Γράφει ο π. Σωφρόνιος Γκουτζίνης

Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου

Πρωτοσύγκελλος Ι.Μ. Ξάνθης και Περιθεωρίου

Η προτροπή αυτή μας έρχεται από το ωφελιμώτατο και ιερό βιβλίο των Ψαλμών. Μέσα από τους λόγους του συγγραφέα των Ψαλμών, Προφητάνακτος Δαβίδ, διαλέγεται μαζί μας ο ίδιος ο  Θεός και μας απευθύνει μια πρόσκληση: Μας καλεί να τον γνωρίσουμε, μας δίνει τη δυνατότητα της θεογνωσίας. «Γνώτε ότι εγώ ειμί ο Θεός». Όμως ο Ψαλμωδός θέτει μία προϋπόθεση προκειμένου να φθάσουμε στη γνώση του Θεού: πρίν από το ρήμα «γνώτε» προηγείται στον ψαλμικό αυτό στίχο το ρήμα «σχολάσατε». Η σχόλη, λοιπόν, η αποστασιοποίηση από τις μέριμνες της καθημερινότητας, η απαλλαγή από την κυριαρχία των βιοτικών πραγμάτων, διαμορφώνει εκείνο το πνευματικό κλίμα μέσα στο οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον Θεό.

Στο σημείο αυτό κρίνουμε απαραίτητο να διευκρινίσουμε ότι η προτροπή «σχολάσατε» δεν εμπεριέχει ούτε υποψία ραστώνης και ραθυμίας. Δεν προτείνει, δηλαδή, ο ιερός ψαλμωδός, την παραίτηση από την ζωή, την καταφυγή σε μ ία «εσχατολογική προσδοκία» που μας απομακρύνει από την μέριμνα για το παρόν και την ιστορία, αλλά προτάσσει την ορθή ιεράρχηση των προτεραιοτήτων μας.

Η προτροπή «σχολάσατε» προτρέπει σε ελευθερία, προτείνει την επανεκτίμηση των αναγκών μας. Εξ άλλου ακόμη και ο ίδιος ο ανενδεής Θεός, ο Δημιουργός του κόσμου, την έβδομη ημέρα της δημιουργίας «κατέπαυσε από πάντων των έργων αυτού». Το «σχολάσατε», λοιπόν ,του Ψαλμωδού δεν είναι μία απλή προσταγή, αλλά καλεί σε ομοίωση προς τον Δημιουργό Θεό.

Η λειτουργική εμπειρία της εκκλησίας μας μπορεί να μας διαφωτίσει περισσότερο σχετικά με τη σχέση της σχόλης με την ελευθερία. Η Εκκλησία δέεται σε κάθε Θεία Λειτουργία: «υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης». Επίσης στον Χερουβικό Ύμνο, λίγο πρίν την Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων μας καλεί: «οι τα Χερουβίμ μυστικώς εικονίζοντες και τη Ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν νύν βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν». Είναι άραγε τυχαία αυτή η λειτουργική προτροπή για ελευθερία από τα δεσμά των αναγκών και της μέριμνας; Η κυριαρχία των αγορών, οι οποίες βλέπουν τον άνθρωπο κυρίως ως καταναλωτή, ο κόσμος της διαφήμισης, που δημιουργεί ολοένα και περισσότερες υπαρκτές ή το συνηθέστερο επίπλαστες ανάγκες, διαμορφώνουν το κλίμα μέσα στο οποίο η επιθυμία του ανθρώπου εγκλωβίζεται ολοένα και περισσότερο στα αισθητά και στις αισθήσεις. Με τον τρόπο αυτό έχουμε έναν τύπο ανθρώπου ο οποίος θέτει όλες του τις δυνάμεις στην εναγώνια εκπλήρωση των καθημερινών υλιστικών αναγκών του. Ο ίδιος όμως άνθρωπος, εγκλωβισμένος στα βιοτικά, αν και  ρωμαλέος ως προς τις σωματικές αισθήσεις είναι καχεκτικός ως προς την νοερή αίσθηση του Θεού.

Μέσα στην κοινωνία της αγοράς, ο άνθρωπος είναι πλέον δέσμιος του καταναλωτισμού. Μάλιστα, όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί, μέσα από την παγκόσμια πλέον εξάπλωση της οικονομίας έχει γίνει πλέον οικονομική μονάδα, παύοντας να είναι πρόσωπο. Ένας ακόμη παράγοντας που συντελεί στην απώλεια του ανθρωπίνου προσώπου καθώς και των πραγματικών διαπροσωπικών σχέσεων είναι η κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτά έχουν καταστήσει τον άνθρωπο όχι μόνο χρήστη, αλλά και προϊόν. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο άνθρωπος πλέον πλασάρει και πουλά ως προϊόν τον εαυτό του και καθίσταται

δέσμιος της ίδιας της εικόνας του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ώρες ενασχόλησης με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυξάνονται όσο αυξάνεται και η ανεργία ή αεργία. Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος χάνει κάθε ευκαιρία για σχόλη, ακόμη κι όταν είναι αργόσχολος…

Η σχόλη, λοιπόν, όχι ως παραίτηση, αλλά κυρίως ως άσκηση, η απόθεση του όγκου των τεχνητών αναγκών, η αναζήτηση της ησυχίας από τον θόρυβο της κοσμικής συγχύσεως μπορούν να διαμορφώσουν ένα νέο «κλίμα», περισσότερο εύκρατο, που θα ευνοεί την ενασχόληση με το Όντως Ωραίο και το Όντως Εφετό, που δεν είναι άλλο παρά ο Θεός.

Ηεπανεκτίμηση των προτεραιοτήτων μας  οδηγεί στην διάκριση μεταξύ υπαγορευμένων και πραγματικών αναγκών. Ο περιορισμός των αναγκών μειώνει και την αγωνία για την πραγμάτωσή τους και ελευθερώνει από την δουλεία στη βιωτική μέριμνα. Αν σε αυτά προστεθεί και η ελπίδα στην πρόνοια του Θεού, τότε ο άνθρωπος φτάνει στην αμεριμνησία. Η αμεριμνησία διαφέρει από την ακηδία, αφού έχει θετική αφετηρία, την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Η εμπιστοσύνη αυτή αποτελεί ουσιαστικά έκφραση πίστεως και οδό θεογνωσίας.

Μέσα σε μία κοινωνική πραγματικότητα η οποία χαρακτηρίζεται από την ανεργία, την αεργία, τον ωχαδελφισμό, την ιδιώτευση και την ιδιωτεία, την αυτοδικαίωση και τον θάνατο της έννοιας του πλησίον, η έννοια της σχόλης κινδυνεύει να ταυτιστεί με την παραίτηση. Η δημιουργική νοηματοδότηση της σχόλης ως οδού θεογνωσίας προς την οποία ο ιερός Ψαλμωδός μας εμπνέει, νοηματοδοτεί με νέο νόημα την πραγματικότητα του σήμερα και ταυτοχρόνως μας ανοίγει νέες προοπτικές για την κοινωνική και εκκλησιαστική ζωή. Η σχόλη γίνεται δημιουργία, η απομάκρυνση από τα βιωτικά καταξιώνει στην προοπτίκή της θεοποιίας το σύνολο του βίου, η αμεριμνία από τις ανάγκες, οδηγεί στην ορθή επανεκτίμησή τους.

Η απόθεση κάθε βιωτικής μέριμνας οδηγεί τόσο στην γνώση του Θεού, όσο και στην ουσιώδη πρόσληψη του κόσμου «ίνα μη τι απόλλυται» (Ιω.  Γ,16).