Γράφει ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμίας

2Επί σοι, Κύριε, ήλπισα, μη καταισχυνθείην εις τον αιώνα· εν τη δικαιοσύνη σου ρύσαί με και εξελού με. 3κλίνον προς με το ούς σου, τάχυνον του εξελέσθαι με· γενού μοι εις Θεόν υπερασπιστήν και εις οίκον καταφυγής του σώσαί με. 4ότι κραταίωμά μου και καταφυγή μου ει συ και ένεκεν του ονόματός σου οδηγήσεις με και διαθρέψεις με· 5εξάξεις με εκ παγίδος ταύτης, ης έκρυψάν μοι, ότι συ ει ο υπερασπιστής μου, Κύριε. 6εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου· ελυτρώσω με, Κύριε ο Θεός της αληθείας. 7εμίσησας τους διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενής· εγώ δε επί τω Κυρίω ήλπισα. 8αγαλλιάσομαι και ευφρανθήσομαι επί τω ελέει σου, ότι επείδες την ταπείνωσίν μου, έσωσας εκ των αναγκών την ψυχήν μου 9και ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, έστησας εν ευρυχώρω τους πόδας μου.

10ελέησόν με, Κύριε, ότι θλίβομαι· εταράχθη εν θυμώ ο οφθαλμός μου, η ψυχή μου και η γαστήρ μου. 11ότι εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς· ησθένησεν εν πτωχεία η ισχύς μου, και τα οστά μου εταράχθησαν. 12παρά πάντας τους εχθρούς μου εγενήθην όνειδος και τοις γείτοσί μου σφόδρα, και φόβος τοις γνωστοίς μου· οι θεωρούντες με έξω έφυγον απ᾿ εμού. 13επελήσθην ωσεί νεκρός από καρδίας, εγενήθην ωσεί σκεύος απολωλός. 14ότι ήκουσα ψόγον πολλών παροικούντων κυκλόθεν· εν τω επισυναχθήναι αυτούς άμα επ᾿ εμέ του λαβείν την ψυχήν μου εβουλεύσαντο. 15εγώ δε επί σοι ήλπισα, Κύριε, είπα· συ ει ο Θεός μου.16εν ταίς χερσί σου οι κλήροί μου*· ρύσαί με εκ χειρός εχθρών μου και εκ των καταδιωκόντων με. 17επίφανον το πρόσωπόν σου επί τον δούλόν σου, σώσόν με εν τω ελέει σου. 18Κύριε, μη καταισχυνθείην, ότι επεκαλεσάμην σε· αισχυνθείησαν οι ασεβείς και καταχθείησαν εις άδου. 19άλαλα γενηθήτω τα χείλη τα δόλια τα λαλούντα κατά του δικαίου ανομίαν εν υπερηφανία και εξουδενώσει.

20ως πολύ το πλήθος της χρηστότητός σου, Κύριε, ης έκρυψας τοις φοβουμένοις σε, εξειργάσω τοις ελπίζουσιν επί σε εναντίον των υιών των ανθρώπων. 21κατακρύψεις αυτούς εν αποκρύφω του προσώπου σου από ταραχής ανθρώπων, σκεπάσεις αυτούς εν σκηνή από αντιλογίας γλωσσών. 22ευλογητός Κύριος, ότι εθαυμάστωσε το έλεος αυτού εν πόλει περιοχής. 23εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· απέρριμμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. διά τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου εν τω κεκραγέναι με προς σε. 24αγαπήσατε τον Κύριον πάντες οι όσιοι αυτού, ότι αληθείας εκζητεί Κύριος και ανταποδίδωσι τοις περισσώς ποιούσιν υπερηφανίαν. 25ανδρίζεσθε, και κραταιούσθω η καρδία υμών, πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον.

Ο 30ος Ψαλμός, τον οποίο θα ερμηνεύσω, είναι ολίγον εκτεταμένος, αλλά χωρίζεται μόνος του σε τρία μέρη με διαφορετικό θέμα και κατάσταση έκαστο μέρος. Το Α’ μέρος (στιχ. 2-9) αναφέρεται στο παρελθόν. Το Β’ μέρος (στιχ. 10-19) στο παρόν και το Γ’ μέρος (στιχ. 20-25) στο μέλλον. Για την καλύτερη μελέτη του και κατάληψή του, θα εξετάσουμε κάθε μέρος χωριστά.

