Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Η Θεία Λειτουργία, παρά τη στερεότυπη επανάληψή της τις Κυριακές, κατά τις οποίες συνήθως τελείται, έχει μια μοναδικότητα: Είναι το πνευματικό «συσσίτιο», που διοργανώνει η Εκκλησία, κατ’ εντολήν του Ιδρυτού της («τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν», Λουκ κδ 19), για να μας προσφέρει μέσα σε μια ατμόσφαιρα κοινής προσευχής ως «γεύμα» το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Γι’ αυτό και ο τακτικός εκκλησιασμός αποτελεί βασική θρησκευτική υποχρέωσηκάθε ενσυνείδητου πιστού. Πρέπει μάλιστα όσοι αισθάνονται την ανάγκη να προσέλθουν στη σχετική «συνεστίαση» της Εκκλησίας να μην περιορίζονται απλώς στη μέθεξη της κοινής προσευχής, αλλά να μετέχουν, όπως πρέπει,και της Τραπέζης της Θείας Ευχαριστίας, διότι μόνον έτσι αποκτάται ζωντανή προσωπική κοινωνία  του πιστού με τον Χριστό. Το υπογράμμισε αυτό ο Ιδιος ο Κύριος, που μας παρέδωσε το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ως ανάμνηση του Εκουσίου Πάθους Του, όταν έλεγε ότι «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου τα αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ».

Τα δύο κείμενα της Θείας Λειτουργίας, του Ιωάννου Χρυσοστόμου,που κατά κανόνα χρησιμοποιείται και του Μεγάλου Βασιλείου, που κατ’ εξαίρεση εφαρμόζεταιτην Πρωτοχρονιά (ημέρα της μνήμης του) και τις πέντε Κυριακές των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ανήκουν στους θησαυρούς όχι μόνο της Ορθοδοξίας, αλλά και της κλασικής ελληνικής γραμματολογίας. Αποτελούν απαράμιλλα πρότυπα εκφραστικής τελειότητας και γλωσσικά «εργαλεία» πνευματικής μεταρσίωσης, που σε «δορυφορούν» στην απαραίτητη πνευματική ατμόσφαιρα, από την οποία μπορείς να δεις καθαρά τον Θεό.Οσο μακρυνή κι αν φαίνεται η απόσταση που σε χωρίζει από Αυτόν, η ψυχή σου μπορεί να την κάνει μια «δρασκελιά», για να σου δώσει την ευκαιρία να πλησιάσεις τον Θρόνο Του και να συνομιλήσεις μαζί Του.

Της Θείας Λειτουργίας προηγείται πάντοτε η Ακολουθία του Ορθρου που χαρακτηρίζεται από την αναστάσιμη ατμόσφαιρα, την οποία διαχέει στις ψυχές των πιστών, τους ύμνους προς τη Θεοτόκο και τον τιμώμενο Αγιο, τους αίνους προς τον Θεό και την εν κατακλείδι Δοξολογία προς Αυτόν.

Συγκρίνοντας κάποιος τον Ορθρο με τη Θεία Λειτουργία αποκομίζει εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα πρωθύστερολειτουργικόπαράδοξο: Με τονΟρθρο η Εκκλησία μάςεισάγει πρώτα στον επίλογο του Θείου Πάθους, που καταυγάζεται από το Φως της Αναστάσεως του Κυρίου, καιμετά με τη Θεία Λειτουργία μάς κάνει συνοδοιπόρους του Γολγοθά. Σε αυτή τη φαινομενική παραδοξότητα βρίσκεται όλη η ομορφιά της συγκεκριμένης λειτουργικής επιλογής! Η Εκκλησία μάς καθιστά πρώτα «συνδαιτυμόνες» στην Τράπεζα της Αναστάσιμης Ευωχίας και ύστερα μάς γυρίζει προς τα πίσω, για να δούμε, με ποιό τρόπο μάς εξασφάλισε το προνόμιο αυτό ο Χριστός. Συμβαίνει εδώ κάτι ανάλογο με εκείνον, ο οποίος μάς οδηγεί σε ένα θησαυροφυλάκιο, για να μας δείξει τους θησαυρούς που μάς χαρίζει,και αμέσως μετά μάς δείχνει μια μικρή ταινία, για να δούμε, με πόσες θυσίες αποκτήθηκε αυτός ο θησαυρός, ώστε να εκτιμήσουμε σωστά όχι μόνο την αξία του θησαυρού, αλλά και το μέγεθος της προσφοράς εκείνου που μας τονπροσφέρει.

