Του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι· 2μακάριος ανήρ, ω ου μη λογίσηται Κύριος αμαρτίαν, ουδέ εστιν εν τω στόματι αυτού δόλος. 3 Οτι εσίγησα, επαλαιώθη τα οστά μου από του κράζειν με όλην την ημέραν· 4ότι ημέρας και νυκτός εβαρύνθη επ᾽ εμέ η χείρ σου, εστράφην εις ταλαιπωρίαν εν τω εμπαγήναί μοι άκανθαν. (διάψαλμα). 5Την αμαρτίαν μου εγνώρισα και την ανομίαν μου ουκ εκάλυψα· είπα· εξαγορεύσω κατ᾽ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω· και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. (διάψαλμα). 6Υπέρ ταύτης προσεύξεται προς σε πας όσιος εν καιρώ ευθέτω· πλην εν κατακλυσμώ υδάτων πολλών προς αυτόν ουκ εγγιούσι. 7Συ μου ει καταφυγή από θλίψεως της περιεχούσης με· το αγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με από των κυκλωσάντων με. (διάψαλμα). 8Συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδώ ταύτη, η πορεύση, επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου. 9Μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οις ουκ έστι σύνεσις, εν κημώ και χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις των μη εγγιζόντων προς σε. 10Πολλαί αι μάστιγες του αμαρτωλού, τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει. 11Ευφράνθητε επί Κύριον και αγαλλιάσθε, δίκαιοι, και καυχάσθε, πάντες οι ευθείς τη καρδία.

1. Ο ψαλμός αυτός είναι υπέροχος. Ανήκει στους ψαλμούς περί μετανοίας. Δεν αναφέρεται όμως στο στάδιο του ανθρώπου εκείνου που αγωνίζεται και παλεύει προς την αμαρτωλή του κλίση και ροπή, αλλά ο ποιητής μας τα έχει ξεπεράσει αυτά, νιώθει τον εαυτό του λυτρωμένο από τις αμαρτίες και με έμφαση λέγει από την αρχή, «Μακάριοι ων αφέθησαν αι ανομίαι και ων επεκαλύφθησαν αι αμαρτίαι» (στιχ. 1). Αλλά από που ο ποιητής μας γνώρισε την άφεση των αμαρτιών του; Τη γνώρισε από μια μυστική χάρη και χαρά που Τον πληροφόρησε γι’ αυτό. Ή, από τον ίδιο τον ψαλμό μας μπορούμε να πούμε το εξής: Ο ψαλμωδός μας είχε πληγεί από κάποια ασθένεια, η οποία, κατά την αντίληψη της Παλαιάς Διαθήκης, είχε εσωτερικά αίτια, τη διάπραξη κάποιας αμαρτίας. Ο ψαλμωδός μας, λοιπόν, με αφορμή την ασθένειά του, έστρεψε την προσοχή του στην ψυχική του κατάσταση, είδε την αμαρτωλότητά του, πάλαισε γι’ αυτήν και από την πάροδο της ασθένειάς του εννόησε την άφεση της αμαρτίας του, τη λύτρωσή του απ’ αυτήν.

2. Στη συνέχεια του ψαλμού, ο ποιητής στρέφει τον νού του στο παρελθόν, τότε που δεν είχε ζωτικό το ενδιαφέρον να μεριμνήσει για την ψυχή του και αντιπαρερχόταν αδιάφορα την ψυχική του κατάσταση («ότι εσίγησα» στιχ. 3). Εν τω μεταξύ όμως, ο ποιητής μας δεν ένιωθε καθόλου καλά, ούτε σωματικά, ούτε ψυχικά. Ενιωθε ένα αγκάθι μέσα του, όπως το λέγει καθαρά: «Εν τω εμπαγήναί μοι άκανθαν» (στιχ. 4β). Μέρα και νύχτα ένιωθε ένα χέρι δυνατό, του Θεού το χέρι, να Του καταπλακώνει τα σωθικά του και να νιώθει ανυπόφορα. Ο ποιητής μας περιγράφει οδυνηρά την κατάστασή του λέγοντας, «ημέρας και νυκτός εβαρύνθη επ’ εμέ η χείρ σου». Ανυπόφορη κατάσταση! Και λέγει ακόμη: «Εστράφην εις ταλαιπωρίαν» (στιχ. 4α). Βλέπουμε ότι ο ποιητής μας ζει ένα ψυχικό δράμα και το δράμα του συμβαίνει διότι (όπως θέλουν να διαβάζουν οι ερμηνευτές) «την αμαρτία του δεν εγνώρισε ακόμη και την ανομία του προσπαθούσε να την καλύψει» (στιχ. 5α).

