του ιερομονάχου Χρυσάνθου Κατσουλογιαννάκη ως τακτικού εφημερίου του ως άνω Ιδρύματος, εφ’ όσον και επιθυμητός εις τους ασθενείς είναι και ο ίδιος συμφωνεί προς τούτο, δεν είναι δε, νομίζομεν, απαραίτητος εις την Μονήν του, εις την οποίαν και ο προκατοχός του, ως πληροφορούμεθα, εδώρησε την βιβλιοθήκην του, αξίας 500.000 δραχμών περίπου. Ελπίζομεν και αναμένομεν.

                                                           Μετ᾽ αδελφικών ασπασμών,

                                                                   Αδελφός εν Χριστώ

                                                             Ο επίσκοπος Πέτρας Διονύσιος».

 

        Ο επίσκοπος Ιεράς και Σητείας ικανοποίησε την παράκληση του επισκόπου Πέτρας, όπως φαίνεται από το ακόλουθο έγγραφό του προς τον π. Χρύσανθο Κατσουλογιαννάκη (αριθ. πρωτ. 235).

 

     «Ιερομόναχον Χρύσανθον Κατσουλογιαννάκην,

                  Εις Σπιναλόγκαν.

Έχοντες υπ᾽ όψιν αίτησιν της Διευθύνσεως του Λεπροκομείου Σπιναλόγκας, έγγραφον έκφρασιν επιθυμίας του Αδελφού Αγίου Πέτρας, εις ου την πνευματικήν δικαιοδοσίαν υπάγεται το ως άνω Νοσηλευτήριον, περί διορισμού σου εν αυτώ ως τακτικού εφημερίου, ως και την ιδικήν σου αίτησιν, δι᾽ ης εκφράζεις την επιθυμίαν όπως εις το εξής και διά βίου παρέχης τας υπηρεσίας σου εις τους δυστυχείς τούτους ασθενείς αδελφούς μας,

        Παρέχομέν σοι την αιτουμένην απόλυσιν εκ των τάξεων του ιερού κλήρου της Ιεράς ημών Επισκοπής και συγκατατιθέμεθα εις τον διορισμόν σου ως τακτικού εφημερίου του Νοσηλευτηρίου των λεπρών Σπιναλόγκας “Άγιος Παντελεήμων”.

                                                    Ο επίσκοπος Ιεράς και Σητείας,

                                                                        Φιλόθεος.»

 

Στο Αρχείο της Ιεράς Μητρόπολης Ιεραπύτνης και Σητείας δεν βρήκα το απαντητικό έγγραφο του επισκόπου Φιλοθέου προς τον επίσκοπο Διονύσιο, με το οποίο ικανοποίησε την παράκλησή του, που του εξέφρασε με το υπ᾽ αριθμ. 234/8.3.1949 έγγραφό του. Δεν βρήκα δε και το έγγραφο του επισκόπου Διονυσίου, με το οποίο ασφαλώς θα εξέφραζε τις ευχαριστίες του στον άγιο αδελφό του, που έδωσε λύση στο δυσεπίλυτο πρόβλημα πλήρωσης της θέσης του εφημερίου στο Λεπροκομείο της Σπιναλόγκας. Ας λεχθεί ότι ο επίσκοπος Διονύσιος σε επιστολή του χωρίς χρονολογία προς τον ιερομόναχο Ιωακείμ Χατζάκη, με την οποία τον κάλεσε να αναλάβει την επιστασία της Μονής Άρβης, γράφει: «... Αρκεί να δώσητε την προς τούτο συγκατάθεσιν υμών και όλαι αι διατυπώσεις θα διεξαχθώσιν ομαλώτατα χάρις εις την φιλαδελφίαν, την αλληλεγγύην και αλληλοβοήθειαν του αγίου αδελφού, ως έχομεν δι᾽ ελπίδος, ο οποίος εχορήγησεν άδειαν εις τον ιερομόναχον Χρύσανθον Κατσουλογιαννάκην, αδελφόν της Ιεράς Μονής Φανερωμένης, να προσληφθή εφημέριος του εν Σπιναλόγκα Θεραπευτηρίου “Ο Άγιος Παντελεήμων”. Δι᾽ ο και αι ευχαριστίαι προς τον άγιον αδελφόν είναι άπειροι και δεν δύναμαι να τας εκφράσω».

