Του Σεβασμ. Mητροπολίτη Καισαριανής κ. Δανιήλ

Η προ του Πάσχα νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας, που καθιερώθηκε πιθανώς από τους Αποστόλους κατά τους λόγους του Κυρίου μας (Ματθαίου θ΄,  15 «ελεύσονται δε ημέραι, όταν απαρθή απ' αυτών ο νυμφίος και τότε νηστεύσουσιν»), απετέλεσε την πρώτη αφετηρία του καταρτισμού της περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Η νηστεία αυτή της Μεγάλης Εβδομάδας εξετείνετο κατ᾽ αρχάς σε 1-2 ημέρες : «Οι μεν γαρ οίονται µίαν ημέραν δειν αυτούς νηστεύειν, οι δε δύο» (Ειρηναίου, Επιστολή προς Βίκτωρα Ρώμης, παρ’ Ευσεβίω Εκκλησιαστική  Ιστορία, βιβλίον Ε΄, κεφ. 24: PG 24, 697). Η νηστεία αυτή επεκτάθηκε από το α΄ ήμισι του Γ΄ αιώνος σε ολόκληρη εβδομάδα (Διονυσίου Αλεξανδρείας, Επιστολή προς Βασιλείδην, PG 10, 1277), χωρίς να τηρείται όμως πανταχού ομοιόμορφα από όλους τους χριστιανούς, όπως συνάγεται από τη μαρτυρία του Αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας (+264): «Οι μεν και πάσας υπερτιθέασιν, άσιτοι διατελούντες· οι δε, δύο, οι δε, τρεις, οι δε, τέσσαρας, οι δε, ουδεμίαν» (ενθ' αν.).

Οι μνήμες των τριών τελευταίων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας που εορτάζονται από τους αποστολικούς χρόνους, οι τώρα ισχύουσες μνήμες των πρώτων ημερών αυτής, στα Ιεροσόλυμα ήταν ήδη καθιερωμένες τον Δ΄ αιώνα, όπως συνάγεται από το Οδοιπορικό της Αιθερίας (τέλη Δ΄ αιώνος) (Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, Αι κατά τον Δ΄ αιώνα τελεταί της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, «Νέα Σιών», Α΄ [1904], σ. 1-32). Οι ίδιες μνήμες στην Κωνσταντινούπολη επεκράτησαν αργότερα, από την επίδραση του Ιεροσολυμιτικού Τυπικού.

Η προ του Πάσχα Εβδομάδα κλήθηκε ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες «Μεγάλη εβδομάς». Ηδη η Αιθερία αναφέρει, ότι τον Δ΄ αιώνα χρησιμοποιείτο στα  Ιεροσόλυμα ο χαρακτηρισμός «Μεγάλη Εβδομάς» («quam hic appellant septimana maior).

Η εβδομάδα αυτή χαρακτηρίζεται έτσι, διότι κατά τον Ιωάννην τον Χρυσόστομον «μεγάλα τινά και απόρρητα τυγχάνει τα υπάρξαντα ημίν εν αυτή αγαθά· εν γαρ ταύτη ο χρόνιος ελύθη πόλεµος, θάνατος εσβέσθη, κατάρα ανηρέθη, του διαβόλου η τυραννίς κατελύθη, τα σκεύη αυτού διηρπάγη, Θεού καταλλαγή προς ανθρώπους γέγονεν» (Ομιλία λ΄ εις την Γένεσιν, PG 53, 273). «Την μεγάλην εβδομάδα πάσαν και την μετ᾽ αυτήν ήργουν και οι δούλοι»· «διότι η μεν πάθους εστίν, η δε αναστάσεως, και χρεία διδασκαλίας, τις ο παθών και αναστάς ή τις ο συγχωρήσας ή και αναστήσας». Διά τούτο και «άπρακτος εκαλείτο, και απελύοντο οι διά χρέη και πλημμελήματα κρατούμενοι και εσχόλαζον τα δικαστήρια. Μόναι δε δίκαι ήσαν συγκεχωρημέναι αι προς απελευθέρωσιν δούλων» (Ι. Μεσολωρά, Εγχειρίδιον Λειτουργικής της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1985, σ. 64).

