Γράφει ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμίας

Εις το τέλος• ψαλμός ωδής του εγκαινισμού του οίκου• Δαυίδ.

2 Υψώσω σε, Κύριε, ότι υπέλαβές με και ουκ εύφρανας τους εχθρούς μου επ᾿ εμέ. 3 Κύριε ο Θεός μου, εκέκραξα προς σε, και ιάσω με• 4 Κύριε, ανήγαγες εξ άδου την ψυχήν μου, έσωσάς με από των καταβαινόντων εις λάκκον. 5 ψάλατε τω Κυρίω, οι όσιοι αυτού, και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού• 6 ότι οργή εν τω θυμώ αυτού, και ζωή εν τω θελήματι αυτού• το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις. 7 εγώ δε είπα εν τη ευθηνία μου• ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα. 8 Κύριε, εν τω θελήματί σου παρέσχου τω κάλλει μου δύναμιν• απέστρεψας δε το πρόσωπόν σου και εγενήθην τεταραγμένος. 9 προς σε, Κύριε, κεκράξομαι, και προς τον Θεόν μου δεηθήσομαι. 10 τις ωφέλεια εν τω αίματί μου εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν; μη εξομολογήσεταί σοι χούς η αναγγελεί την αλήθειάν σου; 11 ήκουσε Κύριος, και ηλέησέ με, Κύριος εγενήθη βοηθός μου. 12 έστρεψας τον κοπετόν μου εις χαράν εμοί, διέρρηξας τον σάκκον μου και περιέζωσάς με ευφροσύνην, 13 όπως αν ψάλη σοι η δόξα μου και ου μη κατανυγώ. Κύριε ο Θεός μου, εις τον αιώνα εξομολογήσομαί σοι.

1. Στον μικρό αυτό Ψαλμό διακρίνουμε δύο θέματα, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους κατά την έννοιά τους. Στο πρώτο, στιχ. 2-6, ο ποιητής μας ευχαριστεί τον Θεό για τη διάσωσή του από κάποια βαρειά του ασθένεια και στο δεύτερο μέρος, στιχ. 7-13, εκθέτει την ιστορία της ασθένειάς του αυτής.

Αρχίζοντας, λοιπόν, ο ποιητής την ευχαριστία του προς τον Θεό, λέγει προς Αυτόν, «υψώσω σε, Κύριε, ότι υπέλαβές με» (στιχ. 2). Υψώνει», δηλαδή, δοξάζει τον Θεό, γιατί τον «υπέβαλε», τον έσωσε από κρημνό, από κίνδυνο βέβαιο και βαρύ. Δηλαδή, τον έσωσε από θάνατο. Και ο θάνατος του ψαλμωδού θα έδινε χαρά και αγαλλίαση στους εχθρούς του (στιχ. 2β). Πιο καθαρά στη συνέχεια ομιλεί ο ποιητής για τη θεραπεία του («ιάσω με», στιχ. 3) λέγοντας στον Θεό με ευγμωμοσύνη, «ανήγαγες εξ Αδου την ψυχήν μου, έσωσάς με από των καταβαινόντων εις λάκκον» (στιχ. 4).Εδώ φαίνεται καθαρά ότι ήταν πολύ βαρειά η ασθένεια του ποιητού μας, ότι ήταν θανατηφόρα, γιατί λέγει για «Αδη» και για «λάκκο», δηλαδή, για τάφο. Αν ο Θεός δεν τον θεράπευε, ο ψαλμωδός μας, θα απέθνησκε.

