Του Σωτήρη Τζούμα

Το ερώτημα είναι ένα και απασχολεί κλήρο και λαό: για ποιο λόγο ο Αρχιεπίσκοπος δείχνει τόση «αδυναμία» στον πρωθυπουργό και ο πρωθυπουργός στον Αρχιεπίσκοπο;

Το ερώτημα αυτό συζητείται από κλήρο και λαό. Από Αρχιερείς και από ιερείς. Από δημοσιογράφους και από πολιτικούς. Από τον απλό κόσμο. Ολοι απορούν και εξίστανται: Για ποιο λόγο ο Αρχιεπίσκοπος δείχνει τόση «αδυναμία» στον πρωθυπουργό; Και για ποιο λόγο ο Τσίπρας δείχνει τόση αδυναμία στον Αρχιεπίσκοπο; Στον «παππού», όπως τον αποκαλούν χαριτολογώντας οι πολύ δικοί του άνθρωποι;

Το θέμα έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Σε επίπεδα της «παρεξήγησης».

Ολοι αναρωτιούνται πόθεν εκπορεύεται αυτή η σχέση, μέχρι πού φτάνει και πού σταματά.

Και εμείς παρακολουθούμε άφωνοι και ενεοί να εκτυλίσσεται το ιδιότυπο αυτό «ειδύλλιο» ενώπιον των οφθαλμών μας και δεν το πιστεύουμε.

Δεν πρόλαβε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να εκφράσει τη γνώμη του για τους λάθος χειρισμούς του θέματος από πλευράς Αρχιεπισκόπου και βγήκε το Μαξίμου και το στηλίτευσε και υποστήριξε τον Ιερώνυμο με μία πρωτοφανή δήλωση, που όμοιά της δεν έχει βγει ποτέ στο παρελθόν για να στηρίξει κανέναν άνθρωπο της κυβέρνησης, ακόμα και την κυρία Περιστέρα - Μπέτυ Μπαζιάνα, σύντροφο του κ. Τσίπρα, όταν όλοι έβαλλαν εναντίον της.

Μα θα περίμενε ποτέ κανείς να δει μια κυβέρνηση αθέων και τον πρωθυπουργό της χώρας που κρατά τη σημαία της αθεΐας στα χέρια του και την κραδαίνει μπροστά στα μάτια μας, να στηρίζουν τόσο ένθερμα τον εκπρόσωπο της πίστεως των ενθέων, με λόγια θαυμασμού που προκαλούν… δάκρυα από γέλωτα;

Διαβάστε τη δήλωση και θα καταλάβετε:

«Η ΝΔ προχώρησε χθες σε μια πρωτοφανή, άδικη, αλλά και ανόσια επίθεση κατά του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος, τον οποίο κατηγόρησε ευθέως και επισήμως για “συναλλαγή” με τον πρωθυπουργό», αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Μέγαρο Μαξίμου και προσθέτει:

«Αλήθεια τι εννοεί ο κ. Μητσοτάκης όταν κατηγορεί για συναλλαγή έναν ιεράρχη, που στη μακρά διαδρομή του υπηρέτησε με αφοσίωση την Εκκλησία και κέρδισε τον σεβασμό του λαού;

Ποια μικροκομματική τύφλωση τον οδηγεί να σύρει στο εδώλιο της αθλιότητας τον Αρχιεπίσκοπο και να εντάξει την Εκκλησία στον αντιπολιτευτικό του σχεδιασμό; Αναρωτιόμαστε πόσο πιο χαμηλά θα πέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και όλοι όσοι γύρω του ομνύουν δήθεν στην Ορθοδοξία, αλλά δεν διστάζουν να διασύρουν έναν… άξιο λευίτη της. Ουαί υμίν, Φαρισαίοι υποκριτές», καταλήγει η ανακοίνωση του Μαξίμου.

Οταν ένα καθεστώς αθέων εκφράζεται με αυτό τον τρόπο για τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας μας, ή τους έχει φωτίσει ο Θεός και πίστεψαν, δηλαδή ο Σαούλ έγινε Παύλος, ή η Εκκλησία μας κάτι δεν κάνει σωστά για να επαινείται με αυτό τον τρόπο από τους εχθρούς της πίστης μας! Ή μας δουλεύουν όλοι μαζί.

Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας επέλεξε να επιτεθεί κατά του Κλήρου, ολίγον προ των εορτών και μέσα σε ένα προεκλογικό περιβάλλον. Και αυτό το έπραξε με την ανοχή, αν όχι και με την ενθάρρυνση του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος κινήθηκε πραξικοπηματικά ερήμην της Ιεραρχίας.