 Είχα την τύχη να γνωρίσω τον ιερομόναχο Χρύσανθο τον Δεκαπενταύγουστο του 1967 στη Μονή Τοπλού, όπου, έπειτα από πρόσκληση του αγαπητού και σεβαστού μου ηγουμένου, αρχιμανδρίτη Φιλόθεου Σπανουδάκη, έμεινα μία εβδομάδα. Ήταν βραχύσωμος, μορφή ασκητική, με λευκή γενειάδα. Τα χρόνια βάραιναν τους ώμους του. Το ράσο και ο καλογερικός σκούφος του ήταν ξεθωριασμένα.

Βρισκόμουν ένα πρωί με τον πατέρα Χρύσανθο στην έξω από το καθολικό μικρή αυλή. Τότε εμφανίστηκε ένας μεγάλης ηλικίας. Μόλις είδε τον πατέρα Χρύσανθο αναφώνησε γεμάτος έκπληξη και χαρά: «Πάτερ Χρύσανθε...». Και την ίδια στιγμή δυο αγκαλιές ανοίχθηκαν.

Σε λίγο, στο φτωχικό κελί του πατέρα Χρύσανθου. Εκεί ο ξένος, έπειτα από μια σύντομη συζήτηση για γνωριμία -δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του-, μου μίλησε για την προσφορά του πατέρα Χρύσανθου στους λεπρούς της Σπιναλόγκας.

Δεν κατέγραψα την αφήγησή του τότε. Έτσι παρουσιάζω το περιεχόμενό της όπως το διατήρησα στη μνήμη μου, ύστερα από παρέλευση τόσων ετών. Πάντως πιστεύω ότι η πίστη -η λέξη με την έννοια που απαντά στην Ψυχολογία- της μνήμης μου δεν με έχει προδώσει.

Η αφήγησή του: «Ήμουν λεπρός. Έζησα στη Σπιναλόγκα πολλά χρόνια. Η κατάστασή μας ήταν φρικτή. Η αρρώστια παραμόρφωνε τα πρόσωπά μας, έτρωγε τα άκρα μας. Πολλοί λεπροί ήταν χωρίς φρύδια, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς χείλη, χωρίς δάκτυλα χεριών και ποδιών. Πολλών το σώμα σκεπαζόταν από μια φρικτή κρούστα. Οι πληγές ξερνούσαν πολλές φορές ακαθαρσίες και έτσι κολλούσε το σώμα με τα ρούχα. Και είχαν οι πληγές μια τρομερή βρώμα από πύον! Η ιατρική περίθαλψη ήταν ασήμαντη. Υπήρχε στο νησί ένας γιατρός και ήμασταν οι άρρωστοι περίπου εξακόσιοι! Και δεν έφταναν αυτά. Ζούσαμε οι περισσότεροι σε σπίτια μικρά, υγρά και ανήλια.

Ο φόβος της μόλυνσης έκανε όλους τους υγιείς ανθρώπους να μην τολμούν να μας πλησιάσουν. Ήταν τούτο κάτι ανώτερο από τις δυνάμεις τους. Δεν μπορούσε η ψυχή να νικήσει τη σάρκα.

Ο γιατρός, οι νοσοκόμες, οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι γυναίκες, που έπλυναν τα ρούχα μας, άφηναν το νησί της φρίκης λίγο πριν από  τη δύση του ηλίου και πήγαιναν με βενζινάκατο στην Πλάκα, που ήταν δυτικά και απέναντι της Σπιναλόγκας. Φεύγοντας έκλειναν την πελώρια πύλη του βενετσιάνικου τείχους, που χώριζε την αποβάθρα από το χωριό μας. Και μέναμε οι λεπροί ολομόναχοι. Συντροφιά με τη μοίρα μας! Η απομάκρυνσή τους βέβαια από το νησί ήταν δικαιολογημένη. Έπρεπε να ζήσουν μερικές ώρες μακριά από το «νησί των ζωντανών νεκρών», όπως αποκαλούσαν τη Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι των αθηναϊκών εφημερίδων.

 

(Συνεχίζεται)