2. Ευγνώμων ψυχή ο ψαλμωδός, θέλει να υμνήσει τον Θεό, αλλά αισθάνεται αδύναμος, μόνος αυτός, να εκφράσει επάξιον ύμνον ευχαριστίας προς Αυτόν. Γι’ αυτό και για την περίπτωσή του, ζητώντας τρόπον τινά βοήθεια, αποτείνεται στους ψάλτες του Ισραήλ, για να ενώσουν και αυτοί την ψαλμωδία τους μαζί του, ώστε να είναι μεγαλοπρεπέστερη και μελωδικότερη η ευχαριστήρια υμνωδία του. Και λέγει, λοιπόν, προς αυτούς: «Ψάλατε τω Κυρίω οι όσιοι αυτού και εξομολογείσθε τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού» (στιχ. 5). Την «αγιωσύνη» του Κυρίου, δηλαδή, τη δόξα Του, την εκφράζει το ακοινώνητο Ονομά Του «Γιαχβέ». Γι᾽ αυτό το Ονομά Του είπε ο Θεός στον Μωυσή: «Τούτό μου εστιν όνομα αιώνιον και μνημόσυνον γενεών γενεαίς» (Εξ. 3,15). Και εδώ ο ποιητής μας λέγει: «Τη μνήμη της αγιωσύνης αυτού» (στιχ. 5). Και για ποιο θέμα αυτός και οι ψάλτες του Ισραήλ θα υμνήσουν τον Θεό; «Οτι οργή εν τω θυμώ αυτού και ζωή εν τω θελήματι αυτού» (στιχ. 6α)! Διότι, δηλαδή, ο Θεός δεν έδειξε θυμό και οργή απέναντι στον ποιητή μας για τα αμαρτήματά του, αλλά έδειξε έλεος και τον ζωογόνησε. Εδώ ο ποιητής του Ψαλμού μας σαν να επισκοπεί τον εαυτό του και βλέπει σ’ αυτόν ενοχές, για τις οποίες άξιζε τον «θυμό» του Κυρίου, αλλά Τον ευχαριστεί, διότι έδειξε σ᾽ αυτόν αγάπη και τον έσωσε από την βαρειά του ασθένεια. Το Εβραϊκό κείμενο πάντως εδώ (στιχ. 6α) εξαίρει ιδιαίτερα την αγάπη του Θεού και λέγει: «Μία και μόνη στιγμή (ο Θεός) βρίσκεται στον θυμό Του, ζωή δε σε όλη την (για ‘μας) ευδοκία Του»! Παρόμοια λέγει και ο προφήτης Ησαΐας εις 54,7-8 του βιβλίου του, ο οποίος παρουσιάζει τον Θεό να λέγει: «Χρόνον μικρόν κατέλιπόν σε, και μετά ελέους μεγάλου ελεήσω σε• εν θυμώ μικρώ απέστρεψα το πρόσωπόν μου από σου, και εν ελέει αιωνίω ελεήσω σε»!Το έλεος και η αγάπη του Θεού, κατά τον ψαλμικό μας στιχ., φαίνεται στο ότι πολύ σύντομα σπουγγίζει τα δάκρυά μας: «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις» (στιχ. 6β)!

3. Στη συνέχεια ο ποιητής μας στρέφει τον νου του στο παρελθόν και εξιστορεί τα σχετικά με την ασθένειά του. Θέλοντας δε να βρεί την αιτία των δεινών του, λέγει ότι το κακό το έπαθε από την υπερηφάνειά του, από μια βεβαιότητα που είχε για την ασφάλειά του, σαν και αυτή που είχε ο αποκτηνωθείς Ναβουχοδονόσορ (βλ. Δαν. 4,27), ή σαν αυτή του άφρονα πλουσίου της παραβολής (βλ. Λουκ. 12,19). Λέγει, λοιπόν, ο ποιητής μας σχετικά με την αιτία της ασθένειάς του: «Εγώ δε είπα εν τη ευθυνία μου (= όταν ευημερούσα)• “Ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα”» (στιχ. 7)!..Ηταν καιρός, δηλαδή, που ο ποιητής μας -ο Δαβίδ κατά την επιγραφή του Ψαλμού- ζούσε σε απέραντη υλική ευτυχία και αμεριμνησία και νόμιζε ότι η κατάστασή του αυτή θα διαρκούσε για πάντα. Και είπε τον υπερήφανο λόγο: «Ου μη σαλευθώ εις τον αιώνα» (στιχ. 7)!... Λησμόνησε όμως ότι, αν ανθεί και δοξάζεται, αυτό οφείλεται στη δύναμη και τη Χάρη, που του έδωσε ο Θεός («Κύριε, εν τω θελήματί σου παρέσχου τω κάλλει μου δύναμιν», στιχ. 8). Αλλά, τι ήταν αυτό που συνέβηκε τότε; Ο Θεός για την υπερηφάνειά του και το αίσθημα ασφαλείας, που του χάριζε το αίσθημα αυτό, «απέστρεψε το πρόσωπό Του (από τον ποιητή μας) και (αυτός, ο ποιητής) εγένετο τεταραγμένος» (στιχ. 8)!... Ετσι ταράχθηκε η υγεία του ποιητού μας. Αλλά ενόησε την αμαρτία του και από την οδυνηρά του κλίνη άρχισε να κραυγάζει και να λέει ταπεινά ρήματα μετανοίας: «Προς σε, Κύριε, κεκράξομαι και προς τον Θεόν μου δεηθήσομαι. Τις ωφέλεια εν τω αίματί μου εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν; Μη εξομολογήσεταί σοι χούς, ή αναγγελεί την αλήθειάν σου;» (στιχ. 9-10). Είναι σαν να λέγει στον Θεό ο ποιητής μας, όπως ωραία εννοεί τους λόγους του ο ερμηνευτής Καλλίνικος:«Τι θα καταλάβης, Θεέ, αν με σφάξης; Εις τι θα σε ωφελήση το αίμά μου; Τι καλόν θα ίδης αν εγώ, ο ισόβιος υμνητής σου, καταβώ εις την φθοράν του τάφου και μεταβληθώ εις χώμα; Δεν είναι διά σε ακόμη συμφερώτερον να με διατηρήσεις εν τη ζωή, διά να σε ανυμνώ και σε ευαγγελίζωμαι και να διαδίδω την θείαν σου αποκάλυψιν;»!

