Του π. Ευάγγελου Φεγγούλη

Εκπροσώπου του εφημεριακού κλήρου στη συμβουλευτική επιτροπή του ΕΦΚΑ

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως καλώς γνωρίζουμε, ισχύει ο ορισμένος θεσμός, σύμφωνα με τον οποίο ο ιερεύς που επιθυμεί να ζει εν κοινωνία γάμου, οφείλει να συνάψει αυτόν προ της χειροτονίας, διότι μετά από αυτή απαγορεύεται απολύτως ο γάμος.

Ωστόσο η πρόσφατη απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επιτρέπεται του λοιπού ο δεύτερος γάμος των ιερέων, σε περίπτωση χηρείας τους ή εάν τους εγκαταλείπει η πρεσβυτέρα τους, δημιουργεί πλέον νέα δεδομένα στον χώρο του εγγάμου κλήρου, που προσωπικά με βρίσκουν σύμφωνο, υπό την προϋπόθεση κάθε περίπτωση, κατ’ οικονομίαν, να ελέγχεται και να εξετάζεται με λεπτομέρεια και ξεχωριστή προσοχή.

Πρόκειται για ένα τεράστιο ζήτημα που απασχολεί την εκκλησία μας εδώ και πολλά χρόνια και πιστεύω πως με αυτή την απόφαση θα δοθεί λύση στις ειδικές εκείνες περιπτώσεις όπου ένας νέος κληρικός οικογενειάρχης μένει χήρος ή εγκαταλείπεται από την πρεσβυτέρα χωρίς την δική του υπαιτιότητα.

Για την ιστορία και προς ενημέρωση των χιλιάδων αναγνωστών σας, να αναφέρουμε πως το συγκεκριμένο θέμα δεν είναι νέο αλλά απασχόλησε την Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν το 1910, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Καρλοβικίου Λουκιανός ως πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Σερβίας υπέβαλε επιστολή του στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ στην οποία του εξέθετε το όλο ζήτημα που είχε ανακύψει στη Μητρόπολη Καρλοβικίου, όπως προηγουμένως και στη Μητρόπολη Βουκοβίνης και Δαλματίας, ζητώντας την επίσημη θέση της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Το θέμα τότε παρότι ετέθη δεν συζητήθηκε και δεν υπήρξε καμία απόφαση.

Ωστόσο, 10 χρόνια αργότερα, το έτος 1920, το ζήτημα επανέφερε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Αρχιεπίσκοπος Βελιγραδίου Δημήτριος, αποστέλλοντας σχετική επιστολή στον τότε Μητροπολίτη Προύσης Δωρόθεο, Τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, προκειμένου να αναλάβει η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως την επίλυση του όλου ζητήματος.

Ανάλογη κρούση έκανε η Εκκλησία της Σερβίας και προς την Εκκλησία της Ελλάδος, όταν ο Επίσκοπος Ζίτσης Νικόλαος εζήτησε από τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο (Μεταξάκη) να λάβει θέση επί του φλέγοντος τούτου ζητήματος. Η Εκκλησία της Ελλάδος εν Συνόδω ήταν πρόθυμη να συμμετάσχει ενεργώς στην επίλυση του ζητήματος αλλά διά της συγκλήσεως Οικουμενικής Συνόδου.

Η διαφαινόμενη διστακτικότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος ώθησε τον αοίδιμο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο (Αλεξιάδη) να ασχοληθεί διεξοδικά με το όλο ζήτημα και τα πορίσματά του δημοσιεύθηκαν στο αξιόλογο περιοδικό της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος υπεστήριξε ότι είναι δυνατή η σύναψη γάμου μετά τη χειροτονία καθώς και η παντελής κατάργηση της καταναγκαστικής αγαμίας των Επισκόπων.

Απεδέχθη επίσης την άποψη ότι είναι δυνατή η μεταβολή του αυστηρού θεσμού και ο κατ’ οικονομίαν δεύτερος γάμος των χηρευσάντων διακόνων και ιερέων θεωρώντας ότι πρώτιστα και αποκλειστικά αρμόδια για τη μεταβολή αυτή «είναι η καθόλου Εκκλησία εν Οικουμενική Συνόδω συνερχομένη», αλλά και ότι οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες μπορούν να προβούν στη μεταβολή αυτή, εφόσον η ανάγκη θα επέβαλλε αυτό, κατ’ οικονομίαν.

Τις απόψεις του Θεσσαλονίκης Γενναδίου επέκρινε, καταπολέμησε και αναίρεσε ο Μητροπολίτης Βεροίας Καλλίνικος, οπότε το όλο ζήτημα παρέμεινε σε στασιμότητα. Στο δε Πανορθόδοξο Συνέδριο, που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη του 1923, ετέθη το ζήτημα από την Εκκλησία της Σερβίας αλλά απασχολούσε και τις Εκκλησίες της Ρουμανίας και της Ρωσίας. Ετσι, το Πανορθόδοξο Συνέδριο έκρινε βεβαίως ότι στο ζήτημα αυτό, λόγω και της ιδιαιτερότητας και σοβαρότητάς του, έπρεπε να δοθεί οριστική λύση από Πανορθόδοξη Σύνοδο, απεφάνθη όμως ενθαρρυντικώς υπέρ του δευτέρου γάμου των χηρευσάντων διακόνων και ιερέων.

Υστερα από εκατό και πλέον χρόνια που ετέθη επίσημα από τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία (της Σερβίας) το ζήτημα του δευτέρου γάμου των εν χηρεία κληρικών και παρά τα όσα μεσολάβησαν για την αντιμετώπιση του ευαίσθητου, υπαρκτού και αντικειμενικά φλέγοντος αυτού θέματος, μπορούμε να πούμε πως η προ ολίγων ημερών απόφαση του Οικουμενικού μας Πατριάρχη, έχει θετικό χαρακτήρα, γιατί μπορεί να λύσει προβλήματα ζωτικής σημασίας, του εγγάμου Ιερού κλήρου.