Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Σύρου κ. Δωροθέου Β’

 

«Τάξις συνέχει και τα επουράνια και τα επίγεια, τάξις εν νοητοίς, τάξις εν αισθητοίς, τάξις εν αγγέλοις, τάξις εν άστροις... τάξις των όντων εστί μήτηρ και ασφάλεια... Ούτω και παρ` ημίν τω κοινώ του Χριστού σώματι», διαπιστώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ακολουθώντας και ειδικεύοντας την άποψη του Αριστοτέλη, ότι «ουδέν άτακτον των φύσει», δηλαδή ότι τίποτα από όσα είναι δοσμένα από τη φύση δεν είναι χωρίς τάξη!

Και εάν θέλουμε να διεισδύσουμε στην κατά Πρωταγόρα μυθολογική προσέγγιση της δημιουργίας του κόσμου, του ανθρώπου, των κοινωνιών και του πολιτισμού, θα τον ακούσουμε να υποστηρίζει ότι η αιδώς και η δίκη, ο σεβασμός στους γραπτούς και άγραφους νόμους, δόθηκαν από το Δία στους ανθρώπους για να εξασφαλίσουν την τάξη στις πόλεις και, κατά συνέπεια, την ομαλή συμβίωση των ανθρώπων και την συλλογική πρόοδο και ασφάλεια.

Η τάξη, όμως, προϋποθέτει και ιεραρχία, στις αξίες, τις ιδέες, τις προτεραιότητες, τις επιλογές και την οργάνωση κάθε κοινωνικής δομής.

Ειδικά, σε κοινωνικό επίπεδο, η ιεραρχία, δηλαδή η κατάταξη από τον υψηλότερο στο χαμηλότερο βαθμό των θέσεων ευθύνης σε μια υπηρεσία, μια επιχείρηση ή ένα οργανισμό αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο για την εύρυθμη λειτουργία τους.

Το αυτό παρατηρείται και στη δομή της Εκκλησίας.

Έστω και αν πρόκειται για ένα θεανθρώπινο Οργανισμό, ένα Σώμα με κεφαλή τον Ιησού Χριστό και μέλη του τους πιστούς, από τα αρχέγονα αποστολικά χρόνια εντοπίζεται μία μορφή Ιεραρχίας, η οποία, αρχικά, συνίσταται στη διαφορετικότητα και την πολλαπλότητα των χαρισμάτων και στη συνέχεια στη διαφορετικότητα ρόλων και ευθυνών, πάντα σε σχέση και σύνδεση με την Κεφαλή της Εκκλησίας, με κύριο στόχο την οριοθέτηση της ορθής πίστεως και την αντιμετώπιση των αναφυομένων προβλημάτων.

Ήδη ο Αποστολικός Πατέρας άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (35-108 μ.Χ.) εντέλλεται εις τους χριστιανούς: «Πάντες εντρεπέσθωσαν τους διακόνους ως εντολήν Ιησού Χριστού και τον επίσκοπον ως Ιησούν Χριστόν, όντα Υιόν του Πατρός, τους δε πρεσβυτέρους ως συνέδριον Θεού, και ως σύνδεσμον αποστόλων. Χωρίς τούτων Εκκλησία ου καλείται».

Ο δε Δοσίθεος Ιεροσολόμων, στην περίφημη Ομολογία του τονίζει ότι «το επισκοπικόν αξίωμα ούτως εστίν εν τη Εκκλησία αναγκαίον, ώστε χωρίς αυτού μη δύνασθαι μήτε Εκκλησίαν, μήτε χριστιανόν τινά η είναι η όλως λέγεσθαι· αυτός γαρ ο αξιωθείς Επίσκοπος είναι, ως αποστολικός διάδοχος, ζώσα εστίν εικών του Θεού επί της Γης...»

Αυτός ο υπεροχικός ρόλος του Επισκόπου διαφαίνεται και προβάλλεται καθ’ όλη τη διαδικασία εκλογής και χειροτονίας του, κατά την οποία η Εκκλησία τον καθιστά Πατέρα και Ταγό στην Επαρχία του και του αναθέτει τη διαποίμανση του λαού της.

