Tου Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιτημίου Θράκης

Ο όρος «λαθρομετανάστης», που χαρακτηρίζει τον παράνομο μετανάστη, εκείνον δηλαδή ο οποίος εισέρχεται σε ένα κράτος χωρίς να διαθέτει τα απαραίτητα έγγραφα, είναι διαρκώς στην επικαιρότηται τα τελευταία χρόνια, εξ αιτίας της καθημερινής σχεδόν μετακίνησης για διαφόρους λόγους μεγάλωνομάδων πληθυσμού από μια χώρα σε άλλη. Και για μεν τα συμβατικά κράτηη έννοια του λαθρομετανάστη είναι συνυφασμένη με την απαγόρευση εισόδου του καθενός σε αυτά, εκτός βέβαια εάν συντρέχουν στη συγκεριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις της κατ’ εξαίρεση κάμψης της σχετικής απαγόρευσης. Τί συμβαίνει όμως με το ιδιόρρυθμο «Κράτος» της Νέας Ιερουσαλήμ, που ίδρυσε ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός, στο οποίο αντί για απαγορεύσεις ισχύει αντιθέτως η κλήση του Ιησού προς όλους τους ανθρώπους να εισέλθουν σε αυτό και να γίνουν «υπήκοοι» της Καινής Πολιτείας Του;«Οστις θέλει οπίσω μου ελθείν...» (Μαρ η 34).Υπάρχουν λοιπόν «λαθρομετανάστες» στη Νέα Ιερουσαλήμ; Οι σκέψεις που ακολουθούν θα μας δώσουν την απάντηση στο ερώτημα, αφού όμως διευκρινίσουμε προηγουμένως ορισμένα πράγματα.

Κατ’ αρχάς, όταν αποκαλούμε τη Νέα Ιερουσαλήμ «Καινή Πολιτεία», δεν πρέπει να λησμονούμε σε τι ακριβώς συνίσταται η «καινότητά» της. Είναι σε όλους γνωστό ότι αυτή η Πολιτεία λέγεται «Καινή», δηλ. Καινούργια, όχι, διότι με την ίδρυσή της προστέθηκε μια ακόμη πολιτείαδίπλα στιςάλλες, αλλά διότιφέρνει κάτι το μοναδικόσε σχέση με τις υπάρχουσες συμβατικέςπολιτείες. Είναι μια Πολιτεία εγκατεστημένη μέσα σε αυτές με στοχεύσεις όμως που υπερβαίνουντα γήινα ενδιαφέροντά τους. Ενα Κράτος εν κράτει, το οποίο, αν και δραστηριοποιείται στον κόσμο, φροντίζει για τα εκτός του κόσμου φτιάχνοντας «γέφυρες» με τον Ουρανό, μέσω των οποίων οι «υπήκοοι» της Νέας Ιερουσαλήμ μπορούν να γίνουν πολίτες της Βασιλείας των Ουρανών.

Από τη στιγμή που θα ενταχθεί κάποιος στη Νέα Ιερουσαλήμ, η ζωή του σε πολλές εκφάνσεις της παρουσιάζει δύο πλευρές: Είναι πολίτης του κοσμικού κράτους, ταυτόχρονα όμως και «υπήκοος» της Υπερκόσμιας Καινής Πολιτείας. Επομένως υπόκειται σε δύο Αρχοντες: τον Καίσαρα και τον Θεό. Αλλά και σε δύο Συντάγματα: το γήινο και το Θεϊκό, προς τα οποία οφείλει να συμμορφώνεται αναλόγως. Τέλος διαθέτει επίσης δύο ταυτότητες: Μια χάρτινη που την εκδίδει η κοσμική πολιτεία και μια ψυχική, της οποίας εκδότης είναι η συνείδηση του καθενός, που αποφασίζει αυτοβούλως να γίνει «υπήκοος» της Νέας Ιερουσαλήμ. Η χάρτινη ταυτότητα χρειάζεται για τις συναλλαγές του πολίτη της χώρας με τις αρχές του κοσμικού κράτους, ενώ η ψυχική ταυτότητα της Νέας Ιερουσαλήμ για τις σχέσεις του «υπηκόου» της με τον Θεό.

