Του πρωτοπρεσβύτερου Δημητρίου Θεοφίλου, M.D., PhD Student ΕΚΠΑ

 

Στο ζήτημα της Παιδείας υπάρχει μεγάλη υποκρισία σε τούτο τον τόπο, καθώς το θέμα έρχεται στην επιφάνεια με αφορμή συνήθως επαγγελματικές και συνδικαλιστικές επιδιώξεις, καταλήψεις και βανδαλισμούς ή τους πρώτους των πρώτων, που θα καταλήξουν, αργά ή σύντομα, σε κάποιες ατελείωτες ουρές ανέργων ή αυτοεξόριστοι σε κάποια γωνιά της Γης.

Η διάλυση της Παιδείας άρχισε μεθοδικά και συστηματικά εδώ και 41 χρόνια και πραγματικά τα καθεστώτα της Μεταπολίτευσης μπορούν να καυχώνται πως είναι οι πάτρωνες αυτού του ανοσιουργήματος.

Μετά την πτώση της επταετούς δικτατορίας, η Παιδεία αφέθηκε ως βορά στα νύχια και τα δόντια των κομματικών ινστρουχτόρων, αριστερών ή αριστερίστικων παραλλαγών, καθώς επίσης και ποικίλων εργατοπατέρων. Όποιος καθηγητής πανεπιστημίου από το 1974 και μετά επεδίωκε την αξιοκρατία χαρακτηρίζονταν πρώτα χουντικός, μετά αντιδραστικός-σκοταδιστής και εσχάτως γραφικός και στη συνέχεια διώκονταν απηνώς.

Mετά την πτώση της επταετούς δικτατορίας, η Παιδεία αφέθηκε ως βορά στα νύχια και τα δόντια των κομματικών ινστρουχτόρων, αριστερών ή αριστερίστικων παραλλαγών, καθώς επίσης και ποικίλων εργατοπατέρων.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση πλημμύρισε από μέτριους «ημετέρους». Αυτό είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τον ευτελισμό του επιπέδου σπουδών των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, που, σαν να μην έφτανε μόνο το έλλειμμα Παιδείας, προστέθηκε η αναξιοκρατία, ο κομματισμός και η παντελής έλλειψη αξιολόγησης, η οποία κάθε φορά έβρισκε «απέναντι» όλα τα συνδικαλιστικά όργανα των «εκπαιδευτικών», όπου και όποτε αυτή επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί.

Οι εκάστοτε υπουργοί Παιδείας από το 1974 έως σήμερα είναι κυριολεκτικά καθ’ εικόνα και ομοίωση των εκπαιδευτικών που δουλεύουν στα σχολεία και των «αδιάφορων ή υστερικών» γονέων, που είτε μεμψιμοιρούν για άνευ σημασίας ζητήματα είτε οικονομικά στηρίζουν και εμπιστεύονται τη παραπαιδεία, αδιαφορώντας βασικά για το δημόσιο σχολείο. Η παραπαιδεία αποτελεί τον μεταστατικό καρκίνο της νεοελληνικής Παιδείας. Όλοι την καυτηριάζουν, πολλοί πλουτίζουν από αυτήν και κανείς δεν θέλει στην ουσία να καταργηθεί, αφού τη θεωρούν απαραίτητη «πατερίτσα» σε ένα «ανάπηρο» δημόσιο σχολείο, που πολλοί πάνε να περάσουν την ώρα τους και άλλοι για να αλιεύσουν πελατεία για τις απογευματινές ιδιαίτερα καλοπληρωμένες φροντιστηριακές τους απασχολήσεις.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που έχει παραπαιδεία, αυτό όμως δεν ενοχλεί κανέναν ιθύνοντα, ούτε ντόπιο αλλά ούτε ξένο. Γιατί άραγε; Μάλλον επειδή ο τζίρος από τη όλη δραστηριότητα είναι πολύ υψηλός, ενώ το παρεχόμενο μορφωτικό προϊόν του δημόσιου σχολείου πολύ χαμηλό.