Και αναρωτιόμαστε γιατί… Γιατί ο Αρχιεπίσκοπος, ο «άξιος λευίτης που υπηρέτησε με αφοσίωση την Εκκλησία» κατά το… Μαξίμου, να φέρεται με αυτό τον τρόπο προς τον κλήρο της πατρίδας μας από τον οποίο προέρχεται;

Διότι αυτή είναι η αλήθεια. Αντί ο Αρχιεπίσκοπος να κοντράρει την κυβέρνηση σε αυτά που πρότεινε, πήγε μαζί της και πέταξε στα πόδια της όσα κανείς Αρχιεπίσκοπος δεν θα τολμούσε να πράξει ποτέ: ολόκληρο τον κλήρο! Και παρά το ράπισμα που δέχθηκε την Παρασκευή από την Ιεραρχία, επιμένει στις θέσεις του. Και τα παπαγαλάκια του δίνουν ονόματα εκείνων που ήξεραν αυτά που κάνει και τον συνέχαιραν και τώρα έχουν μεταμορφωθεί σε σταυρωτές του.

Αλλά ο κ. Ιερώνυμος λησμονεί ότι είναι ο μόνος Αρχιεπίσκοπος στην ιστορία της Εκκλησίας μας, έως τώρα, που με τα καμώματά του είναι σα να θέτει ευθέως ένα απαράδεκτο δίλημμα: ο Αρχιεπίσκοπος ή ο κλήρος;

Ή εγώ, ή οι παπάδες!

Ε, λοιπόν, η απάντησή μας Μακαριώτατε κ. Ιερώνυμε είναι ξεκάθαρη και άμεση: ο κλήρος! Οι παπάδες και οι γεροντάδες μας! Με αυτούς είμαστε! Και αυτούς επιλέγουμε.

Και ο πρωθυπουργός μας, δίκην τελευταίου Αυτοκράτορος, ως ο Αλέξιος ο Κάπηλος, που πήγε να αρπάξει την ευκαιρία και να κάνει τον επαναστάτη, ας το πάρει απόφαση: όσοι τα έβαλαν με το ράσο βγήκαν χαμένοι!

Μπορεί να υποσχέθηκε τον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας -όνειρο της πάσης αριστεράς, μετά σφυρίου και δρεπάνου ή άνευ αυτών- αλλά όχι με αυτό τον επαίσχυντο τρόπο: πετώντας τον κλήρο από το μισθολόγιο.

Και οι πέτρες γνωρίζουν ότι τη συνεργασία των δύο κεφαλών εκπόνησε, καθώς λέγεται στους διαδρόμους της Αρχιεπισκοπής και της Ιεραρχίας, ο κ. Κώστας Δήμτσας (άνευ πτυχίου κατά δήλωσή του), στον οποίον ο Ιερώνυμος αλλά και ο Αλέξιος θέλουν να αναθέσουν τη διοίκηση της Εκκλησίας βάζοντάς τον επί κεφαλής της εταιρίας που θα πάρει υπό την τσέπην της τα οικονομικά της Εκκλησίας. Ο Σεβ. Μεσσηνίας Χρυσόστομος το είπε στον Αρχιεπίσκοπο ευθαρσώς εντός της Ιεραρχίας: Μαζέψτε τον!

Μπορεί η… αριστεία ΣΥΡΙΖΑ και Αρχιεπισκόπου να μας απαντήσουν για τον μισθό που λαμβάνει ο εκλεκτός των κ. Δήμτσας;

Οχι για άλλο λόγο, αλλά για να το μάθει και ο Εφημεριακός κλήρος, που πάνε να του κόψουν το κομμάτι το ψωμί που του δίνουν, για να συνεχίσει να παίρνει ο εμπνευστής της συμφωνίας το… παντεσπάνι του...

Αυτά συναποφάσισαν οι δύο εταίροι, που αποφάσισαν να διχάσουν, και να διαλύσουν την Ελλάδα.

Και δεν θα τους βγει σε καλό όλο αυτό.

Το περίεργο είναι ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κοιτά έκθαμβος και άβουλος να πάρει θέση…

Καιρός λοιπόν είναι να μάθουν και ο Αλέξιος και ο Ιερώνυμος, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι μπάζα παλιάς οικοδομής πάνω στα οποία κάθεται κάθε φορά ένας Αρχιεπίσκοπος. Ερχεται η ώρα που και οι δύο, και άλλοι τινές θα μάθουν ότι ο κλήρος της Ελλάδος δεν είναι οδοντόκρεμα για τα σαγόνια των ηγετών αυτής της χώρας. Και ότι οι πιστοί που συρρέουν στις εκκλησιές, γέροντες και νέοι, δεν ουρλιάζουν, δεν πετούν μολότοφ, δεν σπάνε μάρμαρα, δεν καίνε τράπεζες με αθώους εργαζόμενους μέσα, αλλά είναι πολύ πιο σκληρό υλικό από τον «Ρουβίκωνα». Είναι κάρβουνο στα χέρια τους. Που όσο είναι αναμμένο τους καίει, αλλά και όσο είναι σβηστό τους μαυρίζει! Ας το θυμάται αυτό τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και ο Αρχιεπίσκοπος. Και ας προσπαθήσουν να βρουν άλλα ανακλαστικά για να κρατήσουν «ζεστή» την ειδυλλιακή σχέση τους.