 

Μεγάλη Δευτέρα

Κατά την Μεγάλη Δευτέρα μνήμην ποιούμεθα του «παγκάλου» Ιωσήφ και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης και ξηρανθείσης συκής (Ματθαίου κα΄, 18 κ. εξ.). Ο Ιωσήφ είναι τύπος του Χριστού, «ότι και ο Χριστός παρά των ομοφύλων Ιουδαίων φθονείται και παρά του μαθητού τριάκοντα αργυρίοις πιπράσκεται, και εις τον ζοφώδη σκοτεινόν λάκκον, τον τάφον, εγκλείεται κακείθεν αυτεξουσίως αναρραγείς, βασιλεύει της Αιγύπτου, και της αμαρτίας δηλαδή πάσης, και κατά κράτος ταύτην νικά, του κόσμου τε παντός άρχει, και φιλάνθρωπος εξωνείται ημάς διά της μυστικής σιτοδοσίας, ως εαυτόν υπέρ ημών δους, και ότι τρέφει ημάς ουρανίω άρτω, τη αυτού ζωηφόρω σαρκί» (Συναξάριον Μεγάλης Δευτέρας).

Η υπό του Κυρίου καταρασθείσα και ξηρανθείσα συκή είναι το σύμβολο παντός ανθρώπου, που δεν έχει καρπούς αρετής, και του λαού εκείνου, που δεν φάνηκε άξιος της κλήσεως αυτού. Στην παραβολή των δύο αδελφών (Ματθαίου κα΄, 28-32) βλέπουμε την εκλογή των ειδωλολατρών επειδή θα πιστέψουν στον Ιησού Χριστό και την εγκατάλειψη του Ισραηλιτικού λαού ένεκα της απορρίψεως του Μεσσία. Αφαιρείται από τους Ισραηλίτες ο αμπελώνας, ενώ οι ειδωλολάτρες γίνονται κληρονόμοι του βασιλείου του Μεσσίου, της Εκκλησίας, του βασιλείου της απολυτρώσεως και της χάριτος (Ματθαίου κα΄, 33-46). Οι ευαγγελικές αυτές εικόνες αποσκοπούν στην αφύπνιση της συνειδήσεώς μας, ίνα «κεκαθαρµέναις διανοίαις συµπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτόν ταις του βίου ηδοναίς, ίνα και συζήσωμεν αυτώ». Τα αναγνώσματα εξάλλου του μετά της Λειτουργίας των Προηγιασμένων συνδεοµένου Εσπερινού της Μεγάλης Δευτέρας, μιλούν περί της δουλείας της Αιγύπτου (Εξόδου α΄, 1-21), περί των μηχανορραφιών του Διαβόλου (Ιώβ α΄ 1-12 και περί των «ωδίνων» του φθειροµένου κόσμου (Ματθαίου κδ΄, 3 κ.εξ.). Αλλά όλα ταύτα δεν αποθαρρύνουν τους πιστούς, έχοντας υπ’ όψιν τους, ότι ο Χριστός, «ο πλουτών θεότητι», προσέφερε την ζωή Του «αντίλυτρον δι’ ημάς».

Μεγάλη Τρίτη

Κατά την Μεγάλη Τρίτη η παραβολή των δέκα παρθένων «ετάχθη παιδεύουσα ημάς εγρηγορέναι και ετοίμους είναι προς την υπάντησιν του αληθινού Νυμφίου». Κατά την Ακολουθία του εσπερινού της Μεγάλης Τρίτης τα από την Παλαιά Διαθήκη αναγνώσματα (Εξόδου β΄, 5-10 και Ιώβ α΄, 13-22) έχουν πασχάλιο χαρακτήρα, ενώ η ευαγγελική περικοπή (Ματθαίου κδ΄, 36-51, κε΄, 1-46 και κστ΄, 1-3) μας προτρέπει να γρηγορούμε, να διατηρούμε αναμμένες τις λαμπάδες και να πολλαπλασιάζουμε τα τάλαντά μας. Η Ακολουθία του Ορθρου της Μεγάλης Τρίτης, όπως και αυτή του της Μεγάλης Δευτέρας και της Μεγάλης Τετάρτης, λέγεται και ακολουθία του Νυμφίου, επειδή κατ’ αυτόν ψάλλονται οι σχετικοί προς τις παραβολές των δέκα παρθένων και του βασιλικού γάμου (Ματθαίου κε΄, 1:13, κβ΄, 1-14) ύμνοι: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται... και «Τον νυμφώνα σου βλέπω...». Νυμφίος της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, ο οποίος και πάλι θα έλθει μετά δόξης, «ίνα κρίνη τον κόσμον».

Μεγάλη Τετάρτη

Κατά την Μεγάλη Τετάρτη, ορμώμενοι από το παράδειγµα της αλειψάσης τον Κύριον με μύρο αμαρτωλής γυναικός και της προδοσίας του Ιούδα, συμπεραίνουµε, ότι «δεινόν η ραθυμία, µεγάλη η μετάνοια». Ολα τα αναγνώσματα της ημέρας έχουν άμεση η έμμεση σχέση προς τα πάθη του Κυρίου (Εξόδου β΄, 11:15, Ιώβ β΄, 1-10, Ματθ. κστ΄ 6-16 κ.λπ.). Γενικά η Μεγάλη Τετάρτη μας φέρει εγγύτερα προς τον χρόνο της λυτρώσεως, προς το άγιο Πάσχα. Ηδη κατά το Απόδειπνο της ημέρας ψάλλουμε «Ανώγεων εστρωμένον εδέξατό σε τον Κτίστην και τους συμμύστας, και αυτού το Πάσχα απετέλεσας». Το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης τελείται για όλους τους  Χριστιανούς η ακολουθία του Μυστηρίου του Ευχελαίου.

Μεγάλη Πέμπτη

Κατά την Μεγάλη Πέμπτη εορτάζουμε «τον ιερόν νιπτήρα, τον μυστικόν δείπνον, την υπερφυά προσευχήν και την προδοσίαν αυτήν». Τα αναγνώσματα της Εξόδου και του Ιώβ (Εξόδου ιθ΄, 10-19, Ιώβ λη΄, 1-23 και μβ΄, 1-5) ομιλούν για τις προϋποθέσεις της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, ενώ το από τον Ησαΐα ανάγνωσμα (η΄, 4-11) έχει αρίστην εφαρμογήν στον Κύριό μας, που ετοιμάζεται να δώσει τον «νώτον Του εις µάστιγας, τας δε σιαγόνας αυτού εις ραπίσµατα».Επειτα, ενώ η αποστολική περικοπή τονίζει την ανάγκη της αξίας συμμµετοχής στο υπό του Κυρίου «τη νυκτί η παρεδίδοτο» ιδρυθέν µυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (Α΄ Κορινθίους ια΄, 23:32), τα ευαγγελικά αναγνώσματα αναφέρονται στα εορταζόµενα γεγονότα και στα Πάθη του Κυρίου (Λουκ.α κβ΄, 1 κ. εξ., Ματθαίου κστ΄, 2 κ. εξ., Ιωάννου ιγ΄, 3 κ. εξ.). Κατά την Μεγάλη Πέμπτη από των αρχαιοτάτων Χριστιανικών χρόνων αγιάζεται και η ύλη του μυστηρίου του Χρίσματος, ήτοι το Αγιον Μύρον. Η Εκκλησία της Ελλάδος παραλαμβάνει το Αγιο Μύρο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Μεγάλη Παρασκευή

Κατά την Αγία και Μεγάλη Παρασκευή επιτελούμε τα άγια και σωτήρια φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού· «τους εμπτυσμούς, τα ραπίσµατα, τα κολαφίσµατα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαµον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, α δι’ ημάς εκών κατεδέξατο: έτι δε την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν»

