Γράφει ο Γιάννης Κτιστάκης 

Επίκουρος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης*

Η κυβέρνηση θα συνεχίσει να εγγυάται την πληρωμή των περίπου 9.000 κληρικών της χώρας -επί της ουσίας, θα τους μισθοδοτεί- με αντάλλαγμα η Εκκλησία της Ελλάδος να μην αντιδράσει στις κυβερνητικές προτάσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση ως προς την επιταγή της «θρησκευτικής ουδετερότητας». Αυτό προέκυψε από τη συνάντηση που είχαν ο πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Ιερώνυμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Παράλληλα, θα δημιουργηθεί ταμείο αξιοποίησης εκκλησιαστικής περιουσίας, στο πλαίσιο του νόμου 4982/13 που είχε ψηφιστεί επί κυβερνήσεως Αντώνη Σαμαρά. Ο κ. Ιερώνυμος θα θέσει το περιεχόμενο της συμφωνίας στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο.

Ειδικότερα, το κύριο σημείο της συμφωνίας είναι η μισθοδοσία των κληρικών, ένα κονδύλι περί τα 198 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η Εκκλησία ζητούσε διευκρινίσεις, για το μοντέλο «θρησκευτικής ουδετερότητας» που προτείνει να καθιερωθεί στο Σύνταγμα η κυβέρνηση. Η Εκκλησία είναι υπέρ του γερμανικού μοντέλου, κατά το οποίο τη μισθοδοσία των ιερέων καταβάλλει το κράτος. Το γερμανικό μοντέλο έρχεται σε αντιδιαστολή με το γαλλικό, όπου η Εκκλησία έχει αναλάβει με ίδιους πόρους τους μισθούς των κληρικών. Η κυβέρνηση με τη συμφωνία με την Εκκλησία -χαρακτηρίστηκε «ιστορική» από τον κ. Τσίπρα- δείχνει να κινείται στα βήματα των Γερμανών.

Σύμφωνα με το κοινό ανακοινωθέν, «το ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι μέχρι το 1939, οπότε εκδόθηκε ο αναγκαστικός νόμος 1731/1939, απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία έναντι ανταλλάγματος που υπολείπεται της αξίας της. Το ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου ως αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε. Το ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνωρίζουν ότι οι κληρικοί δε θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου διαγράφονται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών. Το ελληνικό Δημόσιο δεσμεύεται ότι θα καταβάλλει ετησίως στην Εκκλησία, με μορφή επιδότησης, ποσό αντίστοιχο με το σημερινό κόστος μισθοδοσίας των εν ενεργεία ιερέων, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται ανάλογα με τις μισθολογικές μεταβολές του ελληνικού Δημοσίου. Η Εκκλησία αναγνωρίζει ότι μετά τη συμφωνία αυτή παραιτείται έναντι κάθε άλλης αξίωσης για την εν λόγω εκκλησιαστική περιουσία. Η ετήσια επιδότηση θα καταβάλλεται σε ειδικό ταμείο της Εκκλησίας και προορίζεται αποκλειστικά για τη μισθοδοσία των κληρικών, με αποκλειστική ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδος και σχετική εποπτεία των αρμόδιων ελεγκτικών κρατικών αρχών». Ιδιαίτερης σημασίας είναι ότι με τη συμφωνία «διασφαλίζεται ο σημερινός αριθμός των οργανικών θέσεων κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς και ο σημερινός αριθμός των λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πιθανή επιλογή της Εκκλησίας της Ελλάδος για αύξηση του αριθμού των κληρικών δε δημιουργεί απαίτηση αύξησης του ποσού της ετήσιας επιδότησης». Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία θα μπορεί να κάνει προσλήψεις ιερέων μόνο προς αντικατάσταση συνταξιοδοτηθέντων ιερέων.

Παράλληλα, θα δημιουργηθεί ταμείο αξιοποίησης εκκλησιαστικής περιουσίας, με πενταμελές διοικητικό συμβούλιο, που θα αναλάβει την αξιοποίηση των από το 1952 και μέχρι σήμερα ήδη αμφισβητούμενων μεταξύ ελληνικού Δημοσίου και Εκκλησίας περιουσιών, αλλά και κάθε περιουσιακού στοιχείου της Εκκλησίας που εθελοντικά η ίδια θα θελήσει να παραχωρήσει στο εν λόγω ταμείο προς αξιοποίηση. Ο κ. Ιερώνυμος στις δηλώσεις του τόνισε τις έως τώρα προσπάθειες που έχει κάνει η Εκκλησία για την αξιοποίηση της περιουσίας της, χαρακτηρίζοντάς την πάντως «κοιμούμενο θησαυρό σαν το κάρβουνο -με πολλά βαρίδια και όχι αμύθητος, όπως λένε.

…Είναι θεμιτό η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος να νοικοκυρέψει τα του οίκου Της, αλλά, αλήθεια, ποιος πολιτειακός κανόνας επιτρέπει την εσαεί παράδοση ατόφιου του ετήσιου κονδυλίου της μισθοδοσίας στα χέρια του Αρχιεπισκόπου, χωρίς να έχει πραγματοποιηθεί ένα μέτρημα: πόσοι είναι σήμερα οι ιερείς, πόσα είναι τα καταπατημένα ακίνητα της Εκκλησίας, ποιες οι εκκρεμείς αντιδικίες; Και, τέλος, με ποια δικαιοδοσία ο Αρχιεπίσκοπος συμφώνησε για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκουν η Ηπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη, τα νησιά του Β. Αιγαίου, το Αγιον Ορος, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη;».

 

*Το κείμενο του κ. Κτιστάκη δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή.