Toυ Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών έθεσε τέρμα στην τετραετή διαδικασία αλλοτρίωσης της Ελλάδος και του Ελληνισμού από την απελθούσα εθνομηδενιστική Κυβέρνηση, καθώς η βούληση της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού έγινε το απαραίτητο «μηχάνημα» για να ξανανοίξουν οι «χορταριασμένοι» παραδοσιακοί «δρόμοι» -που είχαν αποκλεισθεί εξαιτίας της αδιαφορίας της προηγούμενης Κυβέρνησης της «αριστεράς του τίποτα»- και να «βαδίσει» επάνω σε αυτούς τους «δρόμους». Αποπέμφθηκε έτσι από τα «παλάτια» της εξουσίας ο άθεος Πρωθυπουργός κ. Τσίπρας, «πνευματικός υιός» του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και μαζί με αυτόν όλη η παρέα των Νέο-Μπολσεβίκων, που χτυπούσαν αλύπητα την Ορθοδοξία, για να την ξεριζώσουν από την ψυχή των Ελλήνων. Απομένει τώρα να δούμε, τι θα γίνει με τον «πνευματικόν πατέρα» ο οποίος απετέλεσε, ως μη όφειλε, την εκκλησιαστική «βακτηρία» του «πνευματικού υιού». Αυτό είναι βέβαια ζήτημα που ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αρμοδίων οργάνων της Εκκλησίας, τα οποία πρέπει, νομίζω, να θέσουν ευθέως το θέμα τόσο στον ίδιο τον κ. Ιερώνυμο, όσο και στις αντίστοιχες Συνόδους της Εκκλησίας της Ελλάδος (Διαρκή Ιερά Σύνοδο και Σύνοδο της Ιεραρχίας).

Ο Αρχιεπίσκοπος κ. Ιερώνυμος σε κρίσιμα εθνικά και εκκλησιαστικά ζητήματα ταυτίστηκε με την απελθούσα Κυβέρνηση του κ. Τσίπρα σε τέτοιο βαθμό, ώστε δικαίως του αποδόθηκε από πολλούς το προσωνύμιο «Συριζώνυμος» ή «Τσιπρώνυμος»! Ουδείς λησμονεί τον ρόλο που έπαιξε ο κ. Ιερώνυμος στην διευκόλυνση του «πραξικοπήματος των Πρεσπών» εκ μέρους του κ. Τσίπρα, ενώ θα έπρεπε, αν σεβόταν την ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος και τιμούσε το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου αυτής, να ξεσηκώσει σύσσωμη την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και να τη  μετατρέψει σε ισχυρό «θύλακα» αντίστασης σε αυτό το πραξικόπημα. Και ουδείς μπορεί να αγνοήσει ασφαλώς την απόπειρα προδοσίας του Εφημεριακού Κλήρου της Ελλάδος από τον κ. Ιερώνυμο, ο οποίος έσπευσε να αποδεχθεί την πρόταση του κ. Τσίπρα για αλλαγή του καθεστώτος μισθοδοσίας των Κληρικών, ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει άμεσα χωρίς καμιά συζήτηση επ’ αυτής. Εάν δεν αντιδρούσαν σθεναρά η Ιεραρχία και τα συνδικαλιστικά όργανα των Κληρικών, οι «βιγλάτορες» της πίστεώς μας, όπως είχε χαρακτηρίσει τους ιερείς ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, θα είχαν διά χειρός του Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου θυσιασθεί ως «Ιφιγένειες», για την ευόδωση της προεκλογικής εκστρατείας του κ. Τσίπρα, ο οποίος θα  διέθετε τις 10.000 θέσεις, που αντιστοιχούσαν στους αποδεσμευόμενους από το Δημόσιο Κληρικούς, προς αύξηση της εκλογικής του πελατείας.

Αλλη εικόνα είχαν για τον κ. Ιερώνυμο όσοι τον πρότειναν για Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος και στη συνέχεια τον στήριξαν να ανέλθει στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο μετά την κοίμηση του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Και άλλη εικόνα τους απεκάλυψε ο κ. Ιερώνυμος μετά την εκλογή του. Το ίδιο ισχύει και για τους πιστούς. Ο Αρχιεπίσκοπος που γνώρισαν στην αρχή της θητείας του κ. Ιερωνύμου δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τον Αρχιεπίσκοπο της εποχής των ματαιόδοξων εναγκαλισμών και των μυστικών νυχτερινών διαβουλεύσεων με τον Πρωθυπουργό. Αλλοτε για να εξασφαλισθεί η απουσία της επίσημης Εκκλησίας από τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία. Και άλλοτε για να «υφανθεί» το σχέδιο της προδοσίας των Κληρικών και να προσδιορισθεί ακριβέστερα το «τίμημα» της σχετικής «αγοραπωλησίας». Ο κ. Ιερώνυμος κατάφερε να απογοητεύσει με τη συμπεριφορά του όλους εκείνους που ήσαν αρχικά δίπλα του. Και τους ανάγκασε έτσι να τοποθετηθούν τελικά απέναντι από αυτόν, για να υπερασπιθούν ό,τι αρνήθηκε να προστατεύσει ο ίδιος.

Για τους λόγους αυτούς δεν χωράει ο κ. Ιερώνυμος στο νέο «σκηνικό» που διαμορφώθηκε μετά τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, με την Εκκλησία παρούσα και πάλι στις κορυφαίες πολιτειακές πράξεις του Εθνους, όπως είναι η ορκωμοσία του Πρωθυπουργού και των Μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και της Εθνικής Αντιπροσωπείας στη Βουλή. Μπορεί βέβαια ο ίδιος να έσπευσε χωρίς κανέναν ενδοιασμό να ορκίσει ως Πρωθυπουργό έναν «πατριδοκάπηλο», αφού έτσι είχε χαρακτηρίσει, με τη σιωπηρή συναίνεσή του, ο «πνευματικός του υιός» κ. Τσίπρας, όσους ήσαν αντίθετοι στην Συμφωνία των Πρεσπών και πρωτίστως ασφαλώς τον κ. Μητσοτάκη. Η σχετική «ατμόσφαιρα» όμως της ορκωμοσίας, που θύμισε μία Ελλάδα από τα παλιά, δεν απέπνεε «οσμήν πνευματικής ευωδίας», διότι ήταν γεμάτη υποκρισία.  Και την υποκρισία την ψέγει, ως γνωστόν, