Toυ Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

ΔΙΚΑΣΟΝ, Κύριε, τους αδικούντάς με, πολέμησον τους πολεμούντάς με. 2επιλαβού όπλου και θυρεού και ανάστηθι εις την βοήθειάν μου, 3έκχεον ρομφαίαν και σύγκλεισον εξ εναντίας των καταδιωκόντων με· είπον τη ψυχή μου· Σωτηρία σου ειμι εγώ. 4αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου, αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω και καταισχυνθήτωσαν οι λογιζόμενοί μοι κακά. 5γενηθήτωσαν ωσεί χνούς κατά πρόσωπον ανέμου, και άγγελος Κυρίου εκθλίβων αυτούς·

6γενηθήτω η οδός αυτών σκότος και ολίσθημα, και άγγελος Κυρίου καταδιώκων αυτούς· 7ότι δωρεάν έκρυψάν μοι διαφθοράν παγίδος αυτών, μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου. 8ελθέτω αυτώ παγίς, ην ου γινώσκει, και η θήρα, ην έκρυψε, συλλαβέτω αυτόν, και εν τη παγίδι πεσείται εν αυτή. 9η δε ψυχή μου αγαλλιάσεται επί τω Κυρίω, τερφθήσεται επί τω σωτηρίω αυτού. 10πάντα τα οστά μου ερούσι· Κύριε, τις όμοιός σοι; ρυόμενος πτωχόν εκ χειρός στερεωτέρων αυτού και πτωχόν και πένητα από των διαρπαζόντων αυτόν.

11αναστάντες μοι μάρτυρες άδικοι, α ουκ εγίνωσκον, επηρώτων με. 12ανταπεδίδοσάν μοι πονηρά αντί αγαθών και ατεκνίαν τη ψυχή μου. 13εγώ δε εν τω αυτούς παρενοχλείν μοι ενεδυόμην σάκκον και εταπείνουν εν νηστεία την ψυχήν μου, και η προσευχή μου εις κόλπον μου αποστραφήσεται. 14ως πλησίον, ως αδελφώ ημετέρω ούτως ευηρέστουν· ως πενθών και σκυθρωπάζων, ούτως εταπεινούμην. 15και κατ᾿ εμού ευφράνθησαν και συνήχθησαν, συνήχθησαν επ᾿ εμέ μάστιγες, και ουκ έγνων, διεσχίσθησαν και ου κατενύγησαν.16επείρασάν με, εξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμώ, έβρυξαν επ’ εμέ τους οδόντας αυτών.

17Κύριε, πότε επόψη; αποκατάστησον την ψυχήν μου από της κακουργίας αυτών, από λεόντων την μονογενή μου. 18εξομολογήσομαί σοι εν εκκλησία πολλή, εν λαώ βαρεί αινέσω σε. 19μη επιχαρείησάν μοι οι εχθραίνοντές μοι αδίκως, οι μισούντες με δωρεάν και διανεύοντες οφθαλμοίς. 20ότι εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επ᾿ οργήν δόλους διελογίζοντο. 21και επλάτυναν επ᾿ εμέ το στόμα αυτών, είπαν· εύγε, εύγε, είδον οι οφθαλμοί ημών. 22είδες, Κύριε, μη παρασιωπήσης, Κύριε, μη αποστής απ᾿ εμού· 23εξεγέρθητι, Κύριε, και πρόσχες τη κρίσει μου, ο Θεός μου και ο Κύριός μου, εις την δίκην μου.

24κρίνόν με, Κύριε, κατά την δικαιοσύνην σου, Κύριε ο Θεός μου, και μη επιχαρείησάν μοι. 25μη είποισαν εν καρδίαις αυτών· εύγε, εύγε τη ψυχή ημών· μηδέ είποιεν· Κατεπίομεν αυτόν. 26αισχυνθείησαν και εντραπείησαν άμα οι επιχαίροντες τοις κακοίς μου, ενδυσάσθωσαν αισχύνην και εντροπήν οι μεγαλορρημονούντες επ᾿ εμέ. 27αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν οι θέλοντες την δικαιοσύνην μου και ειπάτωσαν διαπαντός· μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι θέλοντες την ειρήνην του δούλου αυτού. 28και η γλώσσά μου μελετήσει την δικαιοσύνην σου, όλην την ημέραν τον έπαινόν σου.

