του Μητροπολίτη Σύρου, Δωρόθεου

Με την καθιέρωση ενός «μακεδονικού λαού» έμενε ανοιχτό το πεδίο μιας μελλοντικής διεύρυνσης των συνόρων του κράτους αυτοΗ διαπίστωση ότι η Μακεδονία, από αρχαιοτάτων χρόνων, υπήρξε ελληνική, κατοικούνταν από Ελληνες και έγινε παγκοσμίως γνωστή χάρη σε ένα Ελληνα φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, και σε ένα Ελληνα πολιτικό και στρατιωτικό ηγέτη, τον Μέγα Αλέξανδρο, «απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία, του οποίου, την νικηφόρα, την περίλαμπρη, την περιλάλητη, την δοξασμένη, που ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά, την απαράμιλλη, βγήκαμ’ εμείς, ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας....Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή την πήγε, ώς τους Ινδούς», κατά τον μεγάλο Αλεξανδρινό Κ. Π. Καβάφη, δεν αποτελεί εθνικιστική έξαρση, αλλά ιστορική παραδοχή, που άπτεται της υπόστασης του Ελληνισμού.

Γι’ αυτό και ο λαός μας, παρ’ ότι αποκαμωμένος και αποκαρδιωμένος από τη χρονίζουσα  δεινή οικονομική, και όχι μόνο, συγκυρία, την οποία με καρτερία υπομένει, αντιδρούσε και αντιδρά και σήμερα, συνειδητοποιώντας ότι θίγεται το εθνικό του φιλότιμο, διεκδικεί, ενίοτε δυναμικά το αυτονόητο, την αναγνώριση από όλους της ελληνικότητας της Μακεδονίας και αρνείται το σφετερισμό από τρίτους, όσων ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων αυτό το όνομα σηματοδοτεί!

Πέρα, όμως, από την εθνική του διάσταση, το θέμα της ονομασίας και του προσδιορισμού της εθνικής ταυτότητας όσων κατοικούν στην «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», εμπεριέχει και μια εξίσου σημαντική εκκλησιαστική διάσταση για την Ορθόδοξη Εκκλησία,  η οποία για μια ακόμη φορά βρίσκεται αντιμέτωπη με την αίρεση του «εθνοφυλετισμού», η οποία απειλεί την ενότητά Της.

Ως είναι παγκοίνως γνωστό, η ιδέα της δημιουργίας «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας», στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, ανήκει στον στρατάρχη Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, με στόχο την αφομοίωση των κατοίκων της συγκεκριμένης περιοχής, που μέχρι το 1945 ονομαζόταν «Νότια Σερβία», οι οποίοι διείποντο από βουλγαρική εθνική αυτοσυνειδησία.

Στόχος του Τίτο, του ιδρυτή του μεταπολεμικού Γιουγκοσλαβικού κράτους και ηγέτη της κομμουνιστικής αντίστασης στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν η αντιμετώπιση της προπαγάνδας των Βουλγάρων και των επεκτατικών βλέψεώv τους, οι οποίοι από τις αρχές του 19ου αιώνα άρχισαν να δείχνουν τα πρώτα σημεία αφύπνισης της εθνικής τους συνειδήσεως, μέσω της ανασυγκρότησης Βουλγαρικής Εκκλησίας, η οποία θα υπηρετούσε πολλούς στόχους.

Παράλληλα, ο Τίτο αναγνώριζε τους κατοίκους της περιοχής ως μια ιδιαίτερη εθνότητα με την προσωνυμία «Μακεδόνες». Με την καθιέρωση, όμως, ενός «μακεδονικού λαού», άφηνε ανοιχτό το πεδίο μιας μελλοντικής διεύρυνσης των συνόρων του κράτους αυτού, προκειμένου να περιλάβει, πέρα από τους Σλάβους της «Μακεδονίας» και πληθυσμούς, ελληνικούς ή βουλγαρικούς, οι οποίοι κατοικούν στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της.
Ακολουθήθηκε, κατά ταύτα, μια διαδικασίας πλαστής εθνογένεσης, με τη δημιουργία της «Μακεδονικής» εθνότητας, προσδίδοντας σ’ αυτήν όλα τα χαρακτηριστικά ενός ξεχωριστού έθνους, εθνική συνείδηση, γλώσσα, διοίκηση, ιστορία και παραδόσεις, και με την ίδρυση ξεχωριστής Εκκλησίας, κατά τα πρότυπα της βουλγαρικής Εξαρχείας, η ανακήρυξη της οποίας προεκάλεσε και την καταδίκη του εθνοφυλετισμού ως αίρεσης από τη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1872.

