Toυ Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Μεταξύ των υπό αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος συμπεριελήφθη την τελευταία στιγμή με μία οριακή πλειοψηφία και το άρθρο 3 αυτού, που καθιερώνει, ως γνωστόν, την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ως επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων. Εχει δρομολογηθεί λοιπόν το «όχημα», το οποίο, σύμφωνα με τις εξαγγελθείσες προθέσεις της Κυβέρνησης των αθέων, πρόκειται να μεταφέρει στο «χειρουργείο» προς χωρισμό τα μακροβιότερα και πιο διάσημα στην ιστορία «σιαμαία» δίδυμα: Τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Η αναθεώρηση όμως του Συντάγματος, όπως τη θέλει το άρθρο 110 αυτού, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ευτυχώς στο σημείο αυτό προνόησε ο συντακτικός νομοθέτης -κάτι που δεν έπραξε ασφαλώς στο ζήτημα της κύρωσης διεθνών συνθηκών υψίστης εθνικής σημασίας- ώστε ένα τόσο σπουδαίο θέμα, όπως είναι η τροποποίηση του Θεμελιώδους Νόμου του Κράτους, να μην γίνεται «πολιορκητικός κριός» στα χέρια μιας τυχάρπαστης Κυβέρνησης, για να «λαφυραγωγήσει» με αυτόν θεσμούς που την ενοχλούν.

Ετσι, για να γίνει δεκτή η πρόταση αναθεώρησης ορισμένων άρθρων του Συντάγματος, δεν αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 2 αυτού, η σχετική πρόταση να υπογράφεται από πενήντα τουλάχιστον Βουλευτές. Πρέπει επί πλέον κάθε προτεινόμενο άρθρο να εγκρίνεται από τη Βουλή με την αυξημένη πλειοψηφία των 3/5 των Βουλευτών, δηλ. από 180 Βουλευτές. Και μάλιστα σε δύο διαφορετικές ψηφοφορίες, που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα. Και στις δύο αυτές ψηφοφορίες είναι απαραίτητη για κάθε αναθεωρητέο άρθρο η έγκριση 180 Βουλευτών. Εφ’ όσον όλες οι αναθεωρητέες διατάξεις συγκέντρωσαν στις κατά τα ανωτέρω, σχετικές ψηφοφορίες τις ψήφους 180 Βουλευτών, τότε η επόμενη Βουλή στην πρώτη της σύνοδο, δηλ. στον πρώτο χρόνο της τετραετούς περιόδου για την οποία εκλέγεται, προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 3 Συν., στην αναθεώρησή τους με την απόλυτη πλειοψηφία των Βουλευτών, δηλ. με 151 ψήφους. Είναι όμως πιθανό κάποια από τις αναθεωρητέες διατάξεις που έρχονται στη Νέα Βουλή για αναθεώρηση, να μην συγκέντρωσε στις δύο ψηφοφορίες της προηγούμενης Βουλής 180 ψήφους. Σε αυτή την περίπτωση δεν στερείται η Νέα Βουλή του δικαιώματος να αναθεωρήσει και αυτές τις διατάξεις, πρέπει όμως, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 110 παρ. 4 Συν., η αναθεώρηση των συγκεκριμένων διατάξεων να γίνει όχι με την απόλυτη πλειοψηφία των 151 Βουλευτών, αλλά με την αυξημένη πλειοψηφία των 180 Βουλευτών. Γίνεται επομένως φανερό ότι η αυξημένη πλειοψηφία των 180 Βουλευτών, που απαιτεί το Σύνταγμα για την αναθεώρησή του, είναι η «ασφαλιστική δικλείδα», η οποία προστατεύει την αληθινή βούληση του Λαού να διατηρήσει ή να καταργήσει κάποιους συνταγματικούς θεσμούς.

Τί σημαίνουν όμως όλα αυτά για το άρθρο 3 του Συντάγματος; Κατ’ αρχάς, εφ’ όσον η πρόταση αναθεώρησης του άρθρου αυτού έγινε δεκτή στην πρώτη ψηφοφορία της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία 151 Βουλευτών, ακόμη κι αν συγκεντρώσει στη δεύτερη ψηφοφορία 180 Βουλευτές, θα πάει στην επόμενη Βουλή για αναθεώρηση, η οποία πρέπει να γίνει με την έγκριση 180 Βουλευτών. Πού θα τους βρει τότε τους 180 Βουλευτές η άθεη Κυβέρνηση της «αριστεράς του τίποτα», αφού δεν μπορεί να τους συγκεντρώσει σήμερα που ελέγχει τη Βουλή; Επομένως το «στοίχημα» της καθιέρωσης ουδετερόθρησκου κράτους στην Ελλάδα, για την ευόδωση του οποίου αγωνίστηκε σκληρά όλη η «κομπανία» των αθέων, έχει ήδη χαθεί. Επί του παρόντος όμως, δηλ. μέχρι την επόμενη 5ετία, μετά την παρέλευση της οποίας είναι επιτρεπτή η νέα συνταγματική αναθεώρηση. Αυτό ωστόσο δεν δικαιολογεί κανέναν εφησυχασμό στους υπερασπιστές του παραδοσιακού «κάστρου» της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα. Η πολιορκία του «κάστρου» αυτού δεν λύθηκε. Απέτυχε απλώς. Είναι βέβαιο ότι θα συνεχισθεί πιο οργανωμένα και με μεγαλύτερη ορμή. Μη λησμονούμε ότι ο Μωάμεθ πολιορκούσε πολλές δεκαετίες την Πόλη πριν καταφέρει να την πάρει τελικά. Η διαπίστωση αυτή είναι καταστάλαγμα της κοινής πείρας, που βγαίνει μέσα από όλες τις επίμονες πολιορκίες.

