Γράφει ο Σεβασμ. Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεµίας

2 Σοι πρέπει ύµνος, ο Θεός, εν Σιών, και σοι αποδοθήσεται ευχή εν Ιερουσαλήµ. 3 Εισάκουσον προσευχής µου· προς σε πάσα σαρξ ήξει. 4 Λόγοι ανόµων υπερεδυνάµωσαν ηµάς, και ταις ασεβείαις ηµών συ ιλάση. 5 Μακάριος ον εξελέξω και προσελάβου· κατασκηνώσει εν ταις αυλαίς σου. πλησθησόµεθα εν τοις αγαθοίς του οίκου σου· άγιος ο ναός σου,

6 θαυµαστός εν δικαιοσύνη. Επάκουσον ηµών, ο Θεός, ο σωτήρ ηµών, η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση µακράν, 7 ετοιµάζων όρη εν τη ισχύι αυτού, περιεζωσµένος εν δυναστεία, 8 ο συνταράσσων το κύτος της θαλάσσης, ήχους κυµάτων αυτής. Ταραχθήσονται τα έθνη, 9 και φοβηθήσονται οι κατοικούντες τα πέρατα από των σηµείων σου· εξόδους πρωίας και εσπέρας τέρψεις.

10 Επεσκέψω την γην και εµέθυσας αυτήν, επλήθυνας του πλουτίσαι αυτήν· ο ποταµός του Θεού επληρώθη υδάτων· ητοίµασας την τροφήν αυτών, ότι ούτως η ετοιµασία. 11 Τους αύλακας αυτής µέθυσον, πλήθυνον τα γεννήµατα αυτής, εν ταις σταγόσιν αυτής ευφρανθήσεται ανατέλλουσα. 12 Ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου, και τα πεδία σου πλησθήσονται πιότητος· 13 πιανθήσεται τα όρη της ερήµου, και αγαλλίασιν οι βουνοί περιζώσονται. 14 Ενεδύσαντο οι κριοί των προβάτων, και αι κοιλάδες πληθυνούσι σίτον· κεκράξονται, και γαρ υµνήσουσι.

1. Ο ψαλµός αυτός είναι ευχαριστήριος στον Θεό για την πλούσια βροχή που έστειλε (στιχ. 10-14), αλλά όπως φαίνεται, και για την κατάπαυση κάποιας εθνικής επιδροµής (στιχ. 9). Απευθύνεται λοιπόν ο ποιητής µας στον Θεό λέγοντάς του, «Σοι πρέπει ύµνος», δηλαδή, Σου αξίζει δοξολογία, «ο Θεός εν Σιών» (στιχ. 2). Αλλά το εβρ. κείµενο έχει στον στίχο µας αυτή την ωραία παραλλαγή: «Εις σε η σιγή εστίν ύµνος»! Αυτό σηµαίνει ότι ο άνθρωπος δεν έχει πρέποντας λόγους να υµνήσει τον Θεό, γι᾽ αυτό προτιµώτερο είναι η σιγή! Τον ίδιο λόγο επαναλαµβάνει ο ποιητής και στο επόµενο ηµιστίχιο λέγοντας: «Και σοι αποδοθήσεται ευχή εν Ιερουσαλήµ».

Τον «ύµνο» που είπε προηγουµένως τον λέγει τώρα «ευχή». Φαίνεται ότι όταν οι Ισραηλίτες είχαν ανοµβρία, παρεκάλεσαν τον Θεό να στείλει βροχή και έρχονται τώρα να εκπληρώσουν την «ευχή» τους, το τάµα τους. Αλλά ενώ ο ευχαριστήριος ύµνος είναι από όλους, ο ποιητής µας λέγει «εισάκουσον προσευχής µου» (στιχ. 3), σε ενικό αριθµό η αντωνυµία! Φαίνεται ότι ο ποιητής µας προτού να αποδώσει στον ψαλµό του τη συλλογιστική µορφή και να εκφραστεί λοιπόν σε πληθυντικό αριθµό, εκφράστηκε µε το «εισάκουσόν µου» σε ενικό αριθµό.

