H πρώτη Εκκλησία η οποία πήρε θέση για το Ουκρανικό είναι η Αρχιεπισκοπή Κύπρου, η οποία συνεδρίασε εκτάκτως.

Στην ανακοίνωσή της αναφέρει:

Αναλογιζομένη τις ευθύνες της Εκκλησίας της Κύπρου, ως μιάς των παλαιφάτων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών των εχουσών το Αυτοκέφαλο από Οικουμενική Σύνοδο, απέναντι σ’ ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία, πέραν κάθε φυλετικής συγγενείας και ανάμειξης σε δικαιοδοσίες και δικαιώματα, και μη αποσκοπούσα σε προσδοκώμενο όφελος, η Ιερά Σύνοδος απεφάσισε να εκθέσει τις απόψεις της επί των θέσεων-αρχών, οι οποίες πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των Ορθοδόξων Εκκλησιών, πιστεύουσα ότι η τήρηση των αρχών αυτών, μπορεί να οδηγήσει σε έξοδο από την κρίση.

1. Κάθε έθνος δικαιούται, με την απόκτηση της εθνικής του ανεξαρτησίας, να επιζητήσει και την εκκλησιαστική του αυτοκεφαλία. Κατοχυρώνεται τούτο και από τους ιερούς κανόνες (Είωθε τα εκκλησιαστικά συμμεταβάλεσθαι τοις πολιτικοίς.)

2. Αν η ειλικρίνεια είναι εκ των ων ουκ άνευ διά την ομαλή συμβίωση των πιστών, ενώ η υστεροβουλία δυναμιτίζει τις μεταξύ τους σχέσεις, πολύ περισσότερον ισχύουν αυτά στις σχέσεις μεταξύ των Εκκλησιών. Πόσο επομένως σταθερά και ειλικρινής είναι η μεταξύ των Εκκλησιών μας σχέση όταν, παρά τις ομόφωνες αποφάσεις των συσκέψεων των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών του 2014 και του 2016 περί συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο, τέσσερις Εκκλησίες δεν συμμετέσχαν στη Σύνοδο; Πώς ανταποκρινόμαστε στην προτροπή του Κυρίου «έστω δε υμών το ναί, ναί το ου, ου»; (Ματθ. 5, 37). Πολύ περισσότερον ξενίζει η εκ των υστέρων επίκληση του «consensus» (ομοφωνία) εκ μέρους Εκκλησιών, οι οποίες το αθετούν και το επικαλούνται κατά το δοκούν. Εδόθη και στον όρο αυτό αρκούντως ικανοποιητική απάντηση, η οποία έγινε δεκτή από όλους στη σύσκεψη των Προκαθημένων το 2016. Το consensus (ομοφωνία) αναφέρεται στις εκάστοτε παρούσες Εκκλησίες και δεν έχει το νόημα της ετσιθελικής παρεμπόδισης της λήψης αποφάσεων από κάποιους. Εάν μία ή δύο Εκκλησίες διαφωνούν προς μίαν απόφαση, καταγράφεται η διαφωνία τους, υπογράφουν όμως την απόφαση. Η φωνή των κανόνων είναι ξεκάθαρη: «κρατείτω η γνώμη των πλειόνων».

3. Πόση σοβαρότητα εκπέμπουμε ως Ορθόδοξοι στον υπόλοιπο Χριστιανικό και εξωχριστιανικό κόσμο όταν, επιλύοντας σοβαρότατα προβλήματα, διαφωνούμε στον τρόπο υπογραφής των συμφωνηθέντων; Πώς πείθουμε για την εφαρμογή στη ζωή μας του Κυριακού παραγγέλματος «όστις θέλει εν υμίν είναι πρώτος, έστω πάντων έσχατος» (Μαρκ. 9, 35); Αν η συμφωνία, η οποία επετεύχθη στην Ε’ Προσυνοδική Διάσκεψη περί ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου δεν ακυρωνόταν, λόγω της αποτυχίας συμφωνίας επί του τρόπου υπογραφής του τόμου Αυτοκεφαλίας, θα υπήρχε το σημερινό πρόβλημα;

4. Πόσο ακροβατούμε περί την πίστιν όταν διακόπτουμε την Ευχαριστιακή κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών μας; Είναι δυνατό μία εκκλησιαστική εντολή να ακυρώνει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος σε ναούς που λειτουργούν υπό την δικαιοδοσία άλλης Εκκλησίας; Ο Απ. Παύλος είναι ξεκάθαρος: Πώς αποδεικνύουμεν ότι «σπουδάζομεν τηρείν την ενότητα του πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης», και ότι αποδεικνύουμε ότι είμαστε «εν σώμα και εν πνεύμα... εις Κύριος, μία πίστις εν βάπτισμα» (πρβ. Εφ. 4, 3-5). Η Θεία Ευχαριστία διά της οποίας αγιάζεται ο λαός θα πρέπει να μένει εκτός των Εκκλησιαστικών διενέξεων.

