Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

Η ομολογία πίστεως είναι μία ουσιαστική πράξη του πιστού ανθρώπου, με την οποία εκφράζει, δηλώνει δημόσια την πίστη Του στον αληθινό και ζωντανό Θεό, τον Κύριο Ιησού Χριστό, στη διδασκαλία Του και το έργο Του κατά την προτροπή του Κυρίου προς τους Μαθητές Του «πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» (Ιωάννου ιδ’ 1).

1. Οι ομολογίες πίστεως του αποστόλου Πέτρου (Ματθαίου ιστ’ 16 και Ιωάννου στ’ 68) και του εκ γενετής τυφλού (Ιωάννου θ’ 15 και Ιωάννου θ’ 30-33) δείχνουν ότι η πίστη αυτή γεννιέται από τη ζωντανή επαφή με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, από την κοινωνία με τον Λόγο της ζωής.

Ο Απόστολος Ιωάννης αναφέρεται σ’ αυτή την κοινωνία:

«Σας γράφουμε για τον ζωοποιό Λόγο που υπήρχε εξαρχής. Τον ακούσαμε και τον είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια. Μάλιστα τον είδαμε από κοντά και τα χέρια μας τον ψηλάφισαν. Οταν η ζωή φανερώθηκε, την είδαμε με τα μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τη μαρτυρία μας και σας μιλάμε για την αιώνια ζωή που ήταν με τον Πατέρα, φανερώθηκε όμως σ’ εμάς. Αυτό που είδαμε κι ακούσαμε, το αναγγέλλουμε και σ’ εσάς, για να συμμετάσχετε κι εσείς μ’ εμάς, στην ίδια κοινωνία, που είναι η κοινωνία με τον Πατέρα και με τον Υιό του τον Ιησού Χριστό. Κι αυτά σας τα γράφουμε για να είναι ολοκληρωμένη η χαρά σας» (Α’ Ιωάννου α’ 1-4).

Ομοίως και ο απόστολος Πέτρος δηλώνει, ότι η μαρτυρία του για τον Κύριο Ιησού Χριστό βασίζεται στην εμπειρία που έζησε μαζί με τον Υιό του Θεού (Β’ Πέτρου α’ 15-18).

2. Μέσα στην Εκκλησία ο Ιησούς, ως πρωταγωνιστής του μυστηρίου της σωτηρίας, αποτελεί με τον θάνατο και την ανάστασή Του το αντικείμενο της ομολογίας της πίστεως.

Δεν αρκεί ο λόγος του Θεού να γίνει αποδεκτός και να κατοικεί μέσα μας (Α’ Ιωάννου β’ 14), πρέπει να ομολογηθεί. Η πίστη δεν είναι υπόθεση που παραμένει «εν κρυπτώ». Αντίθετα, ο πιστός οφείλει να δηλώνει φανερά ότι πιστεύει. Εμπνεόμενοι απ’ αυτό το ήθος οι μάρτυρες της πίστεως «εν παντί καιρώ» διεκήρυτταν με παρρησία, χωρίς να φοβούνται, χωρίς να υπολογίζουν τις συνέπειες, ακόμη και αν θα στερούνταν την ζωή τους, την πίστη τους στον Ιησού Χριστό.

Καμιά φορά η απλή συναίνεση χαρακτηρίζεται ως ομολογία σε αντίθεση με την άρνηση εκείνου που δεν πιστεύει στην αποστολή του Ιησού (Α’ Ιωάννου β’ 22).

Η δημόσια διακήρυξη της πίστεως είναι απαραίτητη για τη σωτηρία.

«Οτι εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση· καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Προς Ρωμαίους ι’ 9-10)

Δηλαδή: «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου, πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου πως ο Θεός τον ανάστησε από τους νεκρούς, θα βρείς τη σωτηρία. Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, κι όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία».

3. Η ομολογία της πίστεως χαρακτηρίζεται από τον απόστολο Παύλο ύμνος που προσφέρεται ως θυσία στον Θεό.

«Δι’ αυτού ούν αναφέρωμεν θυσίαν αινέσεως διά παντός τω Θεώ, τούτ’ έστι καρπόν χειλέων ομολογούντων τω ονόματι αυτού» (Προς Εβραίους ιγ’ 15).

Δηλαδή: «Ας προσφέρουμε, λοιπόν, συνεχώς στον Θεό διά του Ιησού σαν θυσία τον ύμνο μας, δηλαδή τον καρπό των χειλιών μας, που ομολογούν το μεγαλείο του».

4. Πρότυπό της έχει την ομολογία που έδωσε ο Κύριός μας Ιησούς με την ενανθρώπησή Του, που ήλθε να μαρτυρήσει για την αλήθεια (Ιωάννου ιη’ 37).

5. Η ομολογία προηγείται του Μυστηρίου του Βαπτίσματος και δίδεται επίσημα και πανηγυρικά. Απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλευση στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας κρίνεται η κοινή ομολογία ολόκληρης της ευχαριστιακής κοινότητας. Ορισμένες περιστάσεις την απαιτούν ιδιαίτερα, όπως αυτές όπου η παράλειψή της θα ισοδυναμούσε με άρνηση (Ιωάννου θ’ 22).

6. Παρ’ όλο τον διωγμό, πρέπει ο πιστός να ομολογεί την πίστη του μπροστά στα δικαστήρια όπως ο απόστολος Πέτρος (Πράξεων δ’ 20), ακόμη και αν πρόκειται να υποστεί μαρτύριο, όπως ο Αρχιδιάκονος Στέφανος (Πράξεων ζ’  56).

Διαφορετικά θα τον αρνηθεί ο Ιησούς Χριστός μπροστά στον Πατέρα Του (Ματθαίου ι’ 32 και Μάρκου η’ 38) αν έχει προτιμήσει την ανθρώπινη δόξα και όχι εκείνη που έρχεται από τον Θεό (Ιωάννου ιβ’ 42).

Οι εκλεκτοί θα συνεχίσουν να ομολογούν στον ουρανό τον Θεό (Αποκαλύψεως ιε’ 3-4) και τον Κύριό μας Ιησού Χριστό (Αποκαλύψεως ε’ 9-10).