Ανάμεσα στις δύο αυτές ταυτότητες υπάρχει μια σημαντική διαφορά: Η κοσμική ταυτότητα ισχύει αφ’ εαυτής από τη στιγμή της εκδόσεώς της και νομιμοποιεί τον πολίτη σε όλες τις υπηρεσίες με την απλή επίδειξή της. Αντιθέτως η ψυχική ταυτότητα της Νέας Ιερουσαλήμ χρειάζεται ενεργοποίηση μέσα στην κοινωνία για την ισχύ της. Είναι σαν τα εισιτήρια μετακίνησης με τα διάφορα συγκοινωνιακά μέσα. Δεν αρκεί μόνη η απόκτησή τους για τη νόμιμη κυκλοφορία του κατόχου τους. Πρέπει πρώτα να ενεργοποιηθούν στα σχετικά μηχανήματα ελέγχου. Η ιδιαιτερότητα της ψυχικής ταυτότητας της Νέας Ιερουσαλήμ απορρέει από τη φύση και τον προορισμό της. Είναι άλλωστε λογικό να μη μπορεί ποτέ κανείς να αποκτήσει κοινωνία με τον Θεό, εάν δεν έχει βιώσει προηγουμένως σωστά την κοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους. Ετσι το θέλησε ο Ιδρυτής της Νέας Ιερουσαλήμ και έτσι πρέπει αναπόφευκτα να γίνεται.Επομένως αληθινός «υπήκοος» της «Καινής» αυτής «Πολιτείας», δεν είναι καθένας που «σημαιοστολίζεται» με τασύμβολά της ή συμπεριφέρεται σύμφωνα με τους «πολιτειακούς» τύπους αυτής, αλλά μόνον εκείνος, ο οποίος μετουσιώνει σε πράξεις τις εντολές του Ιδρυτή της Νέας Ιερουσαλήμ.

Εάν ληφθεί τώρα υπ’ όψη ότι το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης συνδέεται με τις ταυτότητες, τότε, σύμφωνα με όσα ελέχθησαν πιο πάνω, είναι πιθανό να είναι κάποιος νόμιμος από την πλευρά της μιας ταυτότητας, αλλά λαθραίος από την πλευρά της άλλης. Ενδέχεται όμως να είναι νόμιμος ή λαθραίος και από τις δύο πλευρές. Αποφασιστικό κριτήριο νομιμότητας της σχετικής ταυτότητας αποτελείσε κάθε περίπτωση η γνησιότητά της. Θα αφήσουμε στην άκρη το ζήτημα της γνησιότητας της κοσμικής ταυτότητας, για να ασχοληθούμε με τη γνησιότητα της ταυτότητας της Νέας Ιερουσαλήμ. Αυτή η ταυτότητα δεν χρειάζεται να φέρει πολλά στοιχεία επάνω της, όπως η κοσμική. Αρκούν μόνο δύο: το μικρό όνομα (ούτε καν το επώνυμο) του δικαιούχου και το υδατογράφημα του Σταυρού. Τίποτε άλλο. Επειδή όμως μια τέτοιαταυτότητα μπορεί να τη φτιάξει εύκολα ο καθένας και να την χρησιμοποιεί κατά το δοκούν προς ίδιον όφελος, ανάλογα με τις περιστάσεις, έρχεται ο Ιδρυτής της Νέας Ιερουσαλήμκαι μας δίνει ένα απλό και πρακτικό κριτήριο διαπίστωσης της γνησιότητάς της, που δεν χρειάζεται γραφολόγους ή άλλους εμπειρογνώμονες, αλλά αρκείται στη θεώρηση δια γυμνού οφθαλμού της συμπεριφοράς τους φέροντος. Είναι ο Νόμος της Αγάπης, όπως τον διατύπωσε και τον επανέλαβε πολλές φορές στις ομιλίες Του ο Κύριος[«Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστέ, εάν αγάπην έχεται αλλήλοις» (Ιω ιε 12, Λουκ στ, 27 επ)] και όπως τον ερμήνευσε αναλυτικά με πολύ γλαφυρό τρόπο ο Απόστολος Παύλος στην περίφημη Α’ Προς Κορινθίους Επιστολή του (Κεφ ιγ).