 

Τα προβληματικά εγχειρίδια

Το έργο της συγγραφής των σχολικών εγχειριδίων έχει ανατεθεί εδώ και δεκαετίες στο Παιδαγωγικό ινστιτούτο, του οποίου οι φορείς εμφορούνται από αντεθνικά και αντιθρησκευτικά σύνδρομα και φοβίες. Αρκεί κάποιος να ρίξει μια πρόχειρη ματιά στα βιβλία της Γλώσσας του δημοτικού σχολείου και τα βιβλία της Ιστορίας που «διδάσκονται» σε Γυμνάσιο και Λύκειο, όχι μόνο για να ξεχάσει αυτά που ξέρει, αλλά και για να διαπιστώσει με πόσο συστηματικό και μεθοδικό τρόπο δηλητηριάζονται οι ψυχές και τα μυαλά των παιδιών μας, μετατρέποντάς τα σε «γενίτσαρους». Αφού πρώτοι και καλύτεροι έγιναν «γενίτσαροι» οι απόφοιτοι των πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων της Εσπερίας, όπως του Harvard, του MIT, του London School of Economics και άλλων παρόμοιων ευαγών ιδρυμάτων, που μας κυβερνούν εδώ και πολλές δεκαετίες, με τα γνωστά αποτελέσματα τα οποία και οι πιο δύσπιστοι σήμερα ζούμε στο «πετσί» μας.

Για να συμπεριληφθεί κάποιος σε μια ομάδα συγγραφής σχολικού βιβλίου, αρκεί να είναι κάτοχος κάποιου μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου και να διατηρεί κομματικές προσβάσεις που θα του εξασφαλίζουν την απαραίτητη «διασύνδεση».

Οι διάφοροι περιοδεύοντες «νεκροθάφτες», που έχουν το θράσος και την αναίδεια να παριστάνουν τους υπουργούς Παιδείας, αλληλοδιαδεχόμενοι ο ένας τραγικός τον άλλο, δεν κάνουν να κάνουν τίποτε άλλο από το να πιστοποιούν πως ο «μεγάλος ασθενής» της νεοελληνικής κατάντιας είναι «κλινικά νεκρός», διασυνδεδεμένος με τα μηχανήματα υποστήριξης, απλώς προς ικανοποίηση κάποιων εντυπώσεων. Οι άνθρωποι είναι νυχτωμένοι μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της Παιδείας και από την εγνωσμένη ή ανεπίγνωστη τραγικότητα που βιώνει το «ιψενικό τρίγωνο»: εκπαιδευτικών - μαθητών (φοιτητών) - γονέων.

Η Eκκλησία αυτού του τόπου εφησυχάζει και ασχολείται με ομφαλοσκοπικές βυζαντινολογίες, σε μια προσπάθεια να αναπαραστήσει το παρελθόν με όρους κιτς και να μιλήσει με ξύλινο και πλαστικό λόγο, δίχως σχεδόν καθόλου βιωματική εμπειρία, για πράγματα μεγάλα αληθινά και υπερβολικά ασύνδετα με την εκκοσμικευμένη πραγματικότητά της, τα οποία τελικά την υπερβαίνουν. Ως εκ τούτου, η σοβαρή ενασχόλησή της με τα ζητήματα της Παιδείας ανάγεται στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας, εκτός κάποιων επιθανάτιων σπασμών και γραφικών παρεμβάσεων, στα οποία δεν δίνει κανείς σημασία, ούτε δείχνει κανένα ενδιαφέρον.

Ο συνεκτικός ρόλος και ο παρηγορητικός λόγος της Εκκλησίας έχουν εκλείψει δραματικά, γι’ αυτό και ο σημερινός άνθρωπος αναζητά ανακούφιση και παρηγοριά στη παραθρησκεία, στην παραψυχολογία, στην αστρολογία, στη μαγεία και στον παγανισμό, στα ψυχοφάρμακα και στον εγκλωβισμό του νοήματος της ζωής του, στις πέντε αισθήσεις του στη λογική του, ώστε να καταφέρει να καλύψει στοιχειωδώς τις βιοσωματικές του εφήμερες ανάγκες. Καταστάσεις και ανάγκες με απόλυτη ημερομηνία λήξης, ίσως διαφορετική για τον καθένα, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή για όλους, που ονομάζεται θάνατος.

Η Παιδεία μπορεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο τόσο για τη ζωή όσο και για τον θάνατο και αυτή η ευκαιρία τις περισσότερες φορές χάνεται ανεκμετάλλευτη. Το φιλότιμο έχει λιγοστέψει αφάνταστα, ενώ η θρασύτητα μαζί με την αγυρτεία και την ημιμάθεια κυριαρχούν εκκωφαντικά.