Αλλά µπορεί να προτιµήσουµε και την ανάγνωση του Εβραϊκού, «ω εισακουστά της προσευχής»! Στην συνέχεια ο ψαλµωδός οµιλεί για ανόµους, οι οποίοι τους ενδυµάµωσαν: «Λόγοι ανόµων υπερεδυνάµωσαν ηµάς» (στιχ. 4α). Τη λέξη «λόγοι» θα την ερµηνεύσουµε «έργα», «πράγµατα», γιατί πραγµατικά η αντίστοιχη εβραϊκή λέξη «νταβάρ» σηµαίνει και «λόγος» και «πράγµα». Ο ποιητής φαίνεται ότι εδώ αναφέρεται στον άλλο λόγο, για τον οποίο θέλει να ευχαριστήσει τον Θεό, και αυτός είναι, όπως είπαµε, η απαλλαγή τους από κάποια εθνική επιδροµή. Αυτοί λοιπόν είναι οι «λόγοι των ανόµων», τα πράγµατα, οι ενοχλήσεις, που προξένησαν στον λαό του Θεού ξένοι ειδωλολατρικοί λαοί. Γι᾽ αυτό και τους καλεί «ανόµους». Όµως ο ψαλµωδός µας βρίσκει την αιτία των κακών που υπέστησαν, και για την ανοµβρία και για την επιδροµή των εχθρών, και η αιτία αυτή είναι οι ασέβειές τους. «Και τας ασεβείας ηµών συ ιλάση», λέγει.

Ο ποιητής µας γνωρίζει καλά τη διδασκαλία που κηρύττει η Παλαιά ∆ιαθήκη και ιδιαίτερα κηρύττουν οι προφήτες. Αλλά πολύ πιθανόν πάλιν να πούµε ότι επειδή ο ποιητής πρόκειται να σταθεί στο ναό ενώπιον του Κυρίου, για να απαγγείλει τον συλλογικό του ψαλµό (βλ. στιχ. 5), θέλει να κάνει πρώτα τον ψυχικό του καθαρµό. Γι᾽ αυτό και λέγει, «τας ασεβείας ηµών συ ιλάση»! Στον οίκο του Κυρίου, στο ναό, θέση έχουν οι κεκαθαρµένοι, γι᾽ αυτό ο ψαλµός µας, µετά την ικεσία για άφεση αµαρτιών (στιχ. 4α), έχει το «κατασκηνώσει εν αυλαίς σου» (στιχ. 5α). Και όσοι εισέρχονται κεκαθαρµένοι από τις αµαρτίες στον Ψαλοίκο του Κυρίου, αυτοί γεύονται τα ωραία που γίνονται σ᾽ αυτόν. Ετσι λέγει ο ποιητής μας μετά τη δέησή του υπέρ αφέσεως των αμαρτιών του: «Πλησθησόμεθα εν τοις αγαθοίς του οίκου σου» (στιχ. 5β). Ο ναός καλείται στον ψαλμό μας «θαυμαστός εν δικαιοσύνη» (στιχ. 5β), γιατί σ᾽ αυτόν εφυλάσσοντο τα διάφορα θαυμάσια αντικείμενα των θείων επιφανειών: Οι πλάκες, η ράβδος Ααρών, το μάννα κ.λπ.

2. Ο περιούσιος λαός, ο Ισραήλ, έχει εισέλθει ήδη στο ναό του Θεού και Τον υμνεί ως Θεό πραγκόσμιο. Οπως στην αρχή του ψαλμού, ξεκινώντας από τη Σιών (στιχ. 2) ύμνησε τον Θεό ως Θεό «πάσης σαρκός» (στιχ. 3), έτσι και τώρα ο ποιητής μας υμνεί τον Θεό ως κυρίαρχο όλης της ιστορίας. Ο Θεός είναι η «ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν» (στιχ. 6β). Παγκόσμιος Θεός! Η ελπίδα πάντων των κατοικούντων την υδρόγειον σφαίρα! Αλλά, εκφράζων ακόμη περισσότερο την παντοκρατορία του Θεού ο ποιητής μας, λέγει περί Αυτού ότι συγκρατεί στερεωμένα τα όρη (στιχ. 7α), τα όρη τα οποία συσσείουν (τραντάζουν) οι σεισμοί. Ακόμη, λαίλαπες αναταράσσουν την πελώρια θάλασσα, της οποίας τα κύματα με δέος ακούει ο θνητός άνθρωπος, αλλά ο Θεός τα καταπραΰνει με τη δύναμή Του, την οποία εκφράζει ως «ζώνη» Του (στιχ. 7.8).

