Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη  Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

Στα τροπάρια του Κανόνος της Θεοτόκου και στους Οίκους του Κοντακίου που ψάλλονται στην Ακολουθία  των Χαιρετισμών προς την Μακαρίαν και Παναμώμητον Κυρία και εξυμνούν με πλήθος εγκωμίων, συμβόλων και εικόνων της ιεράς ιστορίας το σεβάσμιο Θεομητορικό Πρόσωπο, την Παρθένο Μαρία, τη διακονία Της για τη λύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων, ως Μητέρα του Υιού του Θεού και την προσφορά Της στο ανθρώπινο γένος, μεταξύ άλλων ευφημιών και εγκωμίων διαπλέκονται δύο θεολογικά θέματα που διατυπώθηκαν από την αποστολική εποχή και σχολιάζονται και αναπτύσσονται στους εορταστικούς λόγους και στους ύμνους της θείας λατρείας της Εκκλησίας μας κατά τους αιώνες που ακολούθησαν. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι τα θέματα αυτά έχουν σφραγισθεί με την αυθεντία της Εκκλησίας και έχουν καθιερωθεί στη ζωή και τη θεολογία της, ως εκφράζονται στη διδασκαλία και την πίστη της Εκκλησίας μας για την Παρθένο Μαρία, τη Μητέρα του Θεού.  

Το ένα θέμα είναι η αντίθεση της Προμήτορος  Εύας και της Παρθένου Μαρίας και συγκεκριμένως η ανυπακοή της Προμήτορος Εύας και οι συνέπειές της και η υπακοή της Παρθένου Μαρίας και οι συνέπειές της.

Η ανυπακοή της Προμήτορος Εύας, απογύμνωσε το ανθρώπινο γένος από τα χαρίσματα της αρχεγόνου δικαιοσύνης και εισήγαγε στη ζωή του ανθρώπου τον πόνο, τα δάκρυα, τον κόπο και τέλος άνοιξε τη θύρα για να ορμήσει ο θάνατος, όχι μόνο κατά του ανθρωπίνου γένους αλλά και κατά της δημιουργίας πάσης, που κατά τον απόστολο Παύλο «τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα, αλλά διά τον υποτάξαντα, επ’ ελπίδι» (Προς Ρωμαίους η΄, 20), παρασυρόμενη από το Διάβολο δεν έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν της την προειδοποίηση του Θεού «από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ’ αυτού· η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γενέσεως β΄, 17).

Ο Διάβολος εκμεταλλεύτηκε την απειρία και την επιπολαιότητά της και την ώθησε στην παράβαση της εντολής του Θεού, ώστε, όπως «δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω πάντες ήμαρτον » (Προς Ρωμαίους ε΄, 12).

Αντίθετα η υπακοή της Παρθένου Μαρίας εκφράσθηκε στον Αρχάγγελο Γαβριήλ που της ανακοίνωσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει τον Υιό του Θεού, λέγουσα : «ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου· και απήλθεν απ’ αυτής ο άγγελος» (Λουκά α΄, 38). Δέχθηκε δηλαδή να συνεργήσει στο μυστήριο τη σωτηρίας, απολυτρώσεως, ελευθερίας και εξιλασμού του ανθρωπίνου γένους που πραγματοποιήθηκαν από τον Υιό του Θεού και Υιό της Παρθένου Κύριό μας Ιησού Χριστό. 

Ο Υιός του Θεού που έγινε και υιός του ανθρώπου με την υπακοή Του στο θέλημα του Θεού, όπως εκφράσθηκε στη Γεθσημανή με τα λόγια Του: «Πάτερ μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ εμού εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθαίου κστ΄, 42) «Αββά ο πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε το ποτήριον απ’ εμού τούτο· αλλ’ ου τι εγώ θέλω, αλλ’ ει τι συ» (Μάρκου ιδ΄, 36) «Πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού· πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γινέσθω» (Λουκά κβ΄, 42).