Επομένως, με βάση τον Νόμο της Αγάπης δεν έχουμε καμιά δυσκολία να βρίσκουμε κάθε φορά, τί είδους «υπήκοοι» της Νέας Ιερουσαλήμ είναι όλοι όσοι προβάλλουν ή επιδεικνύουν την ταυτότητά της, όπως π.χ.: Ο τοκογλύφος, ο απατεώνας ή άλλοι εκμεταλλευτές ανθρώπων, οι οποίοι συναλλάσσονται με τα θύματά τους μπροστά στις εικόνες που βρίσκονται στο γραφείο τους. Η ιερόδουλος, η οποία επιδίδεται στις ακολασίες υπό το βλέμμα της Θεοτόκου που κρέμεται στο κρεβάτι της. Ο «σταυροφόρος» αδελφός που δεν μιλάει με τον αδελφό του, διότι θεωρεί ότι τον αδίκησε στη μοιρασιά της γονικής κληρονομιάς. Ο θρησκευόμενος χωριανός-κάποιες φορές μάλιστα πηγαίνει και στο ψαλτήρι- που γυρίζει την πλάτη στον γείτονα, διότι τους χωρίζουν τα χωράφια ή προσωπικές διαφορές. Οι κληρικοί όλων των βαθμών που διδάσκουν την αγάπη προς τον πλησίον, στην πράξη όμως η συμπεριφορά τους «στάζει» μίσος απέναντι σε ορισμένους ανθρώπους. Εμείς οι κάθε μορφής «Φαρισαίοι» που δείχνουμε μια υποκριτική θεοσέβεια. Εκκλησιαζόμαστε συχνά και ζητούμε από τον Θεό στη Θεία Λειτουργία να συγχωρήσει τα παραπτώματά μας, χωρίς όμως να θέλουμε να κάνουμε και εμείς το ίδιο για τα παραπτώματα των άλλων απέναντι σε μας. Ζητούμε με το «Πάτερ Ημών» διαγραφή των «οφειλών» μας προς τον Θεό, αλλά αρνούμαστε να διαγράψουμε τις οφειλές που μας χρωστούν οι άλλοι,υποπίπτοντας έτσι επί πλέον και στο βαρύ αμάρτημα της Θεομπαιξίας, αφού διαβεβαιώνουμε ψευδώς τον Θεό για πράγματα που δεν τηρούμε.

Οσοι λοιπόν από μας χωράμε σε κάποιο «κάδρο» φαρισαϊσμού ή ασυνέπειας στον Νόμο της Αγάπης του Χριστού, πρέπει να γνωρίζουμε ότι είμαστε «λαθρομετανάστες» της Νέας Ιεροσαλήμ. Και μπορεί να καταφέρνουμε με την πλαστή ταυτότητα αυτής να ξεγελάσουμε μερικές φορές κάποιους ανθρώπους.Τον Θεό όμως δεν θα μπορέσουμε να τον κοροϊδέψουμε ποτέ. Συνεπώς, εάν θέλουμε να μη μείνουμε εκτός του «Νυμφώνος», οφείλουμε να αποκτήσουμε τη γνήσια ταυτότητα της «Καινής Πολιτείας», ευθυγραμμίζοντας τη συμπεριφοράς μας προς αυτό που ζητάει από μας ο Χριστός.