Του Σεβασμ. Μητροπολίτη Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

Η μνήμη του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1296- † 14 Νοεμβρίου 1359) διαπρεπούς Θεολόγου του 14ου αιώνος, γίνεται αφορμή για μία εμβάθυνση στον Ησυχασμό, του οποίου ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε αμύντορας και θεμελιωτής. 

α’. Ο Ησυχασμός αποτελεί μία αξιοσέβαστη μορφή πνευματικής ζωής και ίσως την υπάτη οδό της μυστικής εν Χριστώ τελειώσεως και θείας ενώσεως. Η Εκκλησία κοσμείται από πλήθος Αγίων Ησυχαστών που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα τελειότητος και η διδασκαλία τους συνοψίζει τους θείους έρωτες και τις άκτιστες λαμπηδόνες, που ενεργήθηκαν στις θεοφόρες ψυχές τους από το «ακτιστοσυμπλαστουργοσύνθρονον» Αγιο Πνεύμα.

Οι όροι «ησυχία» και «ησυχαστής» εις το χριστιανικό πνευματικό λεξιλόγιο στην παράδοση της Εκκλησίας μας, από τις αρχές του Μοναχισμού, χρησιμοποιήθηκαν για να αποδίδουν τον τρόπο του βίου των αναχωρητών που έφευγαν από την κοινωνία και αναζητούσαν τον Θεό στη σιωπή και στη μόνωση. Διέφεραν σ’ αυτό από τους συνήθεις Χριστιανούς που ζούσαν στον κόσμο, ως επίσης και από τις κοινότητες των μοναχών που εγκαταβίωναν σύμφωνα με τους κανόνες των θεμελιωτών του κοινοβιακού συστήματος του Μοναχισμού, όπως του Παχωμίου στην Αίγυπτο και του Μεγάλου Βασιλείου στη Μικρά Ασία.

β’. Το ησυχαστικό ιδεώδες καλλιέργησαν μεγάλοι Θεολόγοι από του Ωριγένους και εντεύθεν. Κορυφώθηκε τον 14ο αιώνα με τις ησυχαστικές έριδες. Σ’ αυτές ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ανέτρεψε τις κατά των Ησυχαστών κατηγορίες και απέδειξε ότι η μέθοδος των Ησυχαστών παραδίδεται από τα κείμενα της αγίας Γραφής.

Το πρώτο λεπτομερές σύστημα ησυχαστικής πνευµατικότητος απαντά στον Ιωάννη της Kλίμακος, ηγούμενο Σιναΐτη, κατά τις αρχές του Ζ’ αιώνος. Η περί προσευχής διδασκαλία στην «Κλίμακα», συγκεντρούται στην επίκληση του Ονόματος του Ιησού και αναγνωρίζει στην προσευχή µια ενέργεια, συνάµα «νοερά» και σωµατική.

Αναγιγνώσκοντες το κείµενο του Ιωάννου της Κλίμακος, θα ήταν δυνατό να υποθέσουμε, ότι ο Σιναΐτης ηγούμενος ήδη εγνώριζε την πρακτικήπου επρόκειτο να διαδοθεί στο Βυζάντιο κατά τους ΙΓ’ - ΙΔ’ αιώνας και θα συνίστατο στη σύνδεση της προσευχής του Ιησού με την αναπνοή, διά της συγκεντρώσεως του βλέμματος του Ησυχαστού επί του εαυτού του (ή του «ομφαλού του»). Ο σκοπός της μεθόδου αυτής, της οποίας κύριος πρωταγωνιστής φαίνεται να υπήρξε ο Νικηφόρος ο Ξανθόπουλος ο Ησυχαστής (τέλη ΙΓ’ αιώνος), είναι να διατηρείται η «προσοχή», να φυλάσσεται ο ησυχαστής στη «νήψη», να απομακρύνεται το πνεύμα του (ο νους) από εξωτερικάς περιπλανήσεις.