Εγινε ο δεύτερος Γενάρχης του ανθρωπίνου γένους, όπως θεολογεί ο απόστολος Παύλος, από τον οποίο κατάγονται οι πιστοί, τα μέλη της Εκκλησίας, οι μαθητές του Κυρίου· «ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού, οίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι· και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα του επουρανίου» (Προς Κορινθίους  ιε΄, 47-49).

Με την πίστη στον Ιησού Χριστό και την ελεύθερη και εκούσια συμμετοχή του, ο άνθρωπος στα μυστήρια της Εκκλησίας μας δικαιώνεται, και σώζεται, αποκαθίσταται και δοξάζεται· « Ούς δε προώρισε, τούτους και εκάλεσε, και ούς εκάλεσε, τούτους και εδικαίωσεν, ούς δε εδικαίωσε, τούτους και εδόξασε» (Προς Ρωμαίους η΄, 30) Ο απόστολος Παύλος εξηγεί τις συνέπειες της αντιθέσεως της παρακοής των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας και της υπακοής της Μαρίας και του Χριστού. Η παρακοή οδήγησε στο θάνατο ενώ η υπακοή στη ζωή. Έτσι η Παρθένος Μαρία έγινε και μητέρα τη Ζωής, δηλαδή του Ιησού Χριστού που είναι η ζωή των ανθρώπων· «εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιωάννου α΄, 4)

β΄. Το άλλο θέμα είναι η Παρθένος Μαρία που εικονίζει την Εκκλησία. Την άποψη αυτή προβάλλει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο ιβ΄ κεφάλαιο της Αποκαλύψεως στο όραμα της γυναικός μετά του παιδίου και του δράκοντος. Η γυναικεία μορφή στο όραμα παρίσταται ως βασίλισσα του ουρανού και μητέρα του Μεσσίου και των πιστών. Η γυνή εγέννησε τον άρρενα που συνέτριψε την κεφαλή του δράκοντα κατά την προφητεία του βιβλίου της Γενέσεως: «αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν» (Γενέσεως γ΄, 15).

Ο δράκων εμπνέων θυμού μεγάλου και μίσους επιτίθεται κατά της γυναικός, της Εκκλησίας και των τέκνων της : «και ωργίσθη ο δράκων επί τη γυναικί, και απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά των λοιπών του σπέρματος αυτής, των τηρούντων τας εντολάς του Θεού και εχόντων την μαρτυρίαν Ιησού» (Αποκαλύψεως  ιβ΄, 17).

Η ανυπακοή της Προμήτορος Εύας, απογύμνωσε το ανθρώπινο γένος από τα χαρίσματα της αρχεγόνου δικαιοσύνης και εισήγαγε στη ζωή του ανθρώπου τον πόνο, τα δάκρυα, τον κόπο. Σ’ αυτό τον αόρατο πνευματικό πόλεμο των πονηρών πνευμάτων, την Εκκλησία οχυρώνει ο Κύριος Ιησούς Χριστός διά του αγίου Πνεύματος, ώστε να είναι αήττητη, σύμφωνα με τον λόγο Του «και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσι αυτής » (Ματθαίου ιστ΄, 18).

Ο πιστός ανθίσταται σ’ αυτό τον πόλεμο φορώντας την πνευματική πανοπλία του Θεού που είναι οι αρετές, η αλήθεια, η δικαιοσύνη, η σύνεση, η προσευχή και η δέησις, η σωτηρία, η ειρήνη και ο λόγος του Θεού. Ο Κύριος ενισχύει τους πιστούς, λέγοντας «θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμο» (Ιωάννου ιστ΄, 33) και ο ευαγγελιστής Ιωάννης διακηρύσσει : «ότι παν το γεγεννημένον εκ του Θεού νικά τον κόσμον· και αύτη εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α΄ Ιωάννου ε΄, 4).