Του π. Αριστομένη Ματσάγγα, ψυχιάτρου

 

«Η βία φοριέται και απ’ την ανάποδή». Διάλεξα αυτόν τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη (ο ίδιος μιλάει για την φαντασία) και τον τροποποίησα, επειδή πιστεύω ότι συμπυκνώνει την κεντρική ιδέα του κειμένου μου, να δείξω δηλαδή την ένταση με την οποία ασκείται η βία, ειδικά εκεί όπου όλα δείχνουν ότι δεν υφίσταται βία καθόλου.

Ζούμε, όντως, εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, μια εντελώς πρωτόγνωρη μορφή βίας, μιας βίας σχεδόν γαλήνιας, μια ήρεμη καταστροφή, στο επίκεντρο της οποίας τρόμος και πρόοδος συγχωνεύονται. Η βία δεν είναι πια (πλέον) μια τυφλή δύναμη που πλήττει, άμεσα την ακεραιότητα του σώματος ή τις ψευδαισθήσεις ασφάλειας της ζωής, αλλά αδρανοποιείται με θεμιτό τρόπο μέσα σε ένα απέραντο νεκροταφείο καταφάσεων και θετικών συσχετισμών.

α. Για παράδειγμα, η βία δεσπόζει παντού εν είδει εγκαθιδρυμένης απόστασης μεταξύ ανθρώπων, που φέρονται ο ένας στον άλλον σαν σε φορείς λοιμώξεων.

β. Την αναγνωρίζεις στην αξιοθρήνητη ικανότητα των ανθρώπων να δρουν μηχανικά, να πιστεύουν πως το καθετί που κάνουν, αποτελεί «επιλογή».

γ. Να συζητούν λες και απαντούν σε τεστ και

δ. εν γένει να υιοθετούν ένα σύνολο στεγνών και άψυχων συμπεριφορών που είναι αλληλεπιδράσεις κατά το πρότυπο των ηλεκτρονικών συστημάτων.

Η λογική που διέπει αυτή την αναίμακτη βία δεν είναι ποτέ συγκρουσιακή, αλλά αναδύεται από τους πόρους της καθημερινής ρουτίνας, όπως η μόλυνση της ατμόσφαιρας.

Ολόκληρη η μετανεωριτικότητα διαβρώθηκε από αυτή την θανατηφόρα μόλυνση που καλύπτει τα πάντα. Έτσι, ενώ οι άνθρωποι, κρυφά, απεχθάνονται την ψυχρότητα της «επικοινωνίας», τον εξοβελισμό της αγάπης και το τελετουργικό των συνεχών προσποιήσεων ευεξίας και θετικής διάθεσης, επιθυμούν όσο τίποτα άλλο τη συμμετοχή τους σ’ αυτό το τυραννικό καθεστώς, αφού τους εξασφαλίζει την ψευδαίσθηση μιας σωτήριας άμυνας απέναντι στον πόνο και τις θλίψεις.

Βέβαια στην Ανατολή, όπου οι γυναίκες μαστιγώνονται ή εκτελούνται με λιθοβολισμό, ενώ τα παιδιά, όταν δεν πεθαίνουν από την έλλειψη νερού, εκπαιδεύονται στην χρήση όπλων, εντοπίζει κανείς τις παρωχημένες μορφές βίας, τις οποίες η Δύση αρέσκεται να καταγγέλλει σαν σκανδαλώδεις αναχρονισμούς.

Αντίθετα, στη Δύση η βία ξεκινάει από την επίγνωση ότι οι κερδισμένοι (υγιείς) και οι χαμένοι (ψυχικά ασθενείς) ανήκουν σε ριζικά διαφορετικούς κόσμους. Εφόσον το παιχνίδι είναι η ίδια η επιβίωση, η προσχώρηση στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο έχει αμετάκλητο χαρακτήρα και συνοδεύει το άτομο μέχρι την ώρα κάποιου αναπάντεχου θαύματος, αν όχι μέχρι τον τάφο. Για την ηθική της Δύσης, κανένα θέμα δεν είναι περισσότερο φλέγον. Τον κερδισμένο (υγιή) τον προστατεύουν, όχι μόνο ως φορέα ενός έκτακτου προνομίου, αλλά και ως εκπρόσωπο μιας αμιγούς ανθρωπολογικής κατηγορίας. Συμμετρικά σε περίπτωση στραβοπατήματος τον περιμένει η πλήρης και οριστική εξαφάνιση από προσώπου της γης.

Έτσι ο τρόμος που αισθάνονται οι άνθρωποι σ’ αυτό το ζοφερό ανταγωνιστικό περιβάλλον επιστρέφει και κεραυνοβολεί τον χαμένο με την απέχθεια των διπλανών του. Το χαλασμένο κύτταρο αποβάλλεται ακαριαία. Ο σολομώντειος χαρακτήρας του παραπάνω διλήμματος επιβεβαιώνεται με τρόπο σχεδόν επικό από το γεγονός ότι, εδώ, από την ίδια τη δομή του κοινωνικού μοντέλου, ο κερδισμένος είναι πριν απ’ όλα αναγνωρίσιμος, πέραν πάσης αμφιβολίας.

Έτσι εξηγείται, επίσης, αλλά και δικαιολογείται η απάνθρωπη ρατσιστική περιφρόνηση απέναντι στον χαμένο, αφού ο τελευταίος, εξ υποθέσεως, άνευ ελπίδας, δεν μπορεί παρά να χάνει αιωνίως. Με την έννοια αυτή, ο δυτικός κόσμος επέτρεψε στη βία να εγκαταλείψει την βαναυσότητα και να συναιρεθεί με τις εκδοχές εκείνες των καθηκόντων και δικαιωμάτων που υποτίθεται ότι απαρτίζουν, ακριβώς το δημοκρατικό του πρόσωπο.

 

Χωρίς αντιστάσεις

Η βία είναι τώρα παρούσα σε κάθε επίπεδο κοινωνικής εμπειρίας, σαν ένας κυκεώνας από λεπτούς εσωτερικούς καταναγκασμούς που υποχρεώνουν το άτομο να ανταποκριθεί στις αμέτρητες προκλήσεις ενός απρόσωπου και ασαφούς δέοντος.

Οι αντιρρήσεις, οι αντιδράσεις, οι αντιστάσεις, η επιθετικότητα, όλα αυτά εξορθολογίζονται και ατονούν. Οι θεσμοί υπάρχουν για την εξομάλυνση των «διαθέσεων» μεταπτώσεων της μάζας από τη μία διάθεση στην άλλη, ευελπιστώντας σε μια ήσυχη ροή του κακού γύρω από τις αντιξοότητες.

Τα προβλήματα δεν λύνονται πια, απλώς παρακάμπτονται ή αποσιωπούνται. Η βία, φιλική στον χρήστη, μένει κρυμμένη στην ίδια την ομοιομορφία των φαινομένων, απ’ όπου διοχετεύεται στην κατάθλιψη που μαστίζει την οικουμένη. Έτσι την βρίσκουμε να έχει διαβρώσει πρωτίστως τις πλευρές εκείνες της καθημερινής ζωής που συνθέτουν το ιδανικό πορτρέτο της εκσυγχρονισμένης ευτυχίας.

Για παράδειγμα:

  • Στην επαγγελματική σφαίρα η βία λύνει και δένει, μέσω της απαράδεκτης υπόδειξης να είναι κανείς, σε 24ωρη βάση διαθέσιμος και απρόσωπος, πράγμα πολύ χειρότερο από την σκλαβιά, αφού ο σκλάβος εξακολουθούσε ολοφάνερα να είναι άνθρωπος είτε αγανακτισμένος είτε στωικός.
  • Στην κοινωνική ζωή, στην κοινότητα και στην ομάδα ο «χαμένος» (ψυχικά ασθενής) χαλασμένο κύτταρο, απόβλητος και αποδιοπομπαίος.
  • Στην ασθένεια απόλυτα μοναχικός. Εδώ η βία εισβάλλει και εγκαθίσταται υπό τύπον θανατερής ψυχρότητας σαν ένα πλέγμα αντανακλαστικών που μετατρέπουν τη ζωή σε καθαρή διεκπεραίωση δίχως ίχνος εγκαρδιότητας.

«Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Άλλοι, άλλα σε άλλες. Αλλ’ η αλήθεια μόνο έναντι του θανάτου δίδεται» Οδ. Ελύτης

Κοντολογίς, θέλω να πω ότι αυτή η ντελικάτη και λεπτεπίλεπτη βία, η άδηλη και εν πολλοίς άρρητη, δεν διαμορφώνει ένα φρικώδες ήθος (με την παλιά σημασία της λέξης, έναν χώρο όπου οι άνθρωποι συνάζονται) που οφείλεται στις ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές και στη ριζική μεταβολή του ανθρωπολογικού πεδίου, αλλά ταυτόχρονα είναι και μια βίαιη παλινδρόμηση σε πρώιμες αρχαϊκές φάσεις του ψυχισμού, όπου οι αμυντικοί αστερισμοί είναι σύμφυτοι με τη βία.

Πρόκειται για μηχανισμούς που πράγματι είναι «φονικοί». Αναπτύσσονται κυρίως εκτός της πατρικής λειτουργίας που θεσπίζει το νόμο και την τάξη και η οποία ουσιαστικά εγκαινιάζει μια γενεαλογία ηθικής.