3. Αλλά μια στιγμή, ωραία στιγμή για τον ποιητή μας, στιγμή που του ήλθε βέβαια από τον Θεό, έλαβε τη σταθερή απόφαση: Να ερευνήσει τον εσωτερικό του πνευματικό κόσμο, να βρεί την αμαρτία για την οποία υποφέρει και να πάει να την εξομολογηθεί. Γι’ αυτό και με έμφαση λέγει: «Είπα· εξαγορεύσω κατ᾽ εμού την ανομίαν μου τω Κυρίω» (στιχ. 5α). Και όταν έγινε αυτό, ο ποιητής μας ένιωσε μέσα του δυνατή πληροφορία από τον Θεό ότι συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες του, το «αγκάθι» αυτό, όπως μας το είπε παραπάνω, που τον κατατρυπούσε ψυχικά μέρα και νύχτα, γι’ αυτό και λέγει τώρα με βεβαιότητα: «Και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου» (στιχ. 5β).

4. Στη συνέχεια αρχίζει το τελευταίο μέρος του ψαλμού, που είναι το διδακτικό του τμήμα και ο ποιητής μας λέγει: Κάθε όσιος, δηλαδή κάθε ευσεβής, πρέπει να προσεύχεται με μετάνοια («προσεύξεται», στιχ. 6). Πρέπει να εξομολογείται την αμαρτία του («υπέρ ταύτης», στιχ. 6) και να την εξομολογείται μάλιστα στον κατάλληλο καιρό («εν καιρώ ευθέτω», στιχ. 6). Και έτσι ζώντας ο άνθρωπος εν μετανοία δεν θα του έρθουν κατεπάνω του καταστροφές και δεινά («πλην εν κατακλυσμώ υδάτων πολλών προς αυτόν ουκ εγγυούσι», στιχ. 6).

Ακόμη εντονώτερα, απευθυνόμενος φαίνεται ο ποιητής μας σε στενό του περιβάλλον, στο παιδί του ίσως και συμβουλεύοντάς το να ακολουθεί την οδό του Θεού, την οποία αυτός από την πείρα του είδε ότι είναι η συμφέρουσα για την ευτυχία της ζωής, του λέγει: «Συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδώ ταύτη, η πορεύση, επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου» (στιχ. 8). Μεγάλη φροντίδα πατρός προς υιό. Πραγματικά, όπως θέλουν οι ερμηνευτές να διαβάζουν το Εβραϊκό κείμενο, ο ποιητής ομιλεί εδώ στον υιό του.

Πρέπει όμως και οι υιοί να είναι πειθαρχικοί και υπάκοοι προς τους γονείς τους, να υπακούουν πρόθυμα στα λόγια τους. Να μην είναι σαν τα άλογα ζώα, που θέλουν χαλινάρια για να πορευτούν κατά τις εντολές του αφεντικού τους. Γι’ αυτό και λέγει ο ποιητής στον υιό του, ή γενικότερα σε αυτούς που απευθύνεται: «Μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οις ουκ έσται σύνεσις» (στιχ. 9).

Κατακλείοντας τον ψαλμό του, ο ποιητής μας εκφράζει συνοπτικά τη διδακτική του συμβουλή λέγοντας: «Πολλαί αι μάστιγες του αμαρτωλού, τον δε ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει» (στιχ. 10)!