Toυ Μ. Γ. Βαρβούνη

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

Τα τελευταία χρόνια, καθώς στην πατρίδα μας μαίνεται η μεγάλη και πολύμορφη κρίση που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία, όλο και συχνότερα εμφανίζονται ιδεολογήματα, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναφέρονται στην ελληνική πρωτίστως και στη ρωμαϊκή δευτερευόντως αρχαιότητα. Ιδεολογήματα που θεωρούν τις ιστορικές εκείνες περιόδους ως εποχές ακμής και ουσιαστικά αποσκοπούν στην επάνοδο στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, με την υποκρυπτόμενη ιδέα ότι αυτό θα σημάνει την αυτόματη σχεδόν επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Πρόκειται για ιδεολογήματα που στερούνται φυσικά κάθε σοβαρότητας, καθώς και τις ιστορικές συνθήκες παρερμηνεύουν και σε στέρεα γνώση των πηγών δεν στηρίζονται, αλλά ταυτοχρόνως χαρακτηρίζονται και από μεγάλη δόση εθνικιστικών ιδεών και επιδιώξεων. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν φωνές που επιζητούν την αναβίωση της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, κυρίως μέσω της αναβίωσης διαφόρων τελετών, οι οποίες κατά κανόνα αποτελούν στη νεοελληνική εκδοχή τους κακόγουστα φολκλοριστικά θεάματα, με παντελή, τις περισσότερες φορές, έλλειψη έστω και στοιχειώδους γνώσης περί των θεμάτων στα οποία αναφέρονται.

Οι ποικίλες αυτές αναβιώσεις καλύπτονται υπό τη λεοντή των δήθεν πολιτιστικών εκδηλώσεων και αποτελούν βεβαίως πόλο έλξης μερίδας τουριστών, εκείνων που έρχονται στη χώρα μας χωρίς γνώση και περίσκεψη, χωρίς συνείδηση του τόπου τον οποίο επισκέπτονται, της ιστορίας και του πολιτισμού του και οι οποίοι βεβαίως θέλγονται από το «γραφικό» και «εξωτικό» γι’ αυτούς θέαμα που προσφέρουν οι «ιθαγενείς». Ενα θέαμα που ορισμένοι θεωρούν επικερδές και ωφέλιμο, ακριβώς μέσα στο πλαίσιο της άκρατης εμπορευματοποίησης που χαρακτηρίζει τον μαζικό τουρισμό και της τάσης για εκμετάλλευση των πάντων, ενώπιον της προοπτικής του οποιουδήποτε κέρδους.

Γι’ αυτό άλλωστε και παρόμοιες εκδηλώσεις, που παρατηρούνται σε ορισμένες ελληνικές περιοχές, τίθενται συχνά υπό την αιγίδα δήμων και τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, ενώ όσοι συμμετέχουν δεν έχουν τη συνείδηση ότι παίρνουν μέρος σε μια αναβίωση θρησκευτικής τελετής, καθώς θεωρούν ότι πρόκειται για μια παράσταση που απλώς προβάλλει το ιστορικό βάθος του πολιτισμού της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Ετσι πέφτουν στην παγίδα των διοργανωτών, ενώ οι παντελώς αδιάφορες για οτιδήποτε άλλο πέραν της ψηφοθηρίας τοπικές πολιτικές αρχές θεωρούν ότι έτσι εξυπηρετούν τους σκοπούς τους.

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε βεβαίως στον πνευματικό και ηθικό κίνδυνο που προκύπτει για τους συμμετέχοντες, ιδίως μάλιστα αν αυτοί είναι ανήλικοι και έφηβοι, που συμμετέχουν με την άδεια των ελλιπώς ενημερωμένων ή παραπληροφορημένων γονέων τους. Πρέπει ωστόσο να τονίζουμε ότι οι κακόγουστες αυτές αναπαραστάσεις κάθε άλλο παρά επαφή έχουν με την ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα, καθώς αποτελούν κατά κανόνα εκφράσεις των ιδεοληψιών ή του υποκρυπτόμενου νεοπαγανισμού ορισμένων από τους εμπνευστές τους, οι οποίοι θέλουν να εμπλέξουν στις θρησκευτικές επιλογές τους, υπό το πρόσχημα του πολιτισμού, όλο και περισσότερους συμπολίτες τους, κατά τη λογική της γνωστής αλεπούς με την κομμένη ουρά του αισώπειου μύθου.

Αν μάλιστα κανείς ανατρέξει στα οικονομικά στοιχεία των διοργανώσεων αυτών, ίσως να διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται για καλόπιστες προσπάθειες, αλλά αντιθέτως οι αυτόκλητοι κατά περιοχές πολιτισμικοί σωτήρες αποσκοπούν κάποτε είτε στην ενίσχυση, είτε στην αντικατάσταση –σε περιόδους ανεργίας– του εισοδήματός τους. Κι αυτό βεβαίως, όπου και αν συμβαίνει, αποτελεί μια δόλια εκμετάλλευση του εθελοντικού ζήλου των ανθρώπων, ο οποίος καλλιεργείται στην κατεύθυνση αυτή τεχνηέντως, ώστε στη συνέχεια να αποτελέσει βάση εκμετάλλευσης και μερικής κερδοσκοπίας.

Ας δούμε όμως τα πράγματα ψύχραιμα: η αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή θρησκεία πέρασε και έσβησε μαζί με την εποχή που τη γέννησε και αντικαταστάθηκε, στον τόπο μας, από το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου, όπως το δίδαξε ο Απόστολος Παύλος με τους μαθητές του και όπως συνεχίζει να το προβάλλει στον κόσμο σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία. Κάθε άλλη προσπάθεια αναβίωσης θρησκευτικών μορφών του παρελθόντος, όταν γίνεται χωρίς επιστημονική θρησκειολογική στήριξη και για λόγους θέασης και τουριστικής προβολής και όταν δεν αποβαίνει επικίνδυνη, είναι οπωσδήποτε κακόγουστη και γελοία, αποτελώντας κατά βάση ένα εθνικιστικό μόρφωμα επαρχιακού τύπου.