Στην εποχή μας επιχειρείται να παραλληλισθεί η μέθοδος της προσευχής του Ησυχασμού προς τη μέθοδο-σύστημα Yoga. Αυτός ο παραλληλισμός είναι μόνο εξωτερικός και διαφέρουν ουσιωδώς οι δύο μέθοδοι, διότι στηρίζονται σε διαφορετική βάση θεολογίας, ανθρωπολογίας, σωτηριολογίας, κ.λπ. Η ησυχαστική μέθοδος προσευχής δεν θεωρήθηκε ποτέ ως αυτοσκοπός ή ως μέσον αυτομάτου προσκτήσεως της θείας Χάριτος. Ο σκοπός της συνίσταται µόνον στη διευκόλυνση της «προσοχής», η οποία είναι μία εκ των απαραιτήτων συνθηκών για την αληθινή προσευχή. Οι λοιπές συνθήκες -προσκτήσεως της «απαθείας» με την άσκηση, ο αγώνας κατά της «φαντασίας», η εκπλήρωση των εντολών κ.λπ., των οποίων η «Κλίμαξ» δίδει τόσον λεπτομερή περιγραφή- είναι και αυτές αναγκαίες. Η καθαρά προσευχήπράγµατι, είναι ο υπέρτατος σκοπός όλης της μοναστικής ζωής. Αλλά και η προσευχή αυτή δεν είναι παρά ένα μέσο κοινωνίας με τον Θεό, ο Οποίος αποκαλύπτεται ελευθέρως στον άνθρωπο εν Χριστώ και του παρέχει την όραση του ακτίστου θείου φωτός. Η όραση αυτή είναι µια όψη της «θεώσεως». Οι Ελληνες Πατέρες πράγματι, χρησιμοποιούν τον όρον αυτόν,για να σηµάνουν την «κοινωνίαν της θείας φύσεως», για την οποία ομιλεί η Γραφή (Β’ Πέτρου α’, 4). Κτισθείς αρχικώς ο άνθρωπος όχι για να ζει δι’ εαυτού, αλλά για να ζει «εν Θεώ» και να είναι µέτοχος της θείας αθανασίας και µακαριότητος, επανευρίσκει εν Χριστώ διά της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος την ευγένεια που είχε απολέσει με την πτώση του Αδάµ. Η κοινωνία αυτή με τον Θεό, η δοθείσα εν Χριστώ σ’ όλους τους βαπτισθέντας, αλλά και η οποία πρέπει επίσης να γίνει αποδεκτή και να πραγματοποιηθεί προσωπικώς και ελευθέρως, είναι ο σκοπός της ησυχαστικής ζωής και όλων των μεθόδων της.

Κατά τον ΙΑ’ αιώνα, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, υπήρξε ο μέγας εκπρόσωπος της ησυχαστικής παραδόσεως και επίσης, ο μέγας προφήτης της χριστιανικής πίστεως ως ζώσης εμπειρίας και ως οράσεως του Θεού. Κατά τον ΙΔ’ αιώνα ο ησυχασμός, ο οποίος εγνώριζε μεγάλη επανάνθηση στο Αγιον Ορος και σ’ όλον τον βυζαντινό χώρο, εδέχθη αιφνιδίως την επίθεση ενός «φιλοσόφου»που ήλθε στην Κωνσταντινούπολη από τη Νότιο Ιταλία, του Βαρλαάμ του Καλαβρού. Ο Βαρλαάμ επετέθη συγχρόνως κατά της ψυχοσωματικής μεθόδου προσευχής -την οποίαν χαρακτήρισε ειρωνικώς «ομφαλοψυχίαν»- και κατά της βεβαιότητος των ησυχαστών ότι «έβλεπον τον Θεόν». Τους κατηγόρησε επί µεσσαλιανισμώ (ενθουσιαστικό κίνημα που προήλθε από τη Συρία περί το 370 μ.Χ.), με το πρόσχηµα ότιδήθεν, ισχυρίζοντο ότι έβλεπαν αυτήν ταύτη τη θείαν ουσία. Κατά τον Βαρλαάμ ο Θεός δεν ήταν δυνατόν να γίνει ορατός κατά την άκτιστη αυτού πραγµατικότητα.