Στα αξιοσημείωτα  από την Ακολουθία του Ορθρου καταγράφεται η καθυστερημένη άφιξη στην Εκκλησία του χοροστατούντος στη Θεία Λειτουργία Αρχιερέως. Πολλές φορές μάλιστα επιβραδύνεται η πρόοδος της Ακολουθίας, για να προλάβει να έλθει ο Δεσπότης!Εχουμε δηλ. εδώ προσαρμογή της Ακολουθίας στον Αρχιερέα και όχι του Αρχιερέως σε αυτήν. Λες και η Ακολουθία γίνεται για τον Αρχιερέα και όχι για τον Χριστό. Δυστυχώς, αυτή η εσφαλμένη επισκοποκεντρικήπρακτική, την οποία συντηρεί ανεπίτρεπτα η Ιεραρχία, δημιουργεί αλγεινή εντύπωση σε όλους και σκανδαλίζει τους πιστούς, διότι προβάλλει μια αριστοκρατική νοοτροπία των Επισκόπων εντελώς ασύμβατη με Εκείνον που εκπροσωπούν. Από την πρώτη κιόλας καμπάνα η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να προσέλθουν, για να επιτελέσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Και η κλήση αυτή ισχύει βέβαια πρωτίστως για τους καλούντας. Πόσο λογικό είναι να έπεται ο ποιμενάρχης του ποιμνίου και όχι να προηγείται αυτού; Μπορεί να φανταστεί κάποιος τον Χριστό να βάζει τους μαθητές Του να καλέσουν τα πλήθη σε σύναξη και να προσέρχεται ο Ιδιος πολύ αργότερα σε αυτήν; Αυτά γίνονται μόνο στις θεατρικές παραστάσεις. Αλλά ο Χριστός δεν έπαιζε ποτέ θέατρο. Ηταν Δάσκαλος της συνέπειας και της πρωτιάς σε όλα. Γι’ αυτό «ρίζωσε» βαθειά στις ψυχές των ανθρώπων ο λόγος και το παράδειγμά Του. Γιατί λοιπόν δεν Τον μιμούνται οι Αρχιερείς, οι οποίοι, κατά τον Αγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, «ίστανται εις τύπον και εις τόπον Χριστού»;Δείχνει «τύπον Χριστού» η συγκεκριμένη συμπεριφορά των Αρχιερέων;

Ανάλογο σκανδαλισμό επιφέρει η -ευτυχώς μη εκτεταμένη- συνήθεια της ένδυσης ορισμένων χοροστατούντωνΑρχιερέων εκτός και όχι εντός του Ιερού, όπου πρέπει να γίνεται. Με τον τρόπο αυτό διακόπτεται ο λατρευτικός χαρακτήρας της Ακολουθίας, η οποία μετατρέπεται έτσι σε θέαμα (!) με «πρωταγωνιστή» τον χοροστατούντα Αρχιερέα και «κομπάρσους» τους ιερείς, που φέρνουν σε αργυρούς ή επάργυρους δίσκους μπροστά στο Δεσποτικό τα εξαρτήματα της απωθούσας πολλούς αρχιερατικής στολής: Ο ένας τα επιμανίκια, ο άλλος τον Σταυρό ή το επιγονάτιο, κάποιος τρίτος τη μίτρα κ.ο.κ. Κάπως έτσι ντυνόταν και ο Χριστός, για να θυμηθούμε και εδώ την προαναφερθείσα ρήση του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου.