Γι’ αυτό, όσοι αγωνιούμε για την τύχη αυτού του μοναδικού στον κόσμο «κάστρου», αφού συνειδητοποιήσουμε το αληθινό διακύβευμα των επομένων εκλογών (που δεν είναι ασφαλώς το πορτοφόλι, αλλά η εθνική μας ταυτότητα, όπως κατ’ επανάληψη έχω τονίσει), πρέπει να αφυπνισθούμε από τον λήθαργο του ωχαδερφισμού και της απραξίας και να φροντίσουμε να στείλουμε στη Βουλή ανθρώπους που πιστεύουν σε αυτό το «κάστρο» και μπορούν να το υπερασπιστούν. Διότι, εάν χαθεί, χαθήκαμε όλοι. Η Ελλάδα θα μείνει τότε μια θλιβερή ιστορική ανάμνηση, σαν εκείνη που συνοδεύει όλες τις άλλες Πατρίδες, τις οποίες αφήσαμε να χαθούν, επειδή δεν θελήσαμε να τις υπερασπιστούμε, όπως έπρεπε. Ας το συνειδητοποιήσουμε πρώτα εμείς και ας το διδάξουμε στη συνέχεια στα παιδιά μας, για να γνωρίζουν τι ακριβώς υπερασπίζονται: Στη μετά Χριστόν περίοδο επί δύο περίπου χιλιετίες, ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία απετέλεσαν τα «υδατογραφήματα» της εθνικής μας ταυτότητας. Δεν μπορούσες να μιλάς για τον Ελληνισμό χωρίς να υπονοείς και την Ορθοδοξία. Ούτε για την Ορθοδοξία χωρίς να παραπέμπεις στον Ελληνισμό. Οπως γίνεται με δυο σιαμαία αδέλφια. Δεν μπορείς να παίρνεις στην αγκαλιά σου το ένα και να αφήνεις το άλλο στην άκρη. Ούτε να μαχαιρώνεις το ένα χωρίς να ματώνει το άλλο. «Σιαμαία» που γέννησε η «μήτρα» της ιστορικής συγκυρίας έγιναν ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία. Μαζί πορεύτηκαν στην ιστορία και μαζί μεγαλούργησαν συνθέτοντας τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Οπως βέβαια μαζί «σταυρώθηκαν» 400 χρόνια και μαζί «αναστήθηκαν» στην Εθνεγερσία.

Δεν θα μπορούσα να κλείσω το άρθρο μου αυτό χωρίς να αναφερθώ σε ένα θέμα δεοντολογίας. Πρόκειται για  τις αιχμές αρθρογράφου παρακείμενης στήλης εναντίον όσων ασχολούνται στην ΚτΟ με μη αμιγώς εκκλησιαστικά ζητήματα, κάνοντας μάλιστα, κατά την εκτίμησή του, κατάχρηση του λόγου! Δεν συνηθίζω να σχολιάζω ούτε τη θεματογραφία ούτε τις απόψεις άλλων αρθρογράφων. Είναι αντιδεοντολογικό. Και δεν εναρμονίζεται πάντως μια τέτοια πρακτική με τον σκοπό μιας εφημερίδας, που αποβλέπει στην ενημέρωση του αναγνωστικού της κοινού και όχι στην κριτική αντιπαράθεση μεταξύ των συνεργατών της. Στο βαθμό όμως που με αφορούν οι σχετικές αιχμές του συγκεκριμένου αρθρογράφου, οφείλω να τον ενημερώσω, αν και θα έπρεπε να το γνωρίζει, εφ’ όσον μου κάνει την τιμή να διαβάζει τα άρθρα μου, ότι έχω αφήσει έξω από αυτά τα αυστηρώς πολιτικού περιεχομένου θέματα. Ασχολούμαι μόνο με εθνικο-θρησκευτικά και κοινωνικά ζητήματα, που ενδιαφέρουν την Εκκλησία. Ισως θα έπρεπε όλοι οι άλλοι αρθρογράφοι της ΚτΟ, προ πάσης άλλης επιλογής, να συμβουλευόμαστε τον συγκεκριμένο αρθρογράφο, εφ’ όσον αυτοαναγορεύεται σε κήνσορα του μέτρου. Φαίνεται ότι ο εν λόγω αρθρογράφος το βρίσκει κουραστικό να διαβάζει συνεχώς αναλύσεις για τη Μακεδονία. Την ίδια ακριβώς κόπωση προκαλούν, κατά σύμπτωση, τα ζητήματα της Μακεδονίας και στον Αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, γι’ αυτό έδωσε την ευχή του για την πώλησή της στους Σκοπιανούς. Ο πιστός πολίτης όμως που κατεβαίνει με τους κληρικούς του στα συλλαλητήρια για να υπερασπιστεί τη Μακεδονία και συμμετέχει στις σχετικές συζητήσεις, θέλει να γνωρίζει λεπτομερώς όλες τις πτυχές του προβλήματος, για να είναι ενημερωμένος πολίτης και να μπορεί να πειστεί και να πείσει για το μέγεθος του εγκλήματος, που διαπράχθηκε σε βάρος της Μακεδονίας με τη Συμφωνία των Πρεσπών.