Σὴμερα, βέβαια, όταν μιλάμε για Ιεραρχία στην Εκκλησία εννοούμε μόνο τους Επισκόπους, τους οποίους θεωρούμε άλλοτε ως μία κλειστή ομάδα, μακριά από τα κοινωνικά δρώμενα, και άλλοτε τους αμφισβητούμε το δικαίωμα παρέμβασης στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Παρ΄ ότι ο ίδιος ο λαός του Θεού επιζητεί από την Ιεραρχία να υψώνει φωνή σε θέματα, για τα οποία κρίνει ότι η δική του φωνή «χάνεται» μέσα στη χοάνη των αλληλοσυγκρουόμενων συχνά συμφερόντων και ιδεολογικών ρευμάτων.

Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, επικεφαλής έχουσα τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, το ιερό σώμα των Επισκόπων, είναι σαρξ εκ της σαρκός της κοινωνίας, συμμερίζεται τις αγωνίες και τους φόβους της, συμπαρίσταται στις ανάγκες της και αρθρώνει το λόγο της μαρτυρίας της πίστεως και των σωτηριωδών αληθειών της στον ηθικά αποπροσανατολισμένο και πνευματικά απογοητευμένο κόσμο μας. Και εκδίδει κατά καιρούς εμπεριστατωμένες ανακοινώσεις προς το Λαό και έχει θέσει τις βάσεις ενός εποικοδομητικού διαλόγου με την Πολιτεία για φλέγοντα θέματα, όπως αυτό της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών, με τη συνταγματική και νομική κατοχύρωση του δικαιώματός της να παρεμβαίνει στο Ορθόδοξο περιεχόμενό του ή όσον αφορά καινοφανή νομοθετήματα, που ανατρέπουν καθιερωμένες κοινωνικές δομές και διαχρονικές αξίες.

 

Νηφάλιος και ψύχραιμος λόγος

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ Εκκλησίας και κοινωνίας. Η Εκκλησία δρα σωστικά, παραμυθητικά και αγιαστικά μέσα στην κοινωνία, τα μέλη της οποίας συνιστούν την Εκκλησία. Η Ιεραρχία Της, με λόγο νηφάλιο, ψύχραιμο και διαλλακτικό, ως δρώσα μέσα στην κοινωνία, προσπαθεί να προβάλλει το λόγο του Χριστού, να οριοθετήσει και να ενισχύσει τις γραμμές πνευματικής άμυνας της κοινωνίας μας και να προσφέρει στα χειμαζόμενα τα τελευταία χρόνια από τη φτώχεια και την ανεργία μέλη της τα προς το ζην για το σήμερα, την ελπίδα για το αύριο.

 Η Εκκλησία, με την πολύπτυχη δράση της Ιεραρχίας Της, αποβαίνει και σήμερα η Κιβωτός σωτηρίας για το λαό μας, ο οποίος, γεμάτος αμφιβολίες και ανασφάλεια, στέφεται προς Αυτήν, και ιδιαίτερα οι νέοι, οι οποίοι, παρά την περιρρέουσα αντιπνευματική και αντιπαραδοσιακή ατμόσφαιρα, την εμπιστεύονται, μαζί με τη Δικαιοσύνη και την Αστυνομία, όπως καταγράφεται σε έρευνα, που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» στις 19 Ιουλίου 2017.

Και ένα είναι βέβαιο: οι ιστορικοί του μέλλοντος θα κατατάξουν τη φιλανθρωπική και κοινωνική δράση της Εκκλησίας, η οποία τα χαλεπά αυτά χρόνια υλοποιείται από τους κατά τόπους Ιεράρχες, σε ισοστάσια θέση με τη δράση της Εκκλησίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Και σίγουρα ένας άλλος Νικόλαος Σαρίπολος θα αναφανεί, που θα αναφωνήσει, όπως ο μεγάλος αυτός νομομαθής στη Β' Εθνική Συνέλευση το 1864, το «Εσώθημεν διά της Εκκλησίας»!