Οταν ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός επέστρεψε το 1340 μ.Χ. από την αποστολή που του είχε αναθέσει ο Ανδρόνικος Β’ Παλαιολόγος στην έδρα του Πάπα Βενεδίκτου ΙΒ’ στην Αβινιώνα της Γαλλίας, εξέδωσε ένα δεύτερο έργο, με τίτλο «Κατά Μασσαλιανών», στο οποίο επιτίθετο για μία ακόμη φορά κατά των Ησυχαστών και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά προσωπικώς. Στο έργο αυτό που δεν έχει διασωθεί, κατηγορούσε τους μοναχούς για θεολογική πλάνη, δηλαδή για τον ισχυρισμό ότι βλέπουν τον Θεό σύμφωνα με την πλάνη των Μασσαλιανών και των διαδόχων τους Βογομίλων. Αποκαλούσε τους ησυχαστές Βλαχερνίτες (ομφαλοσκόπους τους αποκάλεσε κοροϊδευτικά στο πρώτο σύγγραμμά του), από το όνομα του Θεόδωρου Βλαχερνίτη.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς απάντησε με μία νέα τριάδα έργων, την τρίτη κατά σειρά, τμήμα του συνολικού «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων». Το πρώτο βιβλίο της τριάδος αυτής τιτλοφορείται «Ελεγχος των συμβαινόντων ατόπων» εκ των δευτέρων του φιλοσόφου συγγραμμάτων και φέρει τον δεύτερο τίτλο «Περί θεώσεως». Σε αυτό ο άγιος ομιλεί περί μεθέξεως της θεότητος. Χρησιμοποιώντας χωρία από τον άγιο Μάξιμο, τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και άλλους Πατέρες αποδεικνύει ότι η χάρις της υιοθεσίας, η θεοποιός δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι φως:

«Ο μεν γαρ σοφός τα θεία Μάξιμος, συνώδά τω μεγάλω Μακαρίω και τοις άλλοις άπασιν αγίοις, καθάπερ εν τοις Περί Φωτός Θείου εξενηγμένοις ημίν λόγοις προεξεθέμεθα, τον αρραβώνα της μελλούσης απαγγελίας, την χάριν της υιοθεσίας, την θεοποιόν δωρεάν του Πνεύματος φως είναι φησίν υπεραρρήτου τοις αγίοις υποπτευόμενον, φως ανυπόστατον, άκτιστον, αεί ον εκ του αεί όντος και ανεπινοήτως, νυν μεν εκ μέρους, επί δε του μέλλοντος αιώνος τελεοτέρως φανερούμενον τοις αξίοις και τον Θεόν αυτοίς δι’ εαυτού φανερούν».

Αφού απέδειξε ότι η θεολογία των Ησυχαστών είναι καθ’ όλα ορθόδοξη και σύμφωνη με τους Πατέρες και όχι μασσαλιανή, φέρει προς εξέταση αυτά που υποστήριζε ο Βαρλαάμ:

«Αλλ’ αισθητόν ην», φησί, «το φως εκείνο και δι’ αέρος ορατόν, τότε γεγονώς προς έκπληξιν και ευθύς απογενόμενον, και θεότης λέγεται ως σύμβολον θεότητος».

Και αυτές τις κακοδοξίες του Βαρλαάμ αναιρεί ο άγιος Γρηγόριος με τη βοήθεια του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού:

«Το τοιούτον τοίνυν αλλότριον σοι δοκεί θεότητος, αισθητόν τε και κτιστόν σύμβολον και δι’ αέρος ορατόν; Αλλ’ ως μεν ουκ αλλότριον, αλλά φυσικόν θεότητος, αύθις άκουσον του τα θεία σοφού Δαμασκηνού λέγοντος, “ουκ επίκτητον, ως ο Μωυσής, έσχε το της θείας δόξης ωράισμα, αλλ’ εκ της εμφύτου θείας δόξης τε και λαμπρότητος και πάλιν”, τους κορυφαίους των αποστόλων προσλαμβάνεται μάρτυρας της οικίας δόξης τε και θεότητος, αποκαλύπτει δε αυτοίς την οικίαν θεότητα, την απάντων επέκεινα, την μόνην και υπερτελή και προτέλειον».

