Γράφει ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμίας

2Κύριε, μη τω θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με. 3 Οτι τα βέλη σου ενεπάγησάν μοι, και επεστήριξας επ’ εμέ την χείρά σου• 4ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου από προσώπου της οργής σου, ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου από προσώπου των αμαρτιών μου. 5 Οτι αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύνθησαν επ’ εμέ. 6Προσώζεσαν και εσάπησαν οι μώλωπές μου από προσώπου της αφροσύνης μου• 7εταλαιπώρησα και κατεκάμφθην έως τέλους, όλην την ημέραν σκυθρωπάζων επορευόμην. 8 Οτι αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων, και ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου• 9εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα, ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου. 10Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη.

Στον ψαλμό μας αυτόν ο ποιητής του, όπως φαίνεται ήδη από την αρχή, είναι άρρωστος• δέχεται δε ότι η αρρώστια του είναι τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες του. Γι᾿ αυτό και την αρρώστια του την ονομάζει «έλεγχο» και «παιδεία» του Θεού (στιχ. 2). Παρακαλεί δε τον Θεό να μην εξαντλήσει όλο τον θυμό Του και την οργή Του επάνω του, αλλά να φανεί σπλαγχνικότερος σ’ αυτόν, συντέμνοντας τον χρόνο της τιμωρίας του και ελαφρύνοντας την επιβληθείσα τιμωρία. Γι’ αυτό και λέγει από την αρχή «Κύριε, μη τω θυμώ σου ελέγξης με, μηδέ τη οργή σου παιδεύσης με» (στιχ. 2). Στην έκφραση αυτή του ποιητού, τον τόνο πρέπει να τον δώσουμε στις λέξεις «τω θυμώ σου» και «τη οργή σου». Δεν αποκρούει δηλαδή ο ποιητής τον «έλεγχο» και την «παιδεία» του Θεού, δηλαδή την αρρώστια που του έστειλε, αλλά παρακαλεί αυτή η παιδαγωγική τιμωρία να μη γίνει με δυνατό θυμό και οργή του Θεού. Οπως πολύ ωραία ερμηνεύει ο Μέγας Βασίλειος, ο ποιητής μας «ου τον έλεγχον παραιτείται, αλλά τον μετά θυμού... ου φεύγει το παιδευθήναι, δίχα δε οργής της παιδείας τυχείν αξιοί» (Migne 30,84).

Στη συνέχεια του λόγου του ο ποιητής μας αρχίζει να περιγράφει τη φοβερή κατάσταση της αρρώστιας του στην οποία βρίσκεται. Και παριστάνει με δυνατές εικόνες την κατάστασή του. Με τους πόνους που υποφέρει, νομίζει ότι επάνω του έχουν καρφωθεί τα «βέλη» του Θεού, γι’ αυτό και λέγει ότι «τα βέλη σου ενεπάγησάν μοι» (στιχ. 3α). Πραγματικά οι ασθένειες εκφράζονται και αλλού στην Παλαιά Διαθήκη ως «βέλη» του Θεού (Ιώβ 6,4. 16,3. Πρβλ. Ψαλμ. 90,5). Αλλά την αρρώστια του, που την φαντάζεται, είπαμε, προερχόμενη από τον Θεό, ως παιδαγωγική τιμωρία, την παριστάνει στη συνέχεια ο ποιητής και με την εικόνα ενός οργισμένου ανθρώπου, ο οποίος σηκώνει το χέρι του και δίνει χτύπημα στον άλλο, που θέλει να παιδεύσει. Ετσι, λέγει ο ποιητής στον Θεό: «Επεστήριξας επ᾿ εμέ την χείρά σου» (στιχ. 3β).

Ο ποιητής του ψαλμού συνεχίζει να περιγράφει την κατάστασή του στην οποία βρίσκεται: Πάσχει ολόκληρος! Τόσο πάσχει, ώστε ούτε αυτά τα κόκκαλά του, που βρίσκονται στο εσωτερικό του σώματός του, ούτε αυτά δεν έχουν ησυχία, αλλά πονούν και υποφέρουν. «Ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις μου», λέγει (στιχ. 4). Παραδέχεται δε, όπως είπαμε, ότι η ασθένειά του είναι αποτέλεσμα της παιδαγωγικής οργής του Θεού εναντίον του, και αυτή η οργή, παραδέχεται πάλι, έχει αιτία τις αμαρτίες του. «Από προσώπου της οργής σου», λέγει, και «από προσώπου των αμαρτιών μου», προσθέτει (στιχ. 4). Αιτία της ασθενείας του λοιπόν είναι η αμαρτία, πράγμα που ο ποιητής μας με ταπείνωση ομολογεί. Ετσι, η οργή του Θεού δεν παριστάνεται σαν να χτυπά τυφλά τον άνθρωπο, αλλά έρχεται σαν παιδαγωγία του Θεού, σαν τιμωρία των αμαρτιών του. Αντίθετα, στις άλλες τότε θρησκείες, οι θεοί παρουσιάζονται να οργίζονται αυθαίρετα εναντίον των ανθρώπων. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος κατείχετο από τον φόβο προς τον δαίμονα.

