Toυ Σταύρου Γουλούλη

Δρος Βυζαντινής Τέχνης

Η Πόρτα-Παναγιά ή Μονή Μεγάλων Πυλών επί το λογιώτερον, είναι το μεγαλύτερο και καλύτερα διατηρημένο βυζαντινό μοναστήρι στη Θεσσαλία σε σταυρεπίστεγο ρυθμό (βασιλική με οροφή σε σχήμα σταυρού). Κτίσθηκε στη δεκαετία του 1280 υπό μία αυτοδιοίκητη βυζαντινή (=υπό την ψιλή κυριότητα του Βυζαντίου) κρατική οντότητα ηγεμόνων με έδρα τη Νεοπάτρα/Υπάτη.

Ιδρυτής ο Ιωάννης Α’, από τη δυναστική οικογένεια των Αγγέλων της Κων/πόλεως. Εκάρη μοναχός στην ίδια μονή με το όνομα Νείλος. Η σύζυγός του ίδρυσε την ίδια εποχή μία άλλη μονή στη Λοξάδα/Λυκουσάδα κάτω από το κάστρο του Φαναρίου, όπου εγκαταβίωσε ως μοναχή Υπομονή. Δεν έχει εντοπισθεί, προφανώς ήταν πολύ μικρότερη. Ηταν συνηθισμένο τότε ένα ανδρόγυνο στα γεράματά τους να αφήνουν τα κοσμικά που ανάλωσαν τη ζωή τους και να πηγαίνουν σε μοναστήρι για την τελευταία περίοδο της ζωής τους.

Το πέρασμα (Πόρτα) που οδηγούσε στα οροπέδια του Περτουλίου και από κει στην Ηπειρο, ήταν ένα πολυσύχναστο μέρος κι αυτό δείχνει πρόθεση του ιδρυτή του να λειτουργήσει σε μια ανοικτή, ειρηνική κοινωνία, με σκοπό να αγκαλιάσει τους κατοίκους, να ενισχύσει την ηγεμονική ιδέα, τη συσπείρωση γύρω από την εξουσία της οικογένειάς του. Αλλά η περιοχή θα υπέφερε αργότερα από Αλβανούς. Ο Marino Sanudo, ένας Βενετός παρατηρητής το 1325 αναφέρει ότι είχαν ρημάξει την ύπαιθρο εκτός των κάστρων. Ετσι εξηγείται ίσως γιατί και ο Οσιος Αθανάσιος από τη Νεοπάτρα ήλθε στα Μετέωρα περί το 1335, σε άλλο πέρασμα προς Ηπειρο και δεν κατέλαβε ένα από τα δύο μεγάλα έτοιμα μοναστήρια, αλλά περιορίσθηκε στα βράχια.

Το πέρασμα της Πόρτας ή Πύλης ήταν κατοικημένο από παλιά. Ακόμη και σήμερα διατηρείται επί τόπου, in situ όπως λέγεται, ένα αρχαίο Ιερό, το οποίο θα πρέπει να διαδέχθηκε κάποιο παλαιοχριστιανικό (το οικοδομικό υλικό του Ιερού μεταφέρθηκε στην Πόρτα-Παναγιά). Ο αρχαιολόγος Παύλος Χρυσοστόμου υποστηρίζει ότι ήταν Ιερό της Εννοδίας θεάς, κατεξοχήν θεσσαλικής, μιας θεότητας «εν οδοίς», των δρόμων, θεά Κάτω Κόσμου, όπως και του παρέδρου της Φόνιου Δία. Εδώ υπήρχε ένα τρίστρατο, τρεις δρόμοι: από και προς Τρίκαλα, Μουζάκι, Περτούλι. Μπορεί να θεωρηθεί το numen (ξωτικό) του περάσματος, αφού τέτοιοι τόποι ήταν χώροι που επέδραμαν κακοποιοί και κλέφτες, που αν δεν σκότωναν, θα έκλεβαν, θα επέβαλαν «διόδια». Αλλά και το ορμητικό ρέμα του κατηφορικού ποταμού Πορταϊκού, που παρέσυρε ζώα και ανθρώπους, ήταν επικίνδυνο, έδινε την αίσθηση ότι κάποια βάσκανα μάτια παρακολουθούσαν την εδώ διακίνηση. Γι’ αυτό ο Αγιος Βησσαρίων Λαρίσης έκτισε τον 16ο αιώνα το τεράστιο γεφύρι δίπλα της. Το Ιερό της θεάς επομένως ήταν για επικλήσεις από τον φόβο του κακού, της μαγείας, του άγνωστου δρόμου, των ληστών και παρανόμων.