Το 1966 το νέο αυτό εκκλησιαστικό μόρφωμα ζήτησε εγγράφως να του παραχωρηθεί το αυτοκέφαλο και να ανεξαρτητοποιηθεί από το Σερβικό Πατριαρχείο. Μετά την άρνηση του Σερβικού Πατριαρχείου και του Σέρβου Πατριάρχου Γερμανού, η Εκκλησία των Σκοπίων αυτοανακηρύχθηκε σε «Αυτοκέφαλη».

Το Πατριαρχείο Σερβίας αποφάσισε να διακόψει τις κανονικές σχέσεις και επαφές της με την Ιεραρχία της εν λόγω επαρχίας και να την κηρύξει «σχισματική θρησκευτική οργάνωση».

Η θέση αυτή έγινε αποδεκτή και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες διαπίστωσαν ότι η πραξικοπηματική αυτοανακήρυξη του αυτοκεφάλου της «Μακεδονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας» τον Ιούλιο του 1967, επανεισάγει την αίρεση του Εθνοφυλετισμού στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Βέβαια, το Σερβικό Πατριαρχείο, σε μια κίνηση καλής θέλησης το 1959, είχε παραχωρήσει στη «Μακεδονική» Εκκλησία ευρύτατη διοικητή αυτονομία, η οποία εξακολουθεί να συνιστά μια στέρεη βάση, επί της οποίας μπορεί να ξεκινήσει ένας καλόπιστος μεταξύ τους διάλογος, με ταπείνωση, νηφαλιότητα και χαμηλούς τόνους, με την καθοριστική πάντοτε συμβολή της εχούσης τη μέριμνα πασών των Εκκλησιών Μητέρας - Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.

Αλλ’ επειδή στην περίπτωση της Εκκλησίας των Σκοπίων, όπως και στην περίπτωση της βουλγαρικής Εξαρχίας παλαιότερα, εμπλέκονται και πολιτικές - εθνικιστικές σκοπιμότητες, επιβάλλεται η αποδέσμευση της λεγόμενης «Μακεδονικής Εκκλησίας» από Κυβερνητικές ή άλλες παρεμβάσεις, όπως αυτές που εμπόδισαν την εφαρμογή της επιτευχθείσης συμφωνίας στο Νις, το 2002, μεταξύ σερβικής Εκκλησίας και Εκκλησίας των Σκοπίων, με διαμεσολαβητή του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο, με το αιτιολογικό ότι η υλοποίησή του συμφωνηθέντος Σχεδίου θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με την κατάργηση του ονόματος και της αυτονομίας της Εκκλησίας!

Γι’ αυτό και πολύ σωστά η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αντμετώπισε τις πρόσφατες εξελίξεις, σχετικά με το θέμα του ονόματος του κράτους των Σκοπίων, και από  Εκκλησιαστική και από Εθνική οπτική.

Ως Ορθόδοξοι, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι ο εθνοφυλετισμός αποτελεί αίρεση, που δημιουργεί αδιέξοδα τόσο εκκλησιαστικά όσο και πολιτικά – κοινωνικά. Η Εκκλησία, ως εσχατολογική οντότητα, δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανένα πολιτικό μόρφωμα. Η πορεία προς τα εμπρός μπορεί να επέλθει μόνο με την άρθρωση αμιγώς θεολογικού λόγου, πέρα από ταυτίσεις με εφήμερες κοσμικές πραγματικότητες.

Ως Ελληνες, οφείλουμε να ενωτισθούμε τις διαπιστώσεις ενός μεγάλου Ελληνα, του Ιωνα Δραγούμη, ο οποίος, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα», έγραφε: «Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει! Θα μας σώσει από τη βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από τη μετριότητα κι από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε».

«H Μακεδονία», είχε προσθέσει ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος σε σχετική ομιλία του, «θα μας σώσει και τώρα, αν θυμηθούμε τα κλέη των μεγαλόπνοων πατέρων μας κι αν τα σημερινά μας πάθη αφήσουν  ποτέ την ομορφιά της ζωής εκείνων να αγκαλιάσει και τη δική μας ζωή».