Του Μ.Γ. Βαρβούνη, καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

 

Πολλές και συνεχώς αναπτυσσόμενες είναι οι λατρευτικές και προσκυνηματικές σχέσεις μεταξύ των Ελλήνων και των ομοδόξων μας Ρώσων, σε όλα τα επίπεδα. Σχέσεις που καλλιεργούνται τόσο με τη μεταφορά στη Ρωσία ιερών λειψάνων και περιπύστων εικόνων, όσο και με την προσκυνηματική επίσκεψη Ρώσων ορθοδόξων σε μεγάλα προσκυνηματικά κέντρα της χώρας μας, όπως οι μονές της Πάτμου, των Μετεώρων και του Αγίου Όρους, αλλά και ο ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη.

Η πίστη των Ρώσων, αλλά και ο τρόπος της λατρείας τους, τουλάχιστον στο επίπεδο της τελετουργικής συμμετοχής του λαού, διαφέρουν από τα αντίστοιχα στοιχεία της ελληνικής λαϊκής θρησκευτικότητας. Οι Ρώσοι είναι περισσότερο αφοσιωμένοι και απόλυτοι σε πίστεις και εκδηλώσεις. Οφείλεται αυτό τόσο στην αναγέννηση ουσιαστικά της θρησκευτικότητάς τους τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την εμπειρία ενός αθεϊστικού ολοκληρωτικού κράτους, όσο και ευρύτερα στα γνωρίσματα της «ρωσικής ψυχής», που τείνει περισσότερο στον μυστικισμό και στην απόλυτη αφιέρωση στο υπερφυσικό.

Με άλλα λόγια, δύσκολα συναντά κανείς στη Ρωσία τις εκκοσμικευμένες εκδηλώσεις που ολοένα και περισσότερο χαρακτηρίζουν τη σύγχρονή μας ελληνική λαϊκή θρησκευτικότητα. Οι ναοί δεν διαθέτουν καθίσματα, και οι συμμετέχοντες στις ακολουθίες πιστοί δεν διανοούνται να συζητήσουν ή να αστειευθούν την ώρα της λατρείας. Ακόμη, οι γυναίκες μπαίνουν στον ναό με καλυμμένο το κεφάλι τους, χωρίς να το εκλαμβάνουν αυτό ως «σεξιστική διάκριση που υποβιβάζει το φύλο τους», όπως μια ανάλογη συνήθεια θα αντιμετωπιζόταν στην Ελλάδα.

Η σχεδόν «υποδειγματική» αυτή ευσέβεια και ευλάβεια έχει, βέβαια, και τα μειονεκτήματά της: αυτού του τύπου η απόλυτη αφιέρωση, ξένη κάπως προς το ελληνικό πνεύμα, περιορίζει το λογικό στοιχείο της λατρείας και αυξάνει την ενστικτώδη δόμησή της. Με άλλα λόγια, οι Ρώσοι πιστοί είναι περισσότερο αφιερωμένοι και λιγότερο σκεπτόμενοι. Αν τώρα με ρωτήσετε ποιο από τα δύο είναι προτιμότερο, θα απαντήσω πως η πατερική μας παράδοση μας έχει διδάξει ότι ο πιστός απαιτείται να βαδίζει πάνω στη χρυσή μεσότητα, ώστε η λογική να μην αδυνατίζει την πίστη, αλλά και η πνευματικότητα να περιορίζει τη δεισιδαίμονα πρακτική, η οποία μοιραία και περίπου αυτόματα αναπτύσσεται στο πλαίσιο της λαϊκής θρησκευτικότητας.

Οι διαφοροποιήσεις αυτές, στις οποίες ουσιαστικά απεικονίζεται η διαφορετική ψυχοσύνθεση των δύο λαών, απεικονίζονται τόσο στα έθιμα και στις λαϊκές θρησκευτικές τελετουργίες όσο και στις νεωτερικές μορφές της λαϊκής θρησκευτικότητας, ιδιαίτερα μάλιστα στις δεύτερες, Οι ελληνικές είναι, όπως προαναφέραμε, περισσότερο εκκοσμικευμένες, ενώ οι ρωσικές διακρίνονται από έναν τελετουργικό συντηρητισμό, που συχνά εκφράζεται με την επιστροφή σε μορφές του παρελθόντος, οι οποίες αναβιώνουν με ακρίβεια, συχνά δε με αρκετή δόση υπερβολής.

Για τους λόγους αυτούς, η συγκριτική μελέτη της σύγχρονής μας ελληνικής και ρωσικής λαϊκής θρησκευτικότητας αποτελεί όχι μόνο ζητούμενο της θρησκευτικής λαογραφίας, αλλά και το κύριο πεδίο στο οποίο θα κινηθεί η ελληνορωσική λαογραφική έρευνα, τα επόμενα χρόνια. Και τούτο, επειδή συχνά μορφές αυτής ακριβώς της περισσότερο ενστικτώδους λαϊκής ρωσικής πίστης έρχονται στην Ελλάδα, και επιδρούν καταλυτικά πάνω στην ελληνική λαϊκή θρησκευτικότητα. Πρόκειται για διαφορετικές εκδοχές της λαϊκής θρησκευτικότητας, που δείχνουν πώς οι λαοί αντιλαμβάνονται τη θρησκεία τους και πώς εκφράζουν τις επιμέρους παραδόσεις τους μέσα από τα ανάλογα τελετουργικά τους έθιμα.

Αυτήν ακριβώς τη διαφορετικότητα πρέπει να έχουμε υπόψη όταν μεταφέρουμε άκριτα στοιχεία της μιας θρησκευτικής παράδοσης στην άλλη, γνωρίζοντας ότι ο λαός πρέπει να αφήνεται ελεύθερος να διαμορφώνει την παράδοσή του χωρίς «άνωθεν» επιδράσεις. Πρόκειται για φαινόμενο που αφορά κυρίως τη διοικούσα Εκκλησία, και το οποίο ολοένα και περισσότερο, όσον αφορά ρωσικές επιδράσεις, εμφανίζεται στις μέρες μας, που ωστόσο θα χρειαστεί να εξεταστεί και πάλι σε μελλοντικό σημείωμά μας.