Ο τελούμενος κατά την εσπέρα της Μεγάλης Πέμπτης Ορθρος της Μεγάλης Παρασκευής καλείται «Ακολουθία των αγίων και αχράντων παθών». Είναι πολύ οικοδομητικό το να γνωρίζει σαφώς ο πιστός, ότι ο πυρήνας της Ακολουθίας αυτής ανάγεται στην αρχαία ιεροσολυμιτική λειτουργική πράξη, πράγμα το οποίο αποτελεί πιστοποίηση της αλήθειας, ότι στους σπουδαιοτάτους σταθμούς του εκκλησιαστικού έτους διατηρείται παλαιότατο λειτουργικό υλικό. Ο λόγος για την αρχαία ιεροσολυμιτική λειτουργική πράξη περιελάμβανε τρία τμήματα, ήτοι α) την με  άσματα, αναγνώσματα και προσευχές νυκτερινή λιτανεία, που  ξεκινούσε από το Ορος των Ελαιών και κατέληγε στον επί του τάφου του Κυρίου ναό, β) την προσκύνηση των λειψάνων του Σταυρού και γ) τα επί του τόπου της Σταυρώσεως λεγόμενα αναγνώσματα και προσευχές. Η  ιεροσολυμιτική λειτουργική πράξη αυτή, υπό την επίδραση του Βυζαντινού Τυπικού, οδήγησε στην κατά τον Θ΄ αιώνα διαμόρφωση στην Κωνσταντινούπολη της σημερινής Ακολουθίας των Παθών, στην οποία τα Αντίφωνα, τα Καθίσµατα, αι αναγιγνωσκόμενες δώδεκα ευαγγελικές περικοπές και η οραματική δομή των ύμνων υποβοηθούν την Εκκλησία, για να  βυθισθεί «εις το βαθύτατον µυστήριον των παθών και του θανάτου του Λυτρωτού». Σημειωτέον, ότι μετά το ιδ’ Αντίφωνο γίνεται η λιτανεία και, Ψαλλομένου του ιε’ Αντιφώνου, γίνεται η έξοδος του Σταυρού, όπως επικρατεί ήδη παντού κατά τον Τυπικόν και η τοποθέτηση αυτού στο μέσον του ναού, πράγμα το οποίο αποτελεί την περαιτέρω εξέλιξη της προσκυνήσεως των λειψάνων του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα και στην Κωνσταντινούπολη.

Κατά την Μεγάλη Παρασκευή δεν τελείται λειτουργία. Το στην ιεροσολυμιτική λειτουργική πράξη αρχαιότατο υλικό της Ακολουθίας των προσευχών και αναγνωσμάτων της Μεγάλης Παρασκευής, περιελήφθηκε στην Ακολουθία των ωρών της ημέρας αυτής. Με τις διαποτιζόμενες δαψιλέστατα από το βιβλικό στοιχείο Ωρες, η Εκκλησία παρουσιάζει τα σεπτά πάθη του Κυρίου, συνυφαινοµένου όμως του πενθίµου τόνου της όλης Ακολουθίας μαζί με τον νικητήριο χαρακτήρα της. Επειτα στα άσματα και τις προσευχές του εσπερινού της Μεγάλης Παρασκευής όχι µόνο υπομιμνήσκονται τα Πάθη, αλλ᾽ υποφώσκει και η ημέρα της νίκης και της Αναστάσεως: «δεσμείται ο λύων τον Αδάμ της κατάρας... Πιλάτω παρίσταται, ω τρόμω παρίστανται ουρανών αι Δυνάμεις... ξύλω κατακρίνεται ο κρίνων ζώντας και νεκρούς· τάφω κατακλείεται ο καθαιρέτης του Αδου». Τα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη αναγνώσματα έχουν αμεσότατη σχέση προς το εορτολογικό περιεχόµενο της ημέρας, που με αυτό τον τρόπο αισθητοποιείται και μέσω της λιτανείας και τοποθετήσεως του Επιταφίου στο τοποθετημένο στο µέσο του Ναού κουβούκλιο. Αλλοτε ετελείτο και Λειτουργία Προηγιασμένων κατά την ημέραν ταύτην. Ισως δε έπαυσε διά το μέγεθος των άλλων Ακολουθιών.

