Του π. Αντώνιου Χρήστου

Αγαπητοί μας αναγνώστες, σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με το ερώτημα που διαβάσατε στον τίτλο μας. Δε μας γεννήθηκε ξαφνικά, είναι προϊόν εμπειρίας μακροχρόνιο, από μια μεγάλη κατηγορίας ανθρώπων, που προσέρχονται στην Εκκλησία αρκετά συχνά, μάλιστα πολλοί προσεγγίζουν και τη Θεία Κοινωνία τις Κυριακές και μεγάλες γιορτές, μετέχουν σε ενοριακές δράσεις, ενίοτε κατέχουν και υπεύθυνη θέση στο εκκλησιαστικό συμβούλιο ή το φιλόπτωχο ταμείο, όμως συνειδητά αποφεύγουν το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.

Σε συζητήσεις που έχουμε κάνει κατά καιρούς, με ανθρώπους που επιλέγουν αυτή την πρακτική, έχουμε αποκομίσει διάφορους λόγους που επικαλούνται. Οι βασικότεροι είναι οι εξής:

α) Αρκετοί ισχυρίζονται, ότι είχαν στο παρελθόν, μια «τραυματική εμπειρία» μέσα από την εξομολόγηση, από κάποιον Ιερέα, και μάλιστα στην τρυφερή παιδική ή εφηβική ηλικία. Με τον όρο «τραυματική εμπειρία», κάποιοι εννοούν ότι κάποιοι Ιερείς ήταν πολύ αυστηροί και τους αποπήραν ή τους πρόσβαλαν, με αποτέλεσμα μετά από τότε να αποκτήσουν κάποιο φόβο και μια αποστροφή, ώστε να μην ξαναπλησιάσουν το πετραχήλι κάποιου πνευματικού, μέχρι σήμερα.

β) Κάποιοι άλλοι και ίσως είναι αριθμητικά οι περισσότεροι, ισχυρίζονται ότι δεν έχουν να πουν στον πνευματικό και κάτι πολύ σοβαρό. Δηλώνουν ότι δεν τους ελέγχει σε κάτι η συνείδησή τους και όταν τους αφήνεις να μιλήσουν περισσότερο, επικαλούνται τα καλά τους έργα ή την καλή τους στάση σε κάποιες δυσκολίες και πειρασμούς, που πάλεψαν και τα κατάφεραν.

γ) Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, που είναι αρνητική με το μυστήριο της Εξομολογήσεως αυτό καθαυτό. Το θεωρούν ότι είναι εφεύρημα των παπάδων, για να μαθαίνουν τα μυστικά των πιστών και να τους χειραγωγούν. Κάποιοι άλλοι της ίδιας νοοτροπίας άνθρωποι, θεωρούν ότι κάποια πράγματα που η Εκκλησία θεωρεί αμαρτία, στις μέρες μας πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να τα επιτρέπει, π.χ. τις προγαμιαίες σχέσεις ή την ομοφυλοφιλία κ.α. Κλείνοντας αυτή την κατηγορία, αναφέρουμε πως κάποιοι άλλοι ντρέπονται πολύ να προσέλθουν ή στην αντίθετη κατεύθυνση και με έναν κυνισμό και αφοπλιστικότητα, λένε «Μα αφού θα τα ξανακάνω γιατί να πάω;»

δ) Τέλος, υπάρχουν και αυτοί που ομολογούν, ότι λόγω της χλιαρής σχέσης με την Εκκλησία των ίδιων ή των γονέων τους, δεν τους παρότρυνε κανείς να προσέλθουν στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως. Ακόμη και αν το έχουν ακούσει από κάποιους, αγνοούν πολλά βασικά σημεία για το μυστήριο αυτό, για τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που τελείται και την αναγκαιότητα αυτού.

Ολες οι παραπάνω κατηγορίες ανθρώπων και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν, μπορεί ως ένα βαθμό να έχουν μια λογικοφάνεια, αλλά εννοείται ότι στερούνται και απέχουν πολύ, από το   πραγματικό ορθόδοξο ήθος και τη θεραπευτική της Εκκλησίας μας.

Θα απαντήσουμε λοιπόν ευθέως στο ερώτημα του τίτλου μας, αλλά και στα βασικά επιχειρήματα των παραπάνω κατηγοριών «πιστών». Οχι, κατηγορηματικά δε νοείται πνευματική ζωή χωρίς να προσερχόμαστε στο Μυστήριο της Μετανοίας, την Ιερά Εξομολόγηση και μάλιστα σε τακτά διαστήματα, κοντά σε έναν πνευματικό της Εκκλησίας μας. Ο λόγος είναι προφανής! Την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα μυστήρια και τη διδασκαλία της, τη δεχόμαστε ολόκληρη. Δε νοείται ένας Χριστιανισμός και μια πνευματικότητα α λα καρτ, να κρατάει αυτά που θέλει και να απορρίπτει αυτά που δε θέλει ή τον δυσκολεύουν.

Πως χάσαμε αδελφοί μου τον παράδεισο; Από την παρακοή των πρωτόπλαστων, αλλά και κάθε φορά που και εμείς αμαρτάνουμε προσωπικά, ουσιαστικά παρακούμε τις εντολές του Θεού! Πως αντιστράφηκε όλο αυτό; Με τη σάρκωση Του Θεού Λόγου «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιππησίους 2,8), αλλά και από την Υπακοή της Παναγίας στο θεϊκό θέλημα αφού: «είπε δε Μαριάμ· ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. 1,38). Επομένως μόνο δια της υπακοής μας, στις εντολές Του Θεού και ταπεινώνοντας τον εαυτό μας, όταν κάνουμε υπακοή στο πετραχήλι κάποιου πνευματικού, ευθυγραμμιζόμαστε με σωστές προϋποθέσεις στην πορεία της αγιότητος και σωτηρίας.

Αυτοί που επικαλούνται «τραυματική εμπειρία», γιατί και σε άλλους τομείς δε συμβαίνει αυτό; π.χ. στην Εκπαίδευση ή στο Ιατρικό προσωπικό, τι κάναμε όμως; Σταματήσαμε να πηγαίνουμε σχολείο ή να εξεταζόμαστε στους γιατρούς; Παντού υπάρχουν συνειδητοί και ασυνείδητοι, εμείς να ερευνούμε σαν τις μέλισσες που επιλέγουν από παντού το καλό και ωφέλιμο, καθώς όλοι έχουν και τα καλά και τα κακά στοιχεία τους. Στον Θεό τα λέμε, απλά οι κληρικοί δανείζουμε τα χέρια μας, το στόμα μας και την καρδιά μας για να μιλήσει εκείνος, δια των Πνευματικών πατέρων που τελούν το μυστήριο.

Αυτοί που επικαλούνται ότι δεν έχουν κάνει κάτι σοβαρό και ότι τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους, πρέπει να γνωρίζουν ότι η συνείδηση όταν δεν προσέρχεται τακτικά στο μυστήριο της εξομολογήσεως, συνηθίζει στην αμαρτία, έστω και στα μικρά-καθημερινά «συγγνωστά» όπως λέγονται στην Εκκλησιαστική γλώσσα.

Αυτοί που λένε ότι πρέπει να αλλάξει το ήθος της η Εκκλησία, να εκσυγχρονιστεί και να επιτρέπει κάποια πράγματα που ακόμη απαγορεύει, πρέπει να καταλάβουν ότι όσες φορές στο παρελθόν έγινε αυτό, ήταν εις βάρος των πιστών και πολλοί αποκόπηκαν μάλιστα στο τέλος, από το σώμα της Εκκλησίας με αυτά που δίδασκαν και προσπαθούσαν να επιβάλλουν και στα υπόλοιπα μέλη.

Οσον αφορά σε αυτούς που αμφιβάλλουν για το απόρρητο της εξομολογήσεως, είναι προφανές, ότι είναι προφάσεις και δικαιολογίες ώστε να μην προσέλθουν και όχι ότι το πιστεύουν, ακόμη και οι ίδιοι, απόλυτα. Οι Ιεροί κανόνες είναι σαφείς και ο Κληρικός που θα σπάσει το απόρρητο της εξομολογήσεως, έχει κανονικές ποινές, μέχρι μάλιστα την καθαίρεσή του. Ενώ τέλος, όλοι αυτοί που λένε ότι θα το ξανακάνουν και γι’ αυτό δεν προσέρχονται, είναι σα να λένε: «Μα αφού θα βρωμιστώ ξανά, γιατί να πλυθώ;». Οπως κάτι τέτοιο είναι ρεαλιστικό, αλλά εννοείται αδιανόητο για κάποιον που θέλει να έχει μια στοιχειώδη υγιεινή, έτσι και εμείς κοιτούμε πώς να μειώσουμε τα πάθη και τις αμαρτίες μας και δε συμβιβαζόμεθα με αυτά.

Κλείνουμε και θα ολοκληρώσουμε το άρθρο μας, με την τελευταία κατηγορία ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι  δεν τους παρότρυνε κανείς για να προσέλθουν στην εξομολόγηση. Εχουν ένα δίκιο, αλλά ο σκοπός της πνευματικής ζωής είναι κυρίως να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας και όχι να τη ρίχνουμε σε άλλους (όπως οι πρωτόπλαστοι, που ευθέως ο Αδάμ έριξε την ευθύνη στην Εύα και στο Θεό που του έδωσε την Εύα στη ζωή του). Επομένως αφού πλέον ξέρουμε και ακούσαμε για την ωφέλεια κάποιου που εξομολογείται, πρέπει να προσέλθουμε συνειδητά στο μυστήριο, να παλέψουμε να αναπληρώσουμε το χαμένο χρόνο αποχής και με τη ζωή μας και με τα λόγια μας, καλούμαστε να εμπνεύσουμε και άλλους προς αυτή την κατεύθυνση. Επομένως πνευματική ζωή σημαίνει συχνή εξομολόγηση και να έχουμε ευλογία και μετοχή στη Θεία Κοινωνία. Ας αναζητήσουμε, λοιπόν, έναν πνευματικό και τα επόμενα με τη χάρη Του Θεού έρχονται μόνα τους! Αμήν!