Είναι ασήμαντες οι λειτουργικές αυτές «ανορθογραφίες»; Αν έτσι τις βλέπει η Ιεραρχία, ας τις προσπεράσει αδιάφορα, οπλισμένη όμως με την υπομονή να δει, τί κερδίζει ή τί χάνει τελικά από αυτές, όταν έλθει η ώρα να «κάνει ταμείο». Αλλιώς, ας φροντίσει να τις διορθώσει άμεσα, διότι στους σημερινούς άφιλους καιρούς τα αγριεμένα «κύματα» της αθεΐας απειλούν να «καταποντίσουν» το «σκάφος» της Εκκλησίας. Και ο «καλός καπετάνιος», που ενδιαφέρεται για την ασφαλή πλοήγησή του, δεν παραβλέπει καμιά από τις αντίξοες συνθήκες που «κλυδωνίζουν» το «σκάφος».

Εάν περάσουμε τώρα στη Θεία Λειτουργία, θα δούμε και σε αυτήν πολλές άλλες «ανορθογραφίες», που σχετίζονται με την ουσία της λατρείας και χρειάζονται επίσης διόρθωση. Ποιά από αυτές τις λειτουργικές στρεβλώσεις να υπογραμμίσει πρώτα απ’ όλα κάποιος; Την ανάγνωση του Ευαγγελίου και του Αποστόλου που γίνεται, όχι τόσο λόγω γλώσσης, αλλά κυρίως λόγω άρθρωσης και ύφους απαγγελίας, στα...κινέζικα; Η επισήμανση αυτή ισχύει ιδίως για τον Απόστολο, που συχνά διαβάζεται με τέτοιον αμανεδισμό από τους ιεροψάλτες, ώστε είναι αμφίβολο, αν τον ακούν ή τον καταλαβαίνουν ακόμη καιαυτοί που είναι δίπλα στον αναγνώστη. Να προσπεράσει μήπως κάποιος τις υπέροχες Ευχές της Αγίας Τραπέζης,που τις ακούει μόνον ο Λειτουργός, προφανώς διότι έχει γαλουχηθεί με την πεποίθηση ότι απευθύνονται σε... κωφαλάλους;Ή μήπως να σιωπήσει, καθώς ακούει τον «κούφιο» λόγο του άμβωνα από άσχετους και λογομανείς ιεροκήρυκες, οι οποίοι μη μπορώντας να συλλάβουν τα βαθύτερα μηνύματα των αναγνωσμάτων της ημέρας έχουν αναγάγει προκλητικά σε «λόγο οικοδομής» τη φλυαρία και την ασυναρτησία; Δίπλα σε όλα αυτά δεν πρέπει να παραλειφθεί η μνεία της επιχωριάζουσας-δυστυχώς, ακόμη και μεταξύ πολλών Αρχιερέων!- έλλειψης ιεροπρέπειαςσε πολλές στιγμές της Θείας Λειτουργίας,όπως π.χ. κατά την επιτέλεση του Σημείου του Σταυρού. Οι Λειτουργοί σηκώνουν πολλές φορές το χέρι τους βαριεστημένα με σχεδόν ανοικτά τα δάκτυλα, για να κάνουν υπό μορφήν αγγαρείας ανορθόδοξα τον Σταυρό τους!

Οι πιο πάνω ενδεικτικές επισημάνσεις δεν εξαντλούν το θέμα της λειτουργικής «παθογένειας», που παρουσιάζει σε ορισμένα σημεία της η τελούμενη σήμεραΘεία Λειτουργία. Αποτελούν απλώς υλικό προβληματισμού, που μπορεί, νομίζω, να δώσει την ευκαιρία στη Δ.Ι.Σ. να ξαναδεί κάποια πράγματα από τον χώρο της λατρείας, για να την κάνει πιο απλή, Χριστομίμητη και κυρίως προσιτή στους πιστούς.