5. Η διακοπή του μνημοσύνου ενός Προκαθημένου από άλλη Εκκλησία, για οποιονδήποτε διοικητικό ή δικαιοδοσιακό λόγο, δεν μαρτυρεί το ορθόδοξο ήθος της ταπείνωσης. Οταν τόσοι πειρασμοί και σκάνδαλα ταλανίζουν τους πιστούς μας, δίνουμε ως Εκκλησιαστική ηγεσία χείριστο παράδειγμα προς αυτούς. Τούτο, δυστυχώς, δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Υπάρχει και η περίπτωση των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, καθώς και προηγούμενες περιπτώσεις μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Ιεροσολύμων καθώς και Οικουμενικού Πατριαρχείου και Αθηνών.

6. Η δισχιλιετής πείρα της Εκκλησίας της Κύπρου, αλλά και της καθόλου Ορθοδόξης Εκκλησίας, μας δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα επικύρωσης εκ των υστέρων, χειροτονιών που έγιναν από καθαιρεμένους, αφορισμένους και αναθεματισμένους επισκόπους. Την καθαίρεση, αφορισμό και αναθεματισμό κάποιων προσώπων που πρωτοστάτησαν στην Ουκρανική κρίση, δεχτήκαμε όλοι οι Ορθόδοξοι. Το έκκλητο, όταν υφίσταται, θα πρέπει να έχει κάποιους χρονικούς περιορισμούς ως προς την υποβολή και την εξέτασή του.

Εάν ειλικρινώς τοποθετηθούμε πάνω στις πιο πάνω Αρχές και επιδείξουμε διάθεση συμμόρφωσης προς τους Κανόνες της Ορθοδόξης Εκκλησίας, όχι μόνο το Ουκρανικό αλλά και όλα τα άλλα θέματα που ταλανίζουν την Εκκλησία θα λυθούν.

Επί του συγκεκριμένου θέματος του Αυτοκεφάλου της εν Ουκρανία Εκκλησίας φρονούμεν ότι:

Η εξαγγελία της παραχώρησης της αυτοκεφαλίας στην Εκκλησία της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο έγινε με σκοπό την ειρήνευση και την επίτευξη της ενότητας της εκεί Εκκλησίας. Δεν αμφισβητούμε αυτόν το σκοπό. Μέχρι στιγμής ο σκοπός αυτός δεν έχει επιτευχθεί.

Είναι φυσικό να δοθεί κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα για να φανεί το αποτέλεσμα. Αν ο στόχος αυτός δεν επιτευχθεί, αναμένουμε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, χρησιμοποιώντας τον ρυθμιστικό του ρόλο, τον οποίο του παρέχει η θέση του ως Πρώτου στην Ορθοδοξία, να συγκαλέσει είτε πανορθόδοξη Σύνοδο είτε Σύναξη των Προκαθημένων για να επιληφθεί του θέματος. Κύριο μέλημα όλων θα πρέπει να είναι η σωτηρία του εκεί παροικούντος λαού του Θεού.

Μα και στην περίπτωση της επίτευξης της ενότητας γύρω από τη νέα Ηγεσία, θα πρέπει και πάλιν το Οικουμενικό Πατριαρχείο να βρει τρόπο καθησύχασης της συνείδησης των πιστών για την εγκυρότητα της χειροτονίας και των μυστηρίων που τελούνται από την Ηγεσία αυτή.

Κι ακόμα, αντιλαμβανόμενο την ευαισθησία του Ρωσσικού λαού, ως προς τον χώρο στον οποίο εβαπτίσθησαν οι πρόγονοί του, να μεριμνήσει για την κατοχύρωση μιάς σχετικής δικαιοδοσίας του εκεί.

Η Εκκλησία της Κύπρου θέτει τον εαυτό της στη διάθεση όλων των ενδιαφερομένων με σκοπό την ειρήνευση της Εκκλησίας «ην ο Κύριος περιεποιήσατο διά του ιδίου Αίματος».