Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομου 

H Εκκλησία της Ελλάδος με τον πλέον επίσημο τρόπο, εξέφρασε δικαίως την άρνησή της στη χρήση του ονόματος «Μακεδονία», για τον ονοματικό προσδιορισμό του κράτους των Σκοπίων ή της π.Γ.Δ.Μ., επειδή θεώρησε ότι η οποιαδήποτε χρήση του συγκεκριμένου ονόματος, είτε ως συνθέτου ονόματος, είτε ως διπλού ονόματος, είτε με γεωγραφικό προσδιορισμό, είτε ονοματικό αποτελεί όχι απλά μια προσβολή αλλά μια αμφισβήτηση της ιστορικότητας των γεωγραφικών ορίων μιας συγκεκριμένης εδαφικότητας της πατρίδας μας, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της γεωπολιτικής και γεωφυσικής υπόστασης στο σύνολό της. 

Μια τέτοιου είδους έκφραση επιφύλαξης ή προβληματισμού ακόμα και άρνησης ως προς τη χρήση του συγκεκριμένου ονόματος δεν αποτελεί ανάμειξη της Εκκλησίας στην όλη διαδικασία διαπραγμάτευσης, όπως πολλά θερμοκέφαλα στελέχη και υπουργοί της κυβέρνησης ανέφεραν, ούτε βέβαια θέση εθνικιστικής διάθεσης, γιατί εθνικισμός δεν είναι να υπερασπίζεσαι αυτό που σου ανήκει αλλά να διεκδικείς από άλλους για σένα υπερβαίνοντας τα όρια σου.

Επιπλέον για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος η όλη διαδικασία της ονοματοδοσίας στο συγκεκριμένο κράτος έχει και την εκκλησιαστική της παράμετρο, αφού η υφιστάμενη σχισματική Εκκλησία των Σκοπίων, η οποία αυτοαποκαλείται «Μακεδονική», αναζητεί έξω από τις κανονικές διαδικασίες, έναν τρόπο αναγνώρισής της, ώστε να αποτελέσει το όχημα για μια άλλη διαδικασία αναγνώρισης και επιβολής του συγκεκριμένου ονόματος. Μια τέτοια μεθόδευση όμως υποκρύπτει, εάν δεν εκφράζει, μια διάθεση «εκκλησιαστικού αλυτρωτισμού» αφού είναι γνωστό ότι η αρχή της εδαφικότητας είναι στοιχείο της κανονικότητας, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις αλλά και συνεπαγωγές κανονικές και εκκλησιαστικές. Μάλιστα αυτή η συγκεκριμένη μεθόδευση επιβεβαιώνεται και από τον τρόπο με τον οποίο οι σχισματικοί επίσκοποι των Σκοπίων διαχειρίζονται το θέμα της κανονικής τους αναγνώρισης. Δεν απευθύνονται στην Εκκλησία της Σερβίας, όπως ήταν το κανονικό, όπως είχε γίνει το 2008 στο Nis με τις αντίστοιχες συνομιλίες, αλλά απευθύνθηκαν στην Εκκλησία της Βουλγαρίας, που ο εθνικός και εκκλησιαστικός αλυτρωτισμός της κατά το παρελθόν δημιούργησε αρκετά προβλήματα και εθνικά και εκκλησιαστικά. 

Το θέμα λοιπόν για την Εκκλησία της Ελλάδος είναι διπλό. Εκκλησιαστικό, αφού με μια τέτοια ονομασία αμφισβητείται η κανονικότητα της ιστορικής εδαφικότητας ενός μέρους των κανονικών της ορίων, αλλά και εθνικό γιατί δίδεται και μια αλλοιωμένη ερμηνεία ως προς τη εθνική ιστορικότητα αυτών των περιοχών. 

Μέσα στην ιστορία υπάρχουν αρκετές ονομασίες και σοφά η Ιερά Σύνοδος δεν πρότεινε κάποια από αυτές, ούτε υπέδειξε κάποια ενδεδειγμένη εφαρμογή διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ήταν όμως υποχρεωμένη να διατυπώσει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο την αγωνία του ποιμνίου της, που φαίνεται ότι έχει την ίδια άποψη με αυτήν, αφού το 70% έχει ήδη αντιδράσει αλλά και να επισημάνει την σοβαρότητα του θέματος και να επιστήσει την προσοχή των κρατούντων για «τα μέλλοντα συμβαίνειν» . 

Το συγκεκριμένο ζήτημα θεωρώ ότι δεν είναι θέμα για επιπόλαιες ιδεολογικές τοποθετήσεις. Απαιτεί σύνεση και αποφυγή ακροτήτων, υπευθυνότητα και εθνική ομοψυχία, γιατί η υπονόμευση της αλήθειας μέσα από τον αλυτρωτισμό δεν θα επισυμβεί μόνο με την καπήλευση του ονόματος Μακεδονία από το γειτονικό κράτος των Σκοπίων, αλλά κυρίως και με το τι σημαίνεται κάτω από αυτό το όνομα, τόσο ως προς το εκκλησιαστικό και γλωσσικό ζήτημα αλλά και ως προς την εθνότητα την οποίαν κυρίως θα αντιπροσωπεύει και θα προσδιορίζει και στο επίπεδο αυτό θεωρώ ότι τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για να μην πω επικίνδυνα. Το ζήτημα πρώτιστα δεν θα είναι μόνο πρόβλημα ως προς τις σχέσεις του συγκεκριμένου κράτους με τις γείτονες χώρες αλλά και με την διατάραξη των εσωτερικών ισορροπιών με αφορμή τις διάφορες εθνότητες. 
Έχει δε αποδειχθεί ότι στα Βαλκάνια, όταν αναπτύσσεται τριβή μεταξύ εθνικών ομάδων ή εθνοτήτων το βραδυφλεγές φυτίλι της ανάφλεξης μπορεί να δημιουργήσει εκρηκτική κατάσταση και ένταση. 

Νομίζω ότι η επιστολή του Πρωθυπουργού προς τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών κ. Ιερώνυμον, κατανοεί και δικαιολογεί την εγρήγορση και την κραυγή αγωνίας της Εκκλησίας για μια υπεύθυνη διαχείριση του όλου θέματος, και συγχρόνως απαντά σε όλους εκείνους, οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτε άλλο από το να κολλούν ετικέτες με την ίδια ευκολία που ως αφισοκολλητές έκαναν στα ανώριμα χρόνια της εφηβείας τους. 

Όταν η εθνική ομοψυχία θεμελιώνεται στη σύνεση, στο διάλογο, στο σεβασμό των διαφορετικών απόψεων… τότε και η ιστορική πείρα συνδεόμενη με την εθνική σύνεση και την διαρκή επιδίωξη εθνικής ενότητας και ταυτότητας αποδεικνύεται ο σωστός οδηγός και η αποτελεσματική μέθοδος επίλυσης τέτοιων λεπτών και εθνικά ευαίσθητων θεμάτων. 

«Στώμεν λοιπόν καλώς….»