1. Ο Ψαλμωδός μας, ο Δαβίδ, κατά την επιγραφή, είναι περικυκλωμένος από πολλούς λυσσώδεις εχθρούς και η ζωή του βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο. Ο ίδιος δεν αισθάνεται ότι έχει πράξει κακό εναντίον τους, αλλά, αντίθετα, γνωρίζει ότι τους έχει ευεργετήσει. Γι’ αυτό και έχει το θάρρος να απευθυνθεί προς τον Θεό και να ζητήσει απ’ Αυτόν την άμεση επέμβασή Του για τη σωτηρία του. Την επίθεση των εχθρών του εναντίον του ο ψαλμωδός μας την παριστάνει εικονικά ως να τον εισαγάγουν σε δίκη, για να του απευθύνουν τις κατηγορίες τους («δίκασον, Κύριε, τους αδικούντάς με», στιχ.1α), γι’ αυτό και παρακαλεί τον Θεό να σπεύσει να έλθει συνήγορός του για να τον δικαιώσει. Αλλά, σαν πολεμιστής ο Δαβίδ αλλάσει την εικόνα και την κάνει πολεμική. Τον Γιαχβέ Θεό τον παριστάνει ως πάνοπλο πολεμιστή και τον παρακαλεί να αναλάβει διά του ξίφους του την υπόθεση και να τρέψει σε φύγη τους εναντίους του. Αλλά, για να μη διαφύγουν, ο ποιητής παρακαλεί τον Θεό να τους κλείσει τον δρόμο (στιχ.2-3), ορθώνοντας το πελώριο ανάστημά Του. Και τώρα (στιχ. 4-8) ο ποιητής μας λέγει τι θέλει να πάθουν οι εχθροί του με την εμφάνιση του πανισχύρου και τρομερού Γιαχβέ ενώπιόν τους. Θα πάθουν πανικό! Θα χάσουν τον δρόμο τους, θα έρπουν διά ολισθηρών βράχων, ενώ ο άγγελος του ολέθρου θα επισείει το σπαθί πάνω από τα κεφάλια τους και θα τους κεντά όπως παλιά τους Αιγυπτίους και τους Ασσυρίους! Η εικόνα είναι πραγματικά φοβερή, γιατί μαζί με τις καταστρεπτικές δυνάμεις συνδυάζονται και οι υπερφυσικές αγγελικές δυνάμεις. Ο ψαλμωδός μας έχει καθαρή την συνείδησή του ότι δεν έδωσε αφορμή στους εχθρευόμενους αυτόν και όμως αυτοί ζητούν με πείσμα τον θάνατόν του («δωρεάν έκρυψάν μοι διαφοράν παγίδος αυτών», στιχ 7). Θα περίμενε κανείς να ακούσει ότι το μίσος του Ψαλμωδού κατά των εχθρών του θα ικανοποιούσε το δικό του πάθος για την εξόντωσή τους. Αλλά ο ποιητής μας στη συνέχεια δεν λέγει αυτό. Λέγει ότι ζητά την τιμωρία τους όχι γιατί τους μισεί, αλλά για να δικαιωθεί ο Θεός του.Και διά τον λόγο αυτό θα δοκιμάσει χαρά: «Η ψυχή μου (λέγει ο ψαλμωδός για την τιμωρία των εχθρών του) αγαλλιάσεται επί τω Κυρίω, τερφθήσεται επί τω σωτήριω αυτού» (στιχ.9). Θα χαρεί, γιατί φάνηκε από τα πράγματα ότι ο Θεός υπάρχει και δεν είναι αδιάφορος, αλλά επεμβαίνει στην ιστορία και επιβάλλει την δικαιοσύνη του. Θα φανεί ότι ο Θεός υπερασπίζει τους Ιδικούς Του, ότι σώζει τον «πτωχόν εκ χειρός στερεωτέρων αυτού, και πτωχόν και πένητα από των διαρπαζόντων αυτόν» (στιχ. 10).