Θυμήθηκε λοιπόν τα αμαρτήματά του ο ποιητής μας, τα οποία θεωρεί αιτία της ταλαιπωρίας του και τώρα, επιμένοντας στη μετάνοιά του, ομολογεί το πλήθος των αμαρτιών του με δύο εικόνες. Κατά την πρώτη εικόνα οι ανομίες του είναι τόσο πολλές, ώστε «υπερκάλυψαν» το κεφάλι του, όπως ακριβώς τα νερά κινδυνεύουν να καταποντίσουν τον άνθρωπο που βρίσκεται κάτω από αυτά. «Αι ανομίαι μου –λέγει ο ποιητής– υπερήραν την κεφαλήν μου» (στιχ. 5). Κατά την άλλη εικόνα ο ποιητής μας παριστάνει τόσο πολλές τις ανομίες του, ώστε τις θεωρεί σαν ένα φορτίο βαρύ, που θα τον συντρίψει. «Ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύνθησαν επ’ εμέ», λέγει. Είναι μία εξομολόγηση αυτή του ποιητού μας, στην οποία έδειξε τη βαθειά του μετάνοια.

Αλλά επανέρχεται τώρα στην περιγραφή της καταστάσεώς του. Παρουσιάζεται ότι έχει τραύματα και πληγές στο σώμα του. Πληγές που σαπίζουν και πυορροούν, γι’ αυτό και αποδίδουν δυσοσμία. «Προσώζεσαν», δηλαδή βρώμησαν «και εσάπησαν οι μώλωπές μου», λέγει (στιχ. 5α). Αλλά πάλι παραδέχεται ότι αυτή η κατάστασή του προέρχεται από την αμαρτία του, την οποία τώρα ονομάζει «αφροσύνη» του. «Από προσώπου της αφροσύνης μου», λέγει (στιχ. 5β). Πραγματικά η αμαρτία είναι αφροσύνη. Και ο μέγας Βασίλειος λέγει «παν αμάρτημα κατ’ αφροσύνην γίνεται» (Migne 30,72 εξ. Πρβλ. και Ψαλμ. 68,6).

Λόγω της καταστάσεώς του, ο ψαλμωδός μας είναι «έως τέλους», δηλαδή τελείως καταβεβλημένος και ταλαιπωρημένος και διέρχεται όλη του την ημέρα με σκυθρωπότητα και αθυμία. Ετσι λέγει «εταλαιπώρησα και κατεκάμφθην έως τέλους, όλην την ημέραν σκυθρωπάζων επορευόμην» (στιχ. 7).

Αλλά συνεχίζει και με ζωηρότερα ακόμη χρώματα την περιγραφή της καταστάσεώς του ο ποιητής. Λέγει ότι «αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων» (στιχ. 8α). «Ψόες» είναι οι μύες γύρω από τη νεφρική χώρα και γενικά με την έκφραση αυτή νοοούνται οι νεφροί. Οι νεφροί μου λοιπόν, λέγει ο ποιητής, «επλήσθησαν εμπαιγμάτων», είναι γεμάτοι δηλαδή από πόνο και ταλαιπωρία. Κατά το άλλο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, το Εβραϊκό, ο ποιητής λέγει ότι οι νεφροί του «είναι γεμάτοι από φωτιά». Αισθάνεται λοιπόν ο ποιητής μας τα νεφρά του να καίγονται. Τόσο δε δυνατό νοιώθει τον πόνο αυτό, ώστε νομίζει ότι δεν θα υπάρχει πιά ίαση και θεραπεία γι’ αυτόν. «Ουκ έστιν ίασις εν τη σαρκί μου», λέγει (στιχ. 8β). Λόγω αυτής της καταστάσεώς του ο ποιητής, όπως μας είπε προηγουμένως και στον στιχ. 7, είναι τελείως καταβεβλημένος και τεταπεινωμένος. «Εκακώθην και εταπεινώθην έως σφόδρα», λέγει (στιχ. 9α). Γι’ αυτό και εκβάλλει δυνατή κραυγή και στεναγμό μέσα από την καρδιά του. «Ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου», λέγει (στιχ. 9β). Αλλά τα λιοντάρια ωρύονται. Γι’ αυτό και μερικοί ερμηνευτές εδώ (μαζί και ο ιδικός μας Βέλλας) νομίζουν ότι το αρχικό κείμενο του Εβραϊκού μπορεί να διορθωθεί και να αναγνώσουμε: «Ωρύομαι περισσότερο από τον λέοντα».

Στο σημείο αυτό ο ποιητής μας διακόπτει για λίγο τον θρήνο του περιγράφοντας την κατάστασή του για να πεί στον Θεό: «Κύριε, εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη» (στιχ. 10). Σαν να του λέγει: Ξέρεις, Θεέ μου, τι επιθυμώ και γιατί στενάζω. Επιθυμώ τη θεραπεία μου.