Είναι εύλογο επομένως ότι η εδώ Παναγία αποκαλείται Ακαταμάχητος. Αλλά και ο αρχιτεκτονικός ρυθμός του ναού του 13ου αιώνα, που προέρχεται από την Ηπειρο, ανταποκρίνεται σε πνεύμα επιβολής στον φόβο του άγνωστου, φόβο του κινδύνου. Είναι ένας σταυρεπίστεγος ναός, με στέγη σχήμα σταυρού. Ο σταυρός είναι το κατ’ εξοχήν αποτροπαϊκό σύμβολο, που αποδιώχνει πρωτίστως τους φόβους, αν δεν αποθαρρύνει τουλάχιστον τους πιο πωρωμένους αδίστακτους κακοποιούς. Μήπως έχουν λίγο φόβο Θεού μέσα τους. Η Θεοτόκος Ακαταμάχητος προέρχεται από την Κων/πολη.

Υπό συνθήκες ανασφάλειας, αργότερα, ήταν επόμενο η Πόρτα Παναγιά να χάσει τους μοναχούς της και μετά να ρημάξουν τα μετόχια και κτήματά τους. Συνήθως τα καταλάμβαναν φτωχοί άνθρωποι καλλιεργώντας τα κτήματα. Εδώ όμως συνέβη το αντίθετο, τα κτήματα όπως της περιοχής Τρικάλων απέσπασαν επώνυμοι Τρικαλινοί.

Ομως το 1381, η μονή είχε ήδη αναδιοργανωθεί πάλι και ο ηγούμενος Μακάριος ζήτησε από τον τοπικό ηγεμόνα καίσαρα Αλέξιο Αγγελο Φιλανθρωπηνό να επιληφθεί του θέματος. Εγινε μία τοπική σύνοδος στη μονή του Αγίου Νικολάου Τρικάλων (εντοπίσθηκε δίπλα από τον σημερινό καθεδρικό του Αγίου Νικολάου), με επικεφαλής τον βασιλέα και μοναχό Ιωάννη Ούρεση-Παλαιολόγο και αποφασίσθηκε να δοθούν τα κτήματα πίσω.

Και ξαφνικά τότε η μονή εξαφανίζεται ως μονή «Παναγίας των Μεγάλων Πυλών». Δέκα-δώδεκα χρόνια μετά, το 1393, εκδίδεται ένα πατριαρχικό έγγραφο που επικυρώνει όλα τα κτήματα της Παναγίας στη μονή «Μεταμορφώσεως Μεγάλων Πυλών», γνωστή αργότερα ως «Δουσίκου». Ολη η Πόρτα-Παναγιά δηλαδή περιήλθε στο Δούσικο! Εδώ όμως δεν έγινε μία μεγάλη «αρπαγή». Δεν πρόκειται περί αυτού, αλλά είναι η απάτη της Ιστορίας ή και η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να κατανοήσει το παρελθόν. Απλώς, αφού οι Οθωμανοί έρχονται στη Δυτική Θεσσαλία την ίδια περίοδο, το κέντρο τής μονής μεταφέρθηκε λόγω των επικίνδυνων καιρών, στο μετόχι της Μεταμορφώσεως Σωτήρος, στο Δούσικο, που έγινε πια η νέα έδρα της μονής. Στο έγγραφο του 1393 τονίζεται ότι ο καίσαρ είχε κτίσει νέες εγκαταστάσεις στον Σωτήρα. Ετσι η Ακαταμάχητη Παναγία τη διατήρησε σώα και αβλαβή μέχρι σήμερα.