 

Μέγα Σάββατον

Κατά το Μέγα Σάββατο, που είναι η τελευταία ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας, εορτάζουμε την ταφή και την εις Αδου κάθοδο του Κυρίου μας. Η εορτή αυτή εισήχθηκε ήδη από τους αποστολικούς χρόνους. Κατά τα τέλη ήδη του Δ΄ αιώνα, όπως συνάγεται από το Οδοιπορικό της Αιθερίας, γίνονταν στα Ιεροσόλυμα οι συνηθισμένες ακολουθίες της Τρίτης και Εκτης, όπως όλο το  έτος, παρελείπετο όμως η Ενάτη. Ετελείτο βεβαίως η ακολουθία της παραμονής του Πάσχα και γίνονταν δεκτοί στο βάπτισμα οι κατά το διάστηµα της Τεσσαρακοστής προετοιµασθέντες. Αυτοί μετά το βάπτισμα οδηγούνταν στο ναό της Αναστάσεως, όπου ο επίσκοπος απηύθυνε ευχήν υπέρ αυτών, αναμφίβολα και την ευχή για τη λήψη του Χρίσµατος, και έπειτα σε πομπή μαζί τους κατευθύνονταν στη μεγάλη εκκλησίαν, όπου όλος ο λαός ανέμενε αγρυπνώντας για τη διεξαγωγή της ακολουθίας της παραμονής. Στη μεγάλη εκκλησία ετελείτο και η θεία Ευχαριστία. (Παν. Τρεμπέλα, Λειτουργικοί τύποι Αιγύπτου και Ανατολής, Αθήναι 1961, σ. 313).

Θαυμάσιον είναι σήμερα το περιεχόµενο του Μεγάλου Σαββάτου στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία. Τα περισσότερα των ασμάτων, όπως και τα λαοφιλή «Εγκώμια», έχουν αναστάσιµο χαρακτήρα και περιέχουν πασχάλιες σκέψεις, και εξυμνούν «τον Αδην νεκρώσαντα τη αστραπή της Θεότητος» και τον «σώσαντα ημάς εκ της φθοράς», τον «συντρίψαντα το κράτος του εχθρού», τον θανατώσαντα «θάνατον θανάτω». Το βλέμμα της θεωρούσης Εκκλησίας στρέφεται πάντοτε εκ νέου από του Σταυρού προς τον τάφο και τον Αδη, από του τάφου και του Αδου προς την Ανάσταση. Ολο και σαφέστερα και δυναµικότερα φανερώνεται στα άσματα η βεβαιότητα της Αναστάσεως. Το προφητικό ανάγνωσμα (Ιεζεκιήλ λζ΄, 1-14), που αναγιγνώσκεται μετά την αποτελούσα άριστην εποπτική υπόμνηση των γεγονότων - περιφορά του Επιταφίου, περιέχει την πασχάλιο εικόνα της ζωοποιήσεως των νεκρών οστέων. Το αποστολικό  εξάλλου ανάγνωσμα (Α΄ Κορινθίους ε’, 6-8 και Γαλάτας γ’, 13-14) τονίζει, ότι «το Πάσχα ημών, υπέρ ημών ετύθη Χριστός» και ότι ο «Χριστός ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόµου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα». Τέλος, πριν της αναγνώσεως του Ευαγγελίου (Ματθαίου κζ΄, 62-66) που ομιλεί περί της φρουρήσεως του τάφου του Χριστού, η Εκκλησία, πλήρης πασχαλινής ελπίδος, αναφωνεί: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού».

Κατά την Ακολουθία του τελούμενου εσπερινού του Πάσχα το Μεγάλο Σάββατο, στον οποίο συνάπτεται και η λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, οι ιερείς φέρουν λευκή στολή προς δήλωση της χαράς της Αναστάσεως.

Στις σλαβικές εκκλησίες οι ιερείς αποβάλλουν την πένθιµη στολή και περιβάλλονται τη λευκή και αναστάσιμη μετά το «Ανάστα ο Θεός..». Τα άσματα εξυμνούν ήδη το Μυστήριο της Αναστάσεως: «Δεύτε λαοί, υμνήσωμεν και προσκυνήσωμεν Χριστόν, δοξάζοντες αυτού την εκ νεκρών ανάστασιν...»· «τω πάθει σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν, και τη Αναστάσει σου εκ φθοράς ελυτρώθημεν, Κύριε». Μετά την «Μικράν Είσοδον» αναγινώσκονται τα αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης που ανάγονται στην παλαιά αρχαιότητα, που όχι µόνο δεν διασπούν την οργανικήν ολότητα του λειτουργικού περιεχοµένου της ημέρας αυτής, αλλ᾽ αντίθετα εντάσσονται αρμονικώτατα στα πασχάλια πλαίσια αυτής. Έτσι τα αναγνώσματα αυτά παρουσιάζουν τον Δημιουργό Θεόν, που εποίησε το φως (Γενέσεως α΄, 1-13), την δόξα του Κυρίου, η οποία «ανατέταλκεν υπεράνω της καταλαµποµένης υπό θείου φωτός Ιερουσαλήμ» (Ησαΐου ξ΄, 1-16)· τον από τον Ισραήλ εορτασμό του Πάσχα και της από τους  Αιγυπτίους απελευθερώσεως (Εξόδου ιβ΄, 1-11), τον Ιωνά, ως πρότυπο του Αναστάντος Χριστού (α’-δ’), τον από τους Ισραηλίτες εορτασμό του Πάσχα στη Χαναάν (Ιησού Ναυή ε΄, 1-15)· την μέσω της Ερυθράς Θαλάσσης διάβαση και την επινίκιο ωδήν του Μωυσέως (Εξόδου ιγ΄, 20, ιδ΄,  32 και ιε΄,  1-19), την λύτρωση του κόσμου (Σοφονίου γ΄, 8-15), την διά του προφήτου Ηλιού ανάσταση του υιού της χήρας των Σαρεπιών (Γ΄, Βασιλειών ιη΄, 8-24), την αναστάσιμη δόξα του Χριστού, τον πασχάλιο στολισμό της Εκκλησίας και τις πασχάλιες χάριτες και δωρεές των λελυτρωμένων (Ησαΐου ξα΄, 10- ξβ΄, 5), την εν τω σπέρµατι του Αβραάμ ευλογία όλων των εθνών της γης (Γενέσεως κβ΄, 1-18) και την αιώνιο ευφροσύνη τους (Ησαΐου ξα΄, 1 κ. εξ.), την ανάσταση του υιού της Σωμανίτιδος (Δ΄ Βασιλειών δ΄, 8-37), την διά του Θεού παροχή της λυτρώσεως και θείων χαρίτων (Ησαΐου ξγ΄, 11-ξδ΄, 5), την διά της ελεύσεως του Πάσχα σύναψιν της Καινής Διαθήκης (Ιερ. λα΄ 31-34)· την εκ της καµίνου σωτηρία των τριών Παίδων (Δανιήλ γ΄, 1-56). Στο τελευταίον αυτό ανάγνωσμα συνάπτεται και ο εξαίσιος ύμνος των τριών Παίδων, με τον οποίο όλη η κτίση καλείται να υμνήσει τον Νικητή του Πάσχα.

Στην αρχαία Εκκλησία οι κατηχούμενοι κατά τη διάρκεια της αναγνώσεως των προφητειών αυτών ή μετά την ανάγνωση της τελευταίας, κατηυθύνοντο στο Βαπτιστήριον. Μετά ταύτα, από στόµατος του Αποστόλου Παύλου (Προς Ρωμαίους στ΄, 3-11) αντηχεί το πασχάλιο μήνυμα: «Οσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν... Ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύοµεν, ότι και συζήσοµεν αυτώ». Η πασχάλια χαρά κορυφώνεται με τον στίχο: «Ανάστα, ο Θεός, κρίνον την γην, ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσιν».

Ετσι του «σταυρωσίµου Πάσχα» που βρίσκεται στο τέλος του, και του «αναστασίμου Πάσχα» που ανατέλλει, το ευαγγελικό ανάγνωσμα, μεταδίδει το μήνυμα περί του κενού τάφου και περί της Αναστάσεως, που κατά το Κοινωνικό της ημέρας, σηµαίνει τη δική µας σωτηρία: «Εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος και ανέστη σώζων ημάς. Αλληλούια».