Δεν είναι λοιπόν οι Ησυχαστές Μασσαλιανοί, αλλά ο Βαρλαάμ και οι ομόφρονοί του:

«Προς δε τούτοις και φυσικήν έξιν λέγεις την χάριν της θεώσεως, τουτέστι δυνάμεως φυσικής εντελέχειάν τε και φανέρωσιν, αφ’ ου τη των Μασσαλιανών όντως, ως ουκ οίσθα, περιπέπτωκας απάτη· φύσει γαρ έσται κατά πάσαν ανάγκην Θεός θεούμενος, ει κατά φυσικήν δύναμιν η θέωσις έσται και τοις όροις της φύσεως εμπεριλαμβάνεσθαι πέφυκε. Μη τοίνυν την σ’ αυτού περιτροπήν των ασφαλώς εστώτων λέγε, μηδέ μώμον τοις αμωμήτοις την πίστιν επιχείρει προστρίψασθαι, τα προς αλήθειαν αίσχη τοις άλλοις αποματτόμενος, μάλλον δ’ αναιδώς εκείνων ως τοιούτων καταψευδόμενος».

Το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά υπέρ του Ησυχασμού είναι σημαντικώτατο, πυκνό νοημάτων, αποτελεί σύνοψη της ορθοδόξου θεολογίας και κυρίως του Ησυχασμού. Συγκεφαλαιώνει όλη την προηγούμενη πατερική παράδοση επί του θέματος αυτού.

Στις επιθέσεις του Βαρλαάμ οι Μοναχοί απάντησαν διά στόματος του Γρηγορίου του Παλαμά, όστιςσυγκεκριµένως, συνέταξε κατά του Βαρλαάμ  εννέα πραγµατείες «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων». Σε αυτέςανέπτυξε, επί τη βάσει της πατερικής παραδόσεως, µια θεολογία του Ησυχασμού που συνάµα δικαιολογούσε την ψυχοσωματική µέθοδο προσευχής -το σώμα, αφ᾽ ότου ο Θεός σαρκώθηκε, δύναται και αυτό να λαμβάνει µέρος στην προσευχή- και την πραγματικότητα της δράσεως του Θεού, όχι στην ουσία του Θεού, αλλά στις άκτιστες ενέργειές του. Η διδασκαλία του Παλαμά επικυρώθηκε διά σειράς Συνόδων στην Κωνσταντινούπολιν το 1341, το 1347 και το 1351.

γ’. Μεταξύ των αγίων Ησυχαστών που έμαθαν και «έπαθαν» τα θεία, είναι οι οµότροποι και ομόψυχοι και κατά χάρη ομόθεοι Κάλλιστος και Ιγνάτιος οι Ξανθόπουλοι, κατά τα μέσα του 14ου αιώνος, που προήρχοντο μεν από το ομώνυμο Μοναστήρι του Βυζαντίου, αλλά στη δυνατή τελειότητα έφθασαν στο χώρο του Ησυχασμού. Και ο μεν πρώτος εκλήθη αργότερα στο θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ως Κάλλιστος Β’, ο δε όσιος Ιγνάτιος παρέμεινε μέχρι τέλους του βίου του απλός ιερομόναχος. Αμφότεροι πάντως, πλήρεις Πνεύματος Αγίου, συνέταξαν τη θεόσοφη πραγματεία για τον Ησυχασμό και τις διάφορες φάσεις του κατά προοδευτική τάξη «Μέθοδος και κανόνας ακριβής για όσους διαλέγουν την ησυχαστική και μοναστική ζωή» σε 100 Κεφάλαια (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών· μεταφρασμένη στη νεοελληνική γλώσσα. Εκδόσεις Το περιβόλι ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, τόμος Ε’, 1988).

Πρόκειται για έργο γνησίας αγιοπνευματικής πείρας, που συμπυκνώνει ολόκληρη τη διδασκαλία των μυστών του Ησυχασμού, όπως είχε διαμορφωθεί και εμπλουτισθεί από τους αγίους Γρηγορίους Σιναΐτη και Παλαμά, με τα ψυχοτεχνικά στοιχεία που χρησιμοποιούσαν κατά τα πρώτα στάδια της νοεράς και καρδιακής προσευχής.

Οι άγιοι Ησυχαστές συγγραφείς πράγματι παραδίδουν μια εμπειρική και θεωρητική μέθοδο και έναν ακριβή κανόνα ησυχαστικής βιοτής, αρχίζοντας από βασικές ανθρωπολογικές προϋποθέσεις, περνώντας από τα διάφορα πνευματικά στάδια, για να καταλήξουν στην τελεία ένωση με τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι. Και είναι απτό το γεγονός, ότι όσα εκθέτουν και υποστηρίζουν δεν είναι γνωσιολογικά ευρήματα, φαντασιώσεις, συναισθηµατικές διακυµάνσεις, ένα είδος σατανικών ή φυσικών ανατολικής προελεύσεως γυμνασμάτων, αλλά υποστατικές αλήθειεςπου γεύτηκαν και έζησαν σε τέλεια γνησιότητα, αφού αποδεικνύονται εναρµονισµένες με την αγιοπνευματική εμπειρία των προ αυτών αγίων Πατέρων, την οποία πυκνώς επικαλούνται.

