Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Η Ιερά Μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας αποτελεί μία εκκλησιαστική επαρχία με μεγάλο πλήθος ναών και εκκλησιαστικών κειμηλίων, αλλά και με σαφείς τις τάσεις της δημογραφικής κάμψης, τα νησιά της οποίας κατά κανόνα δεν υπέστησαν καταστροφές και διώξεις στη διάρκεια της ιστορικής τους διαδρομής, γι’ αυτό και διασώζουν πολλά και σημαντικά έργα εκκλησιαστικής τέχνης, κειμήλια, παλαιά βιβλία και χειρόγραφους κώδικες, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες κ.λπ.

Η δημογραφική κάμψη για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, αισθητή ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και αυξανόμενη ως και τα τέλη του 20ού αι., είχε αντίκτυπο και στην εκκλησιαστική ζωή, αλλά και στην εξέλιξη και την παρουσία του μοναχισμού: ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 οι μονές της Σάμου και της Ικαρίας άρχισαν να χάνουν λόγω βιολογικής κάμψης, τους μοναχούς τους, με αποτέλεσμα να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Το ίδιο δε συνέβαινε και με τα πολυπληθή εξωκκλήσια και παρεκκλήσια, τα οποία άρχισαν σταδιακά να μένουν αφρόντιστα και απεριποίητα, δεδομένου ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι από ορισμένες οικογένειες κάθε χωριού είχαν ανέκαθεν τη φροντίδα τους. Φυσικά, η ερήμωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μένουν αφύλακτα και να κινδυνεύουν τα εκκλησιαστικά κειμήλια, ιδίως των μεγάλων μονών της Σάμου και της Ικαρίας.

Ενώπιον αυτής της καταστάσεως ο μακαριστός Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας κυρός Παντελεήμων Α΄ ο Χρυσοφάκης (1965-1974), ο μετά ταύτα Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων Β΄, αποφάσισε τα κειμήλια των μονών, οι εικόνες τους που δεν ήταν σε άμεση λειτουργική χρήση εντός των καθολικών, τα βιβλία και οι κώδικές τους, αλλά και τα λυτά έγγραφα των αρχείων τους, να μεταφερθούν στο Επισκοπείο, όπου με αυτά καταρτίστηκε αφενός μεν η Μητροπολιτική Βιβλιοθήκη, αφετέρου δε το «Βυζαντινό Μουσείο» της Μητροπόλεως. Δυστυχώς όμως τόσο στην μεταφορά, όσο και στην έκθεση των κειμηλίων, δεν ακολουθήθηκαν αυστηροί επιστημονικοί κανόνες, δεδομένου ότι η εργασία έγινε από ευσεβείς και πρόθυμους μεν, αλλά χωρίς ειδική εκπαίδευση και καθοδήγηση ιερείς.

Τα αντικείμενα και τα κειμήλια που διέσωσε η φροντίδα του μακαριστού ιεράρχη παρέμειναν έκτοτε εκτεθειμένα και φυλασσόμενα, καταγραμμένα σε πρόχειρους ερασιτεχνικούς καταλόγους. Κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του διαδόχου του, μακαριστού επίσης, Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμονος Β΄ του Μπαρδάκου, δεν σημειώθηκε πρόοδος στον τομέα αυτό, με εξαίρεση την κατάταξη και μικροφωτογράφιση των λυτών εγγράφων που προέρχονταν από τις μονές της Σάμου. Τα υπόλοιπα κειμήλια έμειναν στην τύχη τους, με αποτέλεσμα συχνά να αποτελούν αντικείμενο κλοπών, διαρπαγών, ιδιοποιήσεων -ώστε να στολίζουν σπίτια και ιδιωτικές συλλογές- ή αθέμιτων δωρεών από ανυποψίαστους κληρικούς σε ιδιώτες, με την πεποίθηση ότι έτσι ξεπληρώνονταν οφειλές και ευεργεσίες προς το πρόσωπό τους.

Πρέπει μάλιστα εδώ να σημειωθεί ότι ένα από τα βασικά προβλήματα στη διαδικασία της καταγραφής, μελέτης, συντήρησης και ανάδειξης των κειμηλίων, είναι η ιδιοκτησιακή περί αυτών αντίληψη ορισμένων –λίγων ευτυχώς– κληρικών, οι οποίοι είτε από ανεπίγνωστο ζήλο, είτε από άγνοια, εμποδίζουν τους μελετητές και τους ειδικούς να έχουν πρόσβαση σε αυτά. Κι αυτό, συνδυαζόμενο με τον κακώς νοούμενο τοπικισμό ορισμένων λαϊκών, σύμφωνα με τον οποίο τα κειμήλια πρέπει να παραμένουν οπωσδήποτε στον αρχικό τους τόπο, ακόμη κι αν κινδυνεύουν από φυσική φθορά ή διαρπαγή λόγω εγκατάλειψης και κακής φύλαξης, αποβαίνει βέβαια ολέθριο για τα ίδια τα κειμήλια και την επιβίωσή τους στο χρόνο, αλλά και την γνωστοποίησή τους στην επιστημονική κοινότητα.

Η κατάσταση όμως άλλαξε άρδην με την εκλογή, χειροτονία και ενθρόνιση στην Ιερά Μητρόπολη Σάμου, του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας κ. Ευσεβίου, για το σχετικό έργο του οποίου θα γίνει λόγος σε επόμενο σχετικό άρθρο μας.