2. Στη συνέχεια μεταβαίνουμε στο β’ μέρος του Ψαλμού, όπου ο ψαλμωδός ομιλεί με ζωηρότητα για την αχαριστία των αντιπάλων του και δίκαια, λοιπόν, ζητάει την τιμωρία τους. Οπως ψευδομάρτυρες θα μιλήσουν ψευδώς κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έτσι και κατά του Δαβίδ, του ποιητού του ψαλμού μας, θα εμφανιστούν μάρτυρες άδικοι και θα του κάνουν περίεργες ερωτήσεις για να τον περιγελάσουν (στιχ.11). Οι πολέμιοί του του ανταπέδοσαν πονηρά αντί αγαθών, σ’ αυτόν που διέσωσε την τιμή της πατρίδος τους. Μάλιστα οι εχθροί του Δαβίδ επέτυχαν και να τον χωρίσουν από την σύζυγό του Μελχώλ, από τον επιστήθιο φίλο του Ιωνάθαν, από τους γηραλέους γονείς του και έτσι τον έκαναν σαν μία δυστυχισμένη μητέρα, η οποία χωρίς παιδιά φθίνει και πεθαίνει («ατεκνίαν τη ψυχή μου», στιχ.12). Στην αισχρή αυτή συμπεριφορά των εχθρών του ποιητού μας, αυτός νήστευε και προσευχόνταν υπέρ αυτών (στιχ.13)!!! Δεν τους ωφέλησε όμως εις τίποτε η προσευχή του ψαλμωδού μας Δαβίδ. Γιατί; Λόγω της πολλής τους κακίας και πωρώσεως δεν υπήρχε καλό έδαφος στην ψυχή τους να έλθει σ’ αυτήν η Χάρη του Θεού. Αλλά δεν παραμένει ποτέ ανενέργητη η προσευχή, όταν λέγεται από αγαθή και ταπεινή καρδία, γι’ αυτό ο ποιητής μας εδώ λέγει: «Η προσευχή μου εις κόλπον μου αποστραφήσεται» (στιχ.14).Δηλαδή: «Του καλώς προσευχομένου η προσευχή εις αυτόν ανακάμπτει φέρουσα τα αγαθά, υπέρ ων γέγονε και εις κόλπον του προσευχομένου αποστρέφεται»(Δίδυμος). Ας θυμηθούμε και τους λόγους του Κυρίου μας: «Και εάν μεν η η οικία αξία, ελθέτω η ειρήνη υμών επ᾿ αυτήν· εάν δε μη η αξία, η ειρήνη υμών προς υμάς επιστραφήτω»(Ματθ. 10,13).

Κατά τα παρακάτω, αυτοί οι οποίοι ευεργετήθησαν από τον Δαβίδ με τόσες πολλές και μεγάλες ευεργεσίες, έδειξαν σ’ αυτόν αγνώμονα και σκληρή πολεμική. Γι’ αυτό λέγει περί αυτών: «Επείρασάν με, εξεμυκτήρισάν με μυκτηρισμώ, έβρυξαν επ’ εμέ τους οδόντας αυτών» (στιχ. 16), όχι μόνο, αλλά και ευφραίνονταν για τα παθήματά του: «Και κατ’ εμού ευφράνθησαν»(στιχ.15). (βλ. και στιχ. 21)!  Διά τη συμβαίνουσα αυτή αταξία, ο ψαλμωδός μας απευθύνεται προς τον Θεό και τον παρακαλεί να επιβάλει την τάξη και αυτός θα τον υμνήσει ευγνωμόνως σε πολυάριθμο λαό (στιχ 17-18).

3. Από το σημείο αυτό αρχίζει το τρίτο μέρος του Ψαλμού (στιχ19-28), απαλότερο κάπως, στο οποίο ο ποιητής παρακαλεί για την παύση της κακίας. Ομιλεί μεν πάλι ο ποιητής για την κακία των εχθρών του (στιχ. 19-21), αλλά παρακαλεί να μην πραγματοποιηθούν τα σχέδιά τους (στιχ.24-26) και να μη χαρούν οι εχθροί του για την καταστροφή του (στιχ. 26), αλλά να χαρούν οι δίκαιοι, που θα βλέπουν να αναδεικνύεται η δικαιοσύνη του Θεού με τη διάσωση του ποιητού βεβαίως· αυτός δε ο ποιητής υπόσχεται ότι θα υμνεί όλη την ημέρα τη δόξα του Θεού (στιχ. 28).