Της Εύφης Μητώση

Με τον όρο «Εκκλησία της Ελλάδος» εννοούμε την αυτοκέφαλη, αποστολική, αυτόνομη και αυτοδιοίκητη Εκκλησία, η οποία συγκροτείται από τους εν ενεργεία μητροπολίτες, ενώ είναι ενωμένη αναπόσπαστα με όλες τις άλλες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο, αναγνωρίζουσα όλους τους ιερούς κανόνες που διέπουν τη Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Η ίδρυσή της συνδέεται με τον Απόστολο των εθνών, Παύλο, μετά το κήρυγμά του, γύρω στο 50 μ.Χ. στην Αθήνα, πάντα όμως, ανά τους αιώνες, αποτελούσε επαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μέχρι το 1833, όταν η ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους κατέστησε αναγκαία και την ίδρυση, σε πρώτη φάση, Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως ο αυθεντικότερος ρυθμιστής θεμάτων τάξης και οργάνωσης των κατά τόπους ορθοδόξων Εκκλησιών, για καθαρά εθνικούς λόγους, παραχώρησε με ειδικό πατριαρχικό και συνοδικό τόμο την αυτοκεφαλία στην Ελλαδική Εκκλησία το έτος 1850, η οποία τότε έφθανε μέχρι τη Λαμία. Υστερα από τις αλλεπάλληλες προσαρτήσεις τμημάτων στο Ελληνικό Κράτος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σεβόμενο τις νέες ποιμαντικές και ποικίλες άλλες ανάγκες που προέκυψαν, παραχώρησε, με ειδική πατριαρχική και συνοδική πράξη το έτος 1928, την επιτροπική διοίκηση των μητροπόλεων της βορείου Ελλάδος, οι οποίες σήμερα είναι γνωστές ως «Νέες Χώρες».

Σχέσεις Εκκλησίας - Κράτους
Η στάση της υπεύθυνης πολιτικής εξουσίας έναντι της Εκκλησίας, ή και της θρησκείας γενικότερα, προσδιορίζεται ή μπορεί να προσδιορίζεται, από ποικίλους πολιτικούς, ιδεολογικούς, ιστορικούς ή άλλους παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν και την ποικιλία των θεσμικών πλαισίων: από τον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, μέχρι την επίσημη συνεργασία τους σε επίπεδο κοινωνίας.

Πράγματι, στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, προβλήθηκε στο νεώτερο Ελληνικό κράτος, με εντυπωσιακή συχνότητα, η πολιτική ή και ιδεολογική πρόταση του διοικητικού ή και επαχθούς χωρισμού της Εκκλησίας από το Κράτος, άλλα πάντοτε εγκαταλείφθηκε, ή γιατί οι καιροί δεν το επέτρεπαν, ή και γιατί ο λαός δεν ήταν προετοιμασμένος κατάλληλα να τον αποδεχθεί. Κάτι που επιβεβαιώθηκε τόσο κατά τη σύνταξη του Συντάγματος του 1975, όσο και κατά τις αναθεωρήσεις του, καίτοι τα μεγάλα πολιτικά κόμματα, υπέθαλπαν ή διακήρυσσαν την αναγκαιότητα του χωρισμού.

Τελικά, ο πολιτικός ρεαλισμός υπερίσχυσε έναντι των ιδεολογικών διακηρύξεων και των βεβιασμένων πολιτικών, που προσέκρουαν και στο ιστορικό βάθος της παραδοσιακής σχέσεως του Ελληνισμού με την Ορθοδοξία, ενώ συγχρόνως εμπεριείχαν τον κίνδυνο να απωθηθεί στο περιθώριο η αδιαμφισβήτητη, διαχρονική σε παγκόσμια κλίμακα πνευματική ηγεσία της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Οι προοπτικές αυτής της εκκλησιαστικής πολιτικής, έχουν αποτυπωθεί με χαρακτηριστική σαφήνεια στις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και στους Καταστατικούς Χάρτες της Εκκλησίας Κρήτης και του Αγίου Ορους.

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν υιοθέτησε βεβαίως τις προτάσεις για τον χωρισμό της Εκκλησίας από το Κράτος, αλλά περιόρισε με εντυπωσιακό τρόπο τα όρια της θεσμικής συνεργασίας σε μια ελάχιστη βάση, η οποία αναφέρεται ρητώς: στην αγωγή των νέων, στον θεσμό της οικογένειας, στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Εκκλησίας και στη λειτουργία της θρησκευτικής Υπηρεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων (άρθρο 2 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος).