Τα εκατό Κεφάλαια αποτελούν κωδικοποίηση ολόκληρης της ησυχαστικής παραδόσεως, που περιλαμβάνει όλες τις σταδιακές φάσεις των θείων εμπειριών των αγίων συγγραφέων τους, επαληθευομένων με τις σχετικές αναφορές σε ησυχαστικά κείμενα, και η αξία τους συνίσταται στη μεθοδικότητα και την ιεράρχηση αυτών των θείων εμπειριών τους.

Είναι βεβαίως καταφανέςότι κέντρον όλων των εκφάνσεων της θείας πείρας των μακαρίων Ησυχαστών Πατέρων, αποτελεί η νοερά και κυρίως η καρδιακή προσευχή με κορυφαία απόληξη τον θείο έρωτα, από τον οποίο διακατείχοντο οι μακάριες ψυχές τους, όπως αντικατοπτρίζεται στα γλυκύτατα κείμενά τους και στις αναφορές τους σε πνευματικώς ερωτικές εκφράσεις των θείων Γραφών.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι τόσο μεστά σε πείρα και σαφήνεια τα 14 μικρά Κεφάλαια, ώστε να συγκροτούν μία ολοκληρωμένη πραγματείαγια τη νοερά και καρδιακή προσευχή, που περιλαμβάνει πλήρη περιγραφή για τις προϋποθέσεις, τα διάφορα στάδια και τις κορυφές του θείου έρωτος, με μια θελκτική εκφραστικότητα και με προσφυείς εικόνες και παραδείγματα.

Πάντως τα εκατό Κεφάλαια αποτελούν κωδικοποίηση της περί Ησυχασμού διδασκαλίας της Εκκλησίας σε όλες τις εκφάνσεις του, σε όλη την κλίμακά του, στην αρνητική και θετική πλευρά του, από τα χαμηλότερα επίπεδα ησυχαστικής αγωγής μέχρι τις έσχατες συνέπειές του, που είναι η θεία ένωση και που επικύρωσαν οι Σύνοδοι του 1341, 1347 και 1351. Γι’ αυτό συνεχώς ψηλαφούμε την ησυχαστική διδασκαλία που ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του, αφού τότε δεν είχαν ακόμη κατασιγάσει τα απηχήματα των αντιπαλαμιστών.

Και παρ’ ότι κυριαρχεί το ρεύμα της νοεράς και καρδιακής προσευχής, όμως δίδονται και στοιχεία θεωρητικά και αποφατικά, γι’ αυτό και επανειλημμένα αναφέρονται τα ονόματα των αγίων Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Μαξίμου του Ομολογητού.

Ενας Ησυχαστής, έχοντας τα εκατό Κεφάλαια των αγίων Ξανθόπουλων, νομίζουμε ότι δύναται να οδεύσει απλανώς προς τον έσχατο σκοπό του, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλες οδοί και άλλα περιθώρια αναπτύξεως των δυνάμεων της ψυχής με τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος, που ενέπνευσε στον Ψαλμωδό την αλήθεια: «Εγνώρισάς μοι οδούς ζωής» (Ψαλµου ιε’, 11), η οποία αποτρέπει την απολυτοποίηση οιασδήποτε οδού.

Η διατήρηση της ησυχαστικής παραδόσεως, πάντοτε ζωντανής στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα ήταν ανέφικτη χωρίς τη δογματική και πνευματική συνάφεια στην οποία αντιστοιχεί. Και σήμερα ακόμη προσλαμβάνει συναρπαστική επικαιρότητα με την πιστότητά της στη βιβλική περί Θεού και ανθρώπου αντίληψη και με τον απογυμνωμένο και απλό χαρακτήρα της ευσέβειάς της που συγκεντρώνεται σε μια μοναδική πραγματικότητα, στον Ιησού τον Σαρκωθέντα Υιόν του Θεού.