Tου Μητροπολίτη Σύρου κ. Δωρόθεου Β' 

Από τότε που η εργασία μετατράπηκε σε δουλεία-δουλειά, το εργασιακό μας περιβάλλον σε φυλακή και η ζωή μας σε ένα διαρκές τρέξιμο για να προλάβουμε πράγματα, που συχνά ούτε ξέρουμε ποια, η φυγή από την καθημερινότητα, η πρόσκαιρη απόδραση από την εργασία και τις  υποχρεώσεις, μεταβλήθηκε σε ένα εφικτό όραμα, σε ένα εύκολο «ιδανικό», που μας δίνει την ψευδαίσθηση της δύναμης να αντέξουμε το αγχωτικό σήμερα, με την προοπτική ολιγοήμερης άδειας από τη «φυλακή» μας.

Ο λόγος για τις διακοπές και τον τουρισμό, έννοιες και ανάγκες μέχρι πριν από ένα αιώνα, άγνωστες, ή τουλάχιστον περιττές, για τη μέγιστη πλειονότητα των ανθρώπων.

Ισως γιατί η εργασία ήταν ακόμα δημιουργία, ίσως γιατί η αγροτική κοινωνία ζούσε στον ρυθμό της φύσης και της εναλλαγής των εποχών, που άφηνε περιθώρια διακοπών, ίσως γιατί ο αγώνας για το αναγκαίο έβαζε σε δεύτερη και τρίτη μοίρα την επιθυμία για το περιττό…

Γεγονός πάντως είναι ότι ο τουρισμός, η περιήγηση, δεν ήταν άγνωστο φαινόμενο για τους αρχαίους Ελληνες, αν και σπάνιο. Είχε, όμως, καθορισμένο στόχο και σκοπό!

Αναφέρεται ότι ο Αθηναίος νομοθέτης Σόλωνας, μετά τη θέσπιση των γνωστών νόμων του, που θεμελίωσαν την Αθηναϊκή Δημοκρατία, αναχώρησε από την πόλη του «κατ’ εμπορίαν και θεωρίαν», για να κάνει εμπόριο και να μάθει.

Ο πατέρας της ιστορίας, Ηρόδοτος, μας κληροδότησε σπάνιας μοναδικότητας και σπουδαιότητας πληροφορίες για λαούς και τόπους, τους οποίους επισκέφθηκε και για τους οποίους ελάχιστα θα γνωρίζαμε, αν δεν φρόντιζε να τις καταγράψει στην Ιστορία του.

Χάρη, μάλιστα, στον Παυσανία τον Περιηγητή και τις εντυπώσεις του που κατέγραψε στις «Περιηγήσεις» του, σήμερα μπορούμε να γνωρίζουμε σημαντικές λεπτομέρειες για τον χώρο και τα μνημεία της αρχαίας Ελλάδας.

Σήμερα, το φαινόμενο του τουρισμού και η ανάγκη -πραγματική ή πλαστή- για διακοπές, από ανακουφιστική διέξοδος τείνει να καταλήξει σ’ ένα επί πλέον πρόβλημα.

Περιμένουμε στις διακοπές «να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας», αλλά όταν επιστρέφουμε, αισθανόμαστε άδειοι από ενέργεια, χωρίς καμία όρεξη να συνεχίσουμε την καθημερινότητά μας, η προοπτική επιστροφής μας στην οποία, συχνά, μας γεμίζει άγχος, όσο ακόμα κάνουμε διακοπές.

Σίγουρα, πρέπει να γεμίσουν οι μπαταρίες μας… Αλλά, πώς; Με προγραμματισμένα ξενύχτια και οργανωμένες κραιπάλες; Ή με τον βιομηχανοποιημένο τουρισμό, που μας κλείνει σ’ ένα ξενοδοχείο και μας αποκλείει από τη γνωριμία με τον τόπο και τους ανθρώπους του; ΄Η με την πρακτική να μεταφέρουμε στον τόπο των διακοπών μας τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής μας στην πόλη, απ’ όπου, υποτίθεται, επιθυμούσαμε να ξεφύγουμε;

Απόδειξη του αλλοτριωτικού χαρακτήρα, που έχει προσλάβει ο σημερινός τουρισμός, είναι ότι θεωρείται «βιομηχανία». Και είναι, υπό την έννοια ότι ενισχύει πολλαπλώς την οικονομία κυρίως μικρών νησιών και ορεινών περιοχών και εμποδίζει την εσωτερική μετανάστευση και την, κατά συνέπεια, εγκατάλειψή τους.

Ως «βιομηχανία», όμως, ενέχει εξ ορισμού και την έννοια του κέρδους…

Και η επιδίωξη της μεγιστοποίησής του είναι που οδηγεί τελικά στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στην τσιμεντοποίηση των ακτών, στην αλλοίωση και την αλλοτρίωση παραδοσιακών κοινωνικών δομών, στη διάχυση των προβλημάτων των μεγαλουπόλεων σε μικρές κοινωνίες, ιδιαίτερα όταν αυτές δεν διαθέτουν ισχυρές αντιστάσεις, που πηγάζουν από την εμμονή τους στις παραδόσεις του τόπου τους…

Αυτά ακριβώς τα αδιέξοδα είναι που μετατρέπουν σε εφιάλτη το τέλος των διακοπών, που μας αφήνει μια αδιόρατη αίσθηση ανικανοποίητου, μια γεύση δίψας γι’ αυτά που δεν μας γέμισαν!

Και, όμως! Με τα σημερινά δεδομένα και τις υπάρχουσες δυνατότητες, ο τουρισμός, οι διακοπές, μπορούν πραγματικά να εκπληρώσουν τον στόχο τους και να μας γεμίσουν γνώσεις, εμπειρίες και βιώματα, ικανά να γεμίσουν τις «μπαταρίες» της ψυχής μας, από την οποία εκπορεύονται τα πάντα και η διάθεσή μας για δουλειά και η αγωνιστικότητά μας στις καθημερινές δυσκολίες και η διάθεσή μας για δημιουργία… Και ταυτόχρονα να επεκτείνουν ισορροπημένα τις ωφέλειες του τουρισμού και σε «ξεχασμένες» γωνιές της υπέροχης Ελληνικής πατρίδας μας.

Εννοούμε τις διάφορες μορφές του εναλλακτικού λεγόμενου τουρισμού, του αγροτοτουρισμού και του θρησκευτικού-προσκυνηματικού τουρισμού.

Ο πρώτος μπορεί να μας προσφέρει άμεση επαφή με τη φύση, την ομορφιά και την αρμονία της, ώστε να κάνουμε τη ζωή μας στην πόλη πιο φυσική, πιο όμορφη, πιο ισορροπημένη.

Ο θρησκευτικός τουρισμός ενέχει τη δυνατότητα της προσωπικής γνωριμίας μας με τα προπύργια της Ελληνορθόδοξης Παράδοσης, τα διάσπαρτα ανά την Ελλάδα ιερά Προσκυνήματα, Μνημεία και Μοναστήρια, προσφέροντάς μας ένα βιωματικό και ζωντανό μάθημα πίστης, ιστορίας και πολιτισμού και επανασυνδέοντάς μας με τις πάντοτε ζωντανές και εύχυμες ρίζες του Γένους μας.

Οσο κι αν φαντάζει παράδοξο, τελικά, ακόμα και στον τουρισμό η Εκκλησία δίνει όραμα!...