Α’ Μέρος (στιχ. 2-9)

ποιητής του Ψαλμού, που είναι ο Δαβίδ, όπως το λέγει η επιγραφή, λέγει με πόνο και αγωνία ότι βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση, βρίσκεται σε «παγίδα» και παρακαλεί τον Θεό να επέμβει θαυματουργικά και να τον διασώσει από τα δόλια τεχνάσματα, γιατί είναι Θεός που τον έχει υπερασπίσει πολλές φορές στο παρελθόν: «Εξάξεις με εκ παγίδος ταύτης ης έκρυψάν μοι ότι συ ει ο υπερασπιστής μου, Κύριε» (στιχ. 5). Δεν γνωρίζουμε να πούμε ακριβώς ποια είναι η κατάσταση, στην οποία αναφέρεται ο ψαλμωδός μας. Είπαν ότι πρόκειται για την καταδίωξη του Δαβίδ από τον Σαούλ στην έρημο Μαών (Α’ Βασ. 23,25 εξ.)· άλλοι όμως είπαν για τις τιμωρίες που συνέβησαν στον Δαβίδ για τα δυό του σοβαρά αμαρτήματα, για την εγκατάλειψή του από τον λαό και τους έμπιστους συμβούλους του, για την επανάσταση του Αβεσσαλώμ εναντίον του· συγκεκριμένα όμως, για την «παγίδα» που αναφέρει ο ποιητής, εννοεί μάλλον τις κακόβουλες συμβουλές του Αχιτόφελ και τα στρατηγικά του τεχνάσματα.

Ξεκινώντας, λοιπόν, ο Δαβίδ από τη δεινή κατάσταση του παρόντος και θέλοντας να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού για να σωθεί, ανατρέχει στο παρελθόν, όταν ένοιωθε τον Θεό τον «υπερασπιστή» του (στιχ. 3.5) και «καταφυγή» του (στιχ. 4). Και ζητά και ικετεύει έτσι να του φανεί και τώρα ο Θεός στην κατάσταση που βρίσκεται. Από το παρελθόν ο ποιητής διέγνωσε ότι ο Θεός είναι «δίκαιος» («εν τη δικαιοσύνη σου», στιχ. 2) και επομένως, ως δίκαιος δεν θα επιτρέψει παράνομη ανατροπή του θρόνου του, όπως το θέλουν οι εχθροί του, θρόνου που ιδρύθη από Αυτόν, τον Θεό! Οι πράξεις των εχθρών του, οι άνομες πράξεις, είναι «ματαιότητες» και μάλιστα «διακενής», που δεν φέρουν, δηλαδή, κανένα καρπό, καμμία ωφέλεια. Και ο Θεός έμαθε από το παρελθόν της ζωής του ότι ο Θεός «εμίσησε τους διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενής» (στιχ. 7). Και επομένως, αφού ο ποιητής γνωρίζει καλώς ότι ο Θεός μισεί και βδελύσσεται τα πονηρά διαβούλια των κακοποιών ανθρώπων, είναι βέβαιος ότι θα τα ματαιώσει και δεν θα πραγματοποιηθούν τα σχέδια των εχθρών εναντίον του. Γιατί αυτός ελπίζει στον Κύριο (στιχ. 7). Και λέγει τώρα ο Δαβίδ εκείνο το ωραίο, το οποίο επανέλαβε και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός προς τον ουράνιο Πατέρα Του εκπνέων επί του Σταυρού: «Εις χείράς σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (στιχ. 6· βλ. Λουκ. 23,46)! Και επαναπαύεται με τον λόγο του αυτόν ο ποιητής μας, βέβαιος ότι ο Θεός που είναι «Θεός της αληθείας» και υπερασπίζεται την αλήθεια, θα τον «λυτρώσει» από τη δεινή κατάσταση που του δημιούργησαν οι εχθροί του (στιχ. 6β).

Από το παρελθόν του πάλι ο Δαβίδ θυμάται ότι και άλλοτε βρέθηκε σε παρόμοια κατάσταση, όπως την παρούσα, που οι εχθροί του ήθελαν να τον «εγκλείσουν», να τον αιχμαλωτίσουν, αλλά ο Θεός δεν τους επέτρεψε· αντίθετα ο Θεός «έστησε εν ευρυχώρω τους πόδας του» (στιχ. 9). Τον έκανε, δηλαδή, να δρα ελεύθερα και να εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις για όφελός του. Ετσι ελπίζει και πιστεύει ο ποιητής μας, προφητάναξ Δαβίδ, ότι θα συμβεί και τώρα.

Ακολουθεί το Β’ μέρος του Ψαλμού, που αναφέρεται στο παρόν της καταστάσεως του ποιητού.