Tου Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

Οι χριστιανοί πρόσφυγες που ήρθαν στην Κομοτηνή και στην περιοχή της, προέρχονταν είτε από άλλες περιοχές της μείζονος Θράκης, είτε από μικρασιατικές περιοχές όπως ο Πόντος, η Καππαδοκία κ.λπ. Εφεραν λοιπόν μαζί τους ήθη, έθιμα και λατρείες της ιδιαίτερης πατρίδας τους, καθώς αυτό φαίνεται στα χωριά και στους τόπους εγκατάστασής τους. Για παράδειγμα, η λατρεία της Αγίας Τριάδος στη Μεσσούνη και της εαρινής τιμής του αγίου Αθανασίου (2 Μαΐου, κατά την ανακομιδή των λειψάνων του) στην Αίγειρο, βρίσκεται σε άμεση σχέση προς την αφιέρωση των ενοριακών ναών στους τόπους προέλευσης των προγόνων των σημερινών κατοίκων, οι οποίοι έφτασαν ως πρόσφυγες στην περιοχή.

Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί επίσης για την Ξυλαγανή και το Νέο Σιδηροχώρι, όπου οι κάτοικοι μεταφύτευσαν τις πατροπαράδοτες λατρείες τους, ακριβώς επειδή αυτές λειτουργούσαν ως σημεία συσπείρωσης της μνήμης και ως πόλοι σχηματισμού της τοπικής ταυτότητας για τους πρώτους πρόσφυγες κατοίκους των χωριών αυτών. Η περίπτωση της οικοδόμησης ναού του αγίου Ευγενίου στα Πετρωτά, και η άμεση σχέση της λατρείας του αγίου αυτού με τον Πόντο και την Τραπεζούντα, αλλά και η εξωτερική μορφή του ναού, που μιμείται την αρχιτεκτονική του παλαιού ναού του αγίου που υπήρχε εκεί, αποτελούν νομίζω την καλύτερη απόδειξη για την ακρίβεια αυτών των συμπερασμάτων.

Από την άλλη πλευρά, η εαρινή τιμή του αγίου Αθανασίου, ιδιαιτέρως διαδομένη στη Θράκη, υπάρχει και σε άλλους οικισμούς, όπως λ.χ. στο Κόσμιο, μαζί με την τιμή στην Κοίμηση της Θεοτόκου, καθώς αυτή διαπιστώνεται τόσο στην ίδια την πόλη της Κομοτηνής, με την αφιέρωση του μητροπολιτικού ναού, όσο και στη Μαρώνεια. Στην ίδια κατηγορία μπορούμε να αναφέρουμε το προσκύνημα της αγίας Μαρίνας στον Ιμερο, με την ανάπτυξη λατρευτικών και αφιερωματικών πρακτικών που αναφέρονται στην προστασία των μικρών παιδιών, και στην προσπάθεια μεταφοράς της θεϊκής προστασίας στους πιστούς μέσω συγκεκριμένων αντικειμένων και ταμάτων, μια πανελληνίως διαδομένη λατρευτική αντίληψη, που εκδηλώνεται με ανάλογες τελετουργικές πρακτικές.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα τελετουργικά στοιχεία των προσφύγων ήρθαν να συνδυαστούν με προϋπάρχουσα ανάλογη παράδοση των ντόπιων, όπως φαίνεται στη θρακική λατρεία του αγίου Τρύφωνα. Ο άγιος, κατεξοχήν προστάτης των βορειοθρακών αμπελοκαλλιεργητών, ετιμάτο και στην περιοχή της Κομοτηνής, και τα επιπλέον παραστατικά στοιχεία της λατρείας των προσφύγων ουσιαστικά συνδυάστηκαν με την τοπική παράδοση, εμπλουτίζοντάς την. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, οι σχέσεις μεταξύ προσφύγων και ντόπιων υπήρξαν ιδιαιτέρως ανταγωνιστικές και τεταμένες, κι αυτό αντανακλάται και στα δεδομένα της παραδοσιακής θρησκευτικής συμπεριφοράς τους, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από πληροφορίες που διαθέτουμε από την Αίγειρο.

Από την άλλη πλευρά, η δημιουργία, οργάνωση και δράση στην Κομοτηνή πολλών εθνοτοπικών συλλόγων, που συγκροτήθηκαν με κριτήριο την καταγωγή των μελών τους από συγκεκριμένη «αλησμόνητη» πατρίδα, οδήγησε, στο πλαίσιο της πολιτιστικής δράσης των συλλόγων αυτών, στην ανα-παραστατική «αναβίωση» πολλών εθίμων της λαϊκής λατρείας. Για παράδειγμα, των μαντευμάτων του κλήδονα, της θερινής λατρείας του γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου (24 Ιουνίου), των τελετουργικών πυρών του Δωδεκαημέρου, αλλά και της παρασκευής ειδικών τελετουργικών τροφών ορισμένων περιοχών, στο πλαίσιο όχι του σπιτιού, αλλά δημόσιων εκδηλώσεων, ως δήλωση σαφούς πολιτισμικής και τοπικής ταυτότητας των συντελεστών.

Δεν είναι τυχαίο ότι, αποκορύφωμα των εκδηλώσεων αυτών αποτελούν ο αγερμός των μελών του συλλόγου, με τοπικές ενδυμασίες, για να ψάλλουν τα κάλαντα των εορτών του Δωδεκαημέρου, με την τέλεση και αναλόγων εθίμων της περιόδου, αλλά και η διοργάνωση ανάλογων εκδηλώσεων, κατά κανόνα με τη μορφή «χοροεσπερίδων» ή «μουσικοχορευτικών» παραστάσεων των διαφόρων συλλόγων, όπου και πάλι το τοπικό χρώμα και το ανάλογο τοπικό πνεύμα επικρατούν.