Γράφει ο Αλέξανδρος Π. Κωστάρας

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Η πυρκαγιά που έπληξε την Ανατολική Αττική και ιδίως το πιο άγριο κύμα της, το οποίο κατέκαυσε το Μάτι, έσβησε σε σχετικά σύντομο χρόνο, όπως ακριβώς εκδηλώθηκε. Και εμείς τώρα περπατώντας μέσα στα αποκαΐδια και στις στάχτες του καρβουνιασμένου τοπίου, μετράμε τα θύματα της μανιασμένης φωτιάς.

Σε κάθε βήμα όμως μαστιγώνουν τη σκέψη μας απανωτά ερωτήματα που μοιάζουν, θαρρείς, με μαζική κραυγή οργής των αδικοχαμένων συνανθρώπων μας. Το βασικό όμως ερώτημα είναι ένα: Γιατί δεν προστάψε η Πολιτεία, όπως έχει χρέος, τους ανθρώπους του οικισμού από τη λαίλαπα της φωτιάς, διατάσσοντας την έγκαιρη εκκένωση αυτού, καθώς έβλεπαν οι αρμόδιες αρχές ότι η φωτιά κατέβαινε γρήγορα από την βουνοπλαγιά και ήταν σφόδρα πιθανό να διαβεί τη λεωφόρο και να περάσει στην πυκνοκατοικημένη και άναρχα δομημένη περιοχή; Ή, για να το πω με άλλα λόγια: Γιατί άφησε η Πολιτεία να καούν τόσα δένδρα της ζωής (με και χωρίς εισαγωγικά) μαζί με τα βλαστάρια τους; Τί ήταν τέλος πάντων το Μάτι, μια δρασκελιά από την πρωτεύουσα της χώρας, ο «Τιτανικός», στον οποίο δεν αναμένονταν από πουθενά εξωτερική βοήθεια, οπότε οι άνθρωποι που επέβαιναν σε αυτόν έπρεπε να κινηθούν μόνοι τους στα ίχνη της αρχής «ο σώζων εαυτόν σωθήτω»;

Γύρω από το προαναφερθέν βασικό ερώτημα, που συνδέεται με τον χρόνο πριν από την άφιξη της φωτιάς στο Μάτι, διαπλέκονται και πολλά άλλα συναφή ερωτήματα, που καλύπτουν το χρονικό διάστημα της προσπάθειας πολλών κατοίκων του οικισμού να καταφύγουν στην παραλία και να πέσουν στην θάλασσα με τα ρούχα τους για να σωθούν. Εμεναν εκεί εντελώς αβοήθητοι επί 3 και πλέον ώρες, μολονότι τα σκάφη του Λιμενικού ευρισκόμενα στο λιμάνι της Ραφήνας απείχαν κάτι λιγότερο από 5 λεπτά από τον τόπο της τραγωδίας! Ορισμένοι από αυτούς μπορεί να γλίτωσαν από τη φωτιά, χάθηκαν όμως τελικά εξ αιτίας της υπερπροστασίας που τους προσέφερε η λεγόμενη Επιτροπή Πολιτικής Προστασίας. Πνίγηκαν ή έπαθαν ανακοπή στη θάλασσα.

Στα ερωτήματα αυτά δεν δόθηκε μέχρι σήμερα πειστική απάντηση από τους υπευθύνους της τραγωδίας. Η Κυβέρνηση μάλιστα αποποιήθηκε τις ευθύνες της για τη φονική πυρκαγιά. Αρχικά οι κυβερνώντες, προσποιούμενοι τους τεθλιμμένους συγγενείς, απέφευγαν να μιλήσουν για το θέμα. «Τώρα είναι ώρα των θρήνων», έλεγαν. «Η συζήτηση για την πυρκαγιά θα γίνει αργότερα και τότε θα τα πούμε όλα για όλους. Ας μη παραβλέπουμε όμως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε ασύμμετρη απειλή (είναι αυτή που χλεύαζαν το 2007, όταν πρωτοακούστηκε στην πυρκαγιά της Ηλείας), ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στην περιοχή υπήρχαν οικιστικές αυθαιρεσίες» υπονοώντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς ότι ένα μεγάλο μερίδιο ενοχής βαρύνει τα ίδια τα θύματα της τραγωδίας. Προφανώς κατά την κρίση τωνκυβερνώντων, δεν ήταν αρκετή η απώλεια των περιουσιών τους για τις αυθαιρεσίες που διέπραξαν. Επρεπε να πληρώσουν το συμπληρωματικό αντίτιμο των παρανομιών τους με την ίδια τους τη ζωή.

Το άλλο μερίδιο της ενοχής ανήκει, σύμφωνα με τα πολιτικά κριτήρια των φωστήρων που μας κυβερνούν, στις κυβερνήσεις που ανέχθηκαν την αυθαίρετη δόμηση. Οι κυβερνήσεις που νομιμοποίησαν για εισπρακτικούς λόγους την αυθαιρεσία, χωρίς να πολεοδομήσουν τις νομιμοποιούμενες περιοχές –και στις κυβερνήσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται  ασφαλώς και η δική τους– δεν έχουν καμιά ευθύνη! Δυστυχώς, σε αυτή την ταλαίπωρη χώρα του ζόφου ανάμεσα στις πολλές άλλες σπουδαίες αξίες που έχουν χαθεί, συγκαταλέγονται η σοβαρότητα και η λεβεντιά. Η σοβαρότητα σε αποτρέπει από πράξεις αυτογελοιοποίησης, για να σώσεις μια καρέκλα. Και η λεβεντιά σου υπαγορεύει, όταν υπάρχουν συντριπτικά στοιχεία ενοχής σε βάρος σου, να αναγνωρίζεις εμπράκτως τα λάθη σου παραιτούμενος ως αποτυχών από το πόστο διαχείρισης που σου ανατέθηκε. Εμπρακτη δε  αναγνώριση δεν συνιστά ασφαλώς η ρηματική μόνο ανάληψη πολιτικής ευθύνης. Λόγια χωρίς έργα είναι φαρισαϊσμός. Και μερικές φορές, όπως εδώ, συνιστούν εμπαιγμό.