Θυμούμεθα εδώ το θαύμα της καταπαύσεως της ισχυρής τρικυμίας με το λόγο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού προς αυτήν, «σιώπα, πεφίμωσο» και ο άνεμος εκόπασε (βλ. Μαρκ. 4,40). Κατά παρόμοιο τρόπο, θέλει να πει ο ποιητής ότι οι συγκρούσεις των εθνών και οι επιδρομές τους, ρυθμίζονται με την παντοδυναμία του Θεού (στιχ. 9). Ολα αυτά τα σημεία της παντοδυναμίας του Θεού, βλέποντας όλος ο κόσμος από την πρωία μέχρι την εσπέρα, καταλαμβάνεται βεβαίως από αίσθημα τρόμου και φόβου, το οποίο όμως μετατρέπεται σε αίσθημα χαράς και ικανοποιήσεως για την αντικατάσταση της δικαιοσύνης (στιχ. 9).

3. Και τώρα ο ποιητής μας θα παραστήσει ακόμη εμφαντικώτερα τον Θεό ως τον κύριο της φύσεως, γιατί προηγουμένως τον παρέστησε κυρίως ως κύριο της ιστορίας. Ο ποιητής αναφέρεται τώρα στην άφθονη βροχή που χάρισε ο Θεός στο λαό Του, σαν δώρα επίσκεψής Του: «Επεσκέψω την γην και εμέθυσας αυτήν, επλήθυνας του πλουτίσαι αυτήν» (στιχ. 10α). Και στην συνέχεια λέγει: «Ο ποταμός του Θεού επληρώθη υδάτων» (στιχ. 10α). Ο ποταμός αυτός είναι ο Ιορδάνης. Ο ποιητής εδώ ομιλεί για την βροχή, η οποία ήλθε από τα ύψη του στερεώματος, όπως πίστευαν οι Ιουδαίοι (βλ. Ψαλμ. 103,3 και 13). Και με τον τρόπο αυτόν, με το να γεμίζει δηλαδή ο Θεός με ύδατα τον Ιορδάνη, ετοιμάζει την τροφή του λαού Του (στιχ. 10β), γιατί ποτίζεται και γονιμοποιείται η γη. Για την ευλογία αυτή της βροχής, που απέστειλε ο Θεός στο λαό Του, έγινε θερμή προσευχή προηγουμένως προς τον Θεό. Αυτή την προσευχή παραθέτει τώρα ο ποιητής μας.

Είπαν στον Θεό: «Τας αύλακας αυτής (της γης) μέθυσον· πλήθυνον τα γεννήματα αυτής· εν ταις σταγόσιν αυτής ευφρανθήσεται ανατέλλουσα» (στιχ. 11). Συμβαίνει αυτό το πρωθύστερο σχήμα στα κείμενα. Να αναφέρεται δηλαδή, πρώτα το γεγονός (η ραγδαία βροχή εδώ) και έπειτα η αιτία του γεγονότος, η προσευχή. Με την πλούσια λοιπόν αυτή ευλογία του Θεού, εξασφαλίστηκε η τροφή όλου του έτους και των 12 μηνών: «Ευλογήσεις τον στέφανον του ενιαυτού της χρηστότητός σου». Οι πεδιάδες θα γεμίσουν από ευφορία (στιχ. 12). Τα οροπέδια και όλα τα βουνά θα σκιρτήσουν από χαρά (στιχ. 13). Οι κριοί θα ντυθούν και αυτοί (στιχ. 14α) την καινούργια τους μάλλινη στολή ή, όπως λέγει το εβραϊκό κείμενο, οι αγροί ενδύθηκαν και «στολίστηκαν με πρόβατα» (!), που βόσκουν σ᾽ αυτούς.

Τέλος ο ποιητής μας, προσωποποιεί τις άψυχες κοιλάδες  που γέμισαν από άφθονο σιτάρι (στιχ. 14α), παρουσιάζοντάς τις να κράζουν και να υμνούν με κραυγές και ύμνους χαράς τον τροφοδότη Θεό (στιχ. 14β).