4. Το αποτέλεσμα της ταπεινής και θερμής προσευχής του ποιητού μας ήταν ότι ο Θεός τον «ελέησε», τον ευσπλαγχνίσθηκε, δηλαδή, και τον έσωσε από τη σοβαρή κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η ζωή του (στιχ. 11). Τη χαροποιό και σωτήρια αυτή αλλαγή του εκφράζει τώρα ο ποιητής μας, λέγοντας στον Θεό ότι τον «κοπετό» του, τον θρήνο του και την οδύνη του, δηλαδή, τον μετέτρεψε σε «χαρά» ή εις «χορόν» (εβρ. «μελαχώλ»), όπως διαβάζουν άλλοι το κείμενο (στιχ. 12α). Ενώ, δηλαδή, πρώτα κατέρρεε και δεν μπορούσε να στεριώσει τα πόδια του στο έδαφος, τώρα, που απέκτησε πάλι την υγεία του, πατάει γερά και από τη μεγάλη του, την υπερβολική του χαρά, κτυπά τα πόδια του ρυθμικά στο έδαφος! Και εκφράζει πάλι την αλλαγή του αυτή ο ψαλμωδός μας, παριστώντας τον Θεό ότι τον έντυσε γιορτινά («περιέζωσάς με ευφροσύνην»), σχίζοντας έτσι το πένθιμο ρούχο του («διέρρηξας τον σάκκον μου»), συμβολικό ένδυμα της επικίνδυνης καταστάσεως, στην οποία βρισκόταν (στιχ. 12).

5. Ευγνώμων, τέλος, ο ποιητής μας προς τον Θεό για το θαύμα της θεραπείας που του χάρισε, υπόσχεται λέγοντας ότι πάντοτε θα Τον υμνεί και θα Τον δοξάζει: «Οπως αν ψάλη σοι -λέγει προς τον Θεό- η δόξα μου και ου μη κατανυγώ. Κύριε ο Θεός μου εις τον αιώνα εξομολογήσομαι» (στιχ. 13). Αλλά ποια είναι αυτή η «δόξα», με την οποία ο Δαβίδ -κατά την επιγραφή του Ψαλμού- θα δοξάσει τον Θεό; Είναι η ψυχή του, η «κατ᾽ εικόνα του Θεού» πλασθείσα, με σκοπό να μετάσχει στη «δόξα» του Θεού. Ετσι, λοιπόν, ο ποιητής μας θα δοξάζει για πάντα τον Θεό και δεν θα «κατανυγεί» πιά (στιχ. 13), δεν θα βυθιστεί, δηλαδή, ξανά στη λύπη.