Αξιος ιδιαιτέρου σχολιασμού είναι και ο άλλος ισχυρισμός της Κυβέρνησης, που αντλεί επιχειρήματα από τον «στρατηγό άνεμο». Σύμφωνα λοιπόν με τους κυβερνώντες, για ό,τι συνέβη στο Μάτι, φταίει η φορά και η ένταση του ανέμου που δεν μπορούσε να ανακοπεί με τίποτε. Επιστρατεύθηκαν δε προς ενίσχυση της κυβερνητικής άποψης μετεωρολόγοι και σεισμολόγοι(!) (και είναι ανεξήγητο, γιατί παρεκάμφθησαν οι αστρολόγοι και τα μέντιουμ), οι οποίοι με βάση διάφορους τύπους και συντελεστές από το γνωστικό τους αντικείμενο προσπαθούσαν να αποδείξουνστους ακροατές των σχετικών τηλεοπτικών ρεπορτάζ, γιατί ήταν αναπότρεπτη η σχετική πυρκαγιά. Λες και αυτό ήταν το ζητούμενο και όχι αν μπορούσε να αποφευχεί ο τραγικός θάνατος δεκάδων ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στην «υψικάμινο» του οικισμού.

Ο κόπος όμως όλων των επίορκων της επιστημονικής τους αποστολής, οι οποίοι –άδηλον έναντι ποίου τιμήματος– ετέθησαν στην υπηρεσία της παραπλάνησης του λαού από την Κυβέρνηση, απέβη μάταιος. Διότι ακόμη και ο τελευταίος πολίτης της χώρας έχει πλέον συνειδητοποιήσει ότι η σωτηρία των αθώων θυμάτων της σχετικής φονικής πυρκαγιάς δεν ήταν ζήτημα φοράς ή έντασης του ανέμου, αλλά ζήτημα φοράς ή έντασης της κοινής λογικής. Εάν εκινούντο προς την κατεύθυνση αυτής οι αρμόδιοι φορείς, μόλις έβλεπαν την φωτιά να «φεύγει» από την Πεντέλη και να «κατεβαίνει» τη βουνοπλαγιά του Νέου Βουτζά, θα έσπευδαν χωρίς καμιά χρονοτριβή να διατάξουν την άμεση εκκένωση όλου του οικισμού και την απομάκρυνση από αυτόν όλων των οχημάτων, χρησιμοποιώντας προς τον σκοπό αυτό όχι μόνο τις επανειλημμένες τηλεοπτικές ανακοινώσεις, αλλά και τις σειρήνες της Αστυνομίας ή της Πυροσβεστικής, συνεπικουρούμενες από οχήματα του Δήμου με μεγάφωνα.

Τα μεγάφωνα δεν τα χρειάζεσαι μόνο για να προαναγγείλεις την παράσταση του Καραγκιόζη σε κάποιο δημοτικό χώρο, αλλά και για να σημάνεις συναγερμό, όταν βλέπεις την αφηνιασμένη επέλαση του Χάρου προς τον οικισμό. Δεν περιμένεις να μπει ο Χάρος στον οικισμό, διότι μόνον εάν είσαι Διγενής ξεφεύγεις από τα χέρια του. Τότε πράγματι η φορά και η ένταση του ανέμου γίνονται «φάσγανο» του Χάρου.Αυτή λοιπόν την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από την «αριστερά του τίποτα», όλη η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι ντυμένη στα μαύρα, διότι στην πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας της καλείται κάθε τόσο μέσα σε συνθήκες εξαθλίωσης να κηδεύει κάτι από αυτά που χάνει. Τη μια είναι τα σκοτωμένα της όνειρα για ένα καλύτερο αύριο. Την άλλη η δολοφονημένη Μακεδονία από δράστες, οι οποίοι, μη έχοντας συναίσθηση του φονικού που διέπραξαν, πανηγυρίζουν για τον σχεδιασμένο «πνιγμό» της στις Πρέσπες. Χθές ήσαν οι πνιγμένοι στους χειμάρρους και στα λασπόνερα της Μάνδρας. Σήμερα είναι οι δυστυχείς συμπολίτες μας που αποτεφρώθηκαν στο Μάτι της Αττικής. Αύριο ποιός ξέρει, τί θα κηδέψουμε πάλι; Με ανάξιους και επικίνδυνους διαχειριστές της εξουσίας ο κατάλογος των θρήνων είναι πάντα ανοικτός.

Εάν θέλουμε να κλείσει αυτός ο κατάλογος και να προσπαθήσουμε να κάνουμε ένα νέο ελπιδοφόρο ξεκίνημα, κουβαλώντας μέσα μας τον πόνο όλων των χαμών, οφείλουμε να προβληματιστούμε όλοι σοβαρά με την παρούσα κατάσταση. Και, αφού συνειδητοποιήσουμε ότι με ανίκανους και επικίνδυνους χειριστές στο «πηδάλιο» του Εθνικού Σκάφους μόνο «ναυάγια» μπορούμε να περιμένουμε, ας επιτελέσουμε με συναίσθηση ευθύνης το χρέος μας απέναντι σε αυτούς ή αυτά που χάθηκαν και σε αυτό που προσδοκούμε ως Λαός.