Τα όρια αυτά καθορίζουν, όχι μόνο την έννοια των «διακριτών ρόλων» Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελληνική Κοινωνία, αλλά και τη νέα συνταγματική βάση των θεσμικών σχέσεων, η οποία, καίτοι έχει ως αφετηρία την παραδοσιακή αρχή της βυζαντινής συναλληλίας, καταλήγει στην πρόταση ενός διακριτικού διοικητικού χωρισμού της λειτουργία τους, με μόνη εξαίρεση τους παραπάνω τομείς θεσμικής συνεργασίας.

Το άρθρο 3 του Συντάγματος εισάγει με λεπτές διατυπώσεις τον διοικητικό χωρισμό: αναγνωρίζει απλώς τα υφιστάμενα στην ελληνική Επικράτεια εκκλησιαστικά καθεστώτα (Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, Νέες Χώρες, Αγιον Ορος, Εκκλησία Κρήτης, Επαρχίες Δωδεκανήσου), περιορίζοντας προφανώς τα όρια των παρεμβάσεων της Πολιτείας στα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας.

Ετσι, το ουσιαστικό μέρος των ρυθμίσεων για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας μετατίθεται από τον συντακτικό νομοθέτη στο άρθρο 13 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ορθή εφαρμογή της αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας στην ελληνική επικράτεια. Ολα τα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας, αντιμετωπίζονται αυτοτελώς με την έκδοση Κανονισμών ή Κανονιστικών αποφάσεων, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του Συντάγματος.

Προτάσεις εκκλησιαστικής πολιτικής
Ο πολιτικός ρεαλισμός στην προσέγγιση του ζητήματος των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας αποκλείει τις αυθαίρετες ή ακραίες επιλογές, γιατί αυτές, ακόμη και σε ασήμαντα ζητήματα, παράγουν απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες κρίσεις σχέσεων, οι οποίες μετακυλώνται στο κοινωνικό σώμα και προκαλούν ρωγμές στον θεσμικό ιστό της κοινωνικής συνοχής.

Το γεγονός ότι η Εκκλησία, όπως και κάθε θρησκεία, όχι μόνο δεν αποδυναμώνεται, αλλά αντιθέτως ενισχύεται από κάθε θεσμική κρίση στη σχέση της με το κοινωνικό σύνολο, απλουστεύει μάλλον τον σχεδιασμό μιας σύγχρονης εκκλησιαστικής πολιτικής μέσα στα υφιστάμενα, ελληνικά, ευρωπαϊκά και παγκόσμια πλαίσια, η οποία συνίσταται:

1. Στον σεβασμό της επικρατούσας θρησκείας, δηλαδή της θρησκείας της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, με εκλογίκευση των ιστορικών φορτίσεων, μέσα στο πλαίσιο της θεμελιώδους αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας. Ωστε να προστατεύονται, όχι μόνο οι διακριτοί ρόλοι Πολιτείας - Εκκλησίας σε θεωρητικό (θεσμών) και πρακτικό (προσώπων) επίπεδο, αλλά και η αρχή της ισότητας των θρησκειών.
Βέβαια, η Εκκλησία της Ελλάδος, ούτε εθνική Εκκλησία είναι, αφού δεν καλύπτει ολόκληρο το ελληνικό έθνος, ούτε κρατική Εκκλησία μπορεί να χαρακτηρισθεί, αφού δεν επεκτείνεται η δικαιοδοσία της σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Είναι όμως επικρατούσα θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, την οποία δεν μπορεί να αγνοήσει η συντεταγμένη σύγχρονη Πολιτεία, όπως δεν μπορεί να αγνοήσει καμία άλλη θρησκεία, η οποία υπάρχει και δρα νομίμως στην ελληνικά επικράτεια.

2. Στην αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Σήμερα, στον κρατικό προϋπολογισμό αναγράφεται σημαντικό ποσό για την κάλυψη της μισθοδοσίας των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Την υποχρέωση αυτή ανέλαβε η Πολιτεία, συνέπεια των διαδοχικών απαλλοτριώσεων της εκκλησιαστικής περιουσίας κατά των 19° και 20ο αιώνα, αλλά και της πάντοτε αρνητικής στάσης της προς κάθε λογική πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος για την αξιοποίηση μέρους, έστω, της διαπιστωθείσας και διασωθείσης από τις αλλεπάλληλες απαλλοτριώσεις περιουσίας της.
Η καταχρηστική επίκληση από αρμόδια υπουργεία και υπηρεσίες, νομικών (αμφισβήτηση κυριότητας) ή πραγματικών (χαρακτηρισμός εκτάσεων ως δασικών) επιχειρημάτων, ζημιώνει όχι μόνο την Εκκλησία, αλλά και το Ελληνικό Δημόσιο, αφού οι μόνοι ωφελημένοι είναι οι καταπατητές. Αντίθετα, η ενθάρρυνση και η υποστήριξη της Εκκλησίας της Ελλάδος για την αξιοποίηση της περιουσίας της, θα είναι επωφελής όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για το Ελληνικό Δημόσιο και τον ελληνικό λαό.

3. Στην οικονομική κάλυψη των Πρεσβυγενών Πατριαρχείων, των Ελληνόφωνων Εκκλησιών και στην υποστήριξη των μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η οικονομική επιβάρυνση, από τη μεγαλόπνοη κατά τα άλλα εκκλησιαστική πολιτική, δεν είναι ιδιαίτερα επαχθής, αφού τα μεν πρεσβυγενή Πατριαρχεία (Αλεξανδρείας, Αντιόχειας, Ιεροσολύμων) και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες (Κύπρου, Ελλάδος, Αλβανίας) καλύπτονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό με θεσμοθετημένες ή και έκτακτες επιχορηγήσεις, οι δε μητροπόλεις του Απόδημου Ελληνισμού ενισχύονται με έκτακτες επιχορηγήσεις ή παροχές, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, από ποικίλες πηγές.

4. Στην συστηματική αξιοποίηση της πανορθοδόξου και πανχριστιανικής ακτινοβολίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Ορους. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίζεται τόσο από τις ορθόδοξες, όσο και τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες, ως η κεφαλή της Ορθοδοξίας, η οποία μεριμνά όχι μόνο για την εσωτερική ενότητα, αλλά και για τις σχέσεις της με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, και όχι μόνο. Αυτό το πράττει μέσα από τις Πανορθόδοξες διασκέψεις, τις συνάξεις όλων των προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, τον συντονισμό επισήμων και πολυμερών ή διμερών θεολογικών διαλόγων για την ενότητα των χριστιανών, τον διάλογο με άλλα δόγματα, με άλλες θρησκείες κ.λπ. Συνεπώς, συντονίζει και τις διορθόδοξες, και τις διεκκλησιαστικές σχέσεις της Ορθοδοξίας και συμβάλει στη θετική ακτινοβολία του Ελληνισμού, διαδραματίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο στο ευρωπαϊκό, όσο και στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

Ας σημειωθεί ότι, από τη μία πλευρά όλες οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν κοινό σημείο επαφής τον Χριστιανισμό, ενώ από την άλλη, πολλές από τις χώρες που εντάχθηκαν τα τελευταία χρόνια στην Ε.Ε., έχουν ως κοινό τόπο την Ορθοδοξία. Η οποία, επιπλέον, έχει μία παγκόσμια παρουσία, με πρωταγωνιστές τους Ελληνες της διασποράς, οπότε η αξιοποίηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η ηθική και υλική υποστήριξή του θα είναι ευεργετική όχι μόνο για το ίδιο, αλλά και προ παντός για τη διεθνή προοπτική του Ελληνισμού εντός και εκτός Ευρώπης στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης.

Διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος
Η ελλαδική Εκκλησία αναγνωρίζει ως ανώτατο διοικητικό και θεσμικό όργανο την Αγία και Ιερά Σύνοδο, την οποία συγκροτούν όλοι οι μητροπολίτες των Παλαιών και Νέων Χωρών. Οι αρμοδιότητές της είναι ποιμαντικές, διοικητικές και δικαστικές. Συγκαλείται υποχρεωτικά άπαξ του έτους και εκτάκτως όταν προκύπτουν μείζονα θέματα, όπως η πλήρωση κενών μητροπολιτικών θέσεων, θέματα πίστεως, αιρέσεις κλπ. Πρόεδρος της Συνόδου είναι ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ο οποίος και εκλέγεται από αυτήν. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών προΐσταται των συνάξεων της Συνόδου και αποκαλείται Πρόεδρος, όταν ασκεί τα καθήκοντά του εν συνόδω.

Τα τρέχοντα ζητήματα της Εκκλησίας της Ελλάδος τα αντιμετωπίζει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, η οποία συγκαλείται το πρώτο δεκαήμερο κάθε μηνός. Μετέχουν σ’ αυτήν 12 μέλη, με 6 μητροπολίτες από τις Παλαιές και 6 από τις Νέες Χώρες και προεδρεύει ο Αρχιεπίσκοπος. Η θητεία τους είναι ετήσια.

Το παραπάνω διοικητικό σύστημα υφίσταται από το 1977,όταν συντάχθηκε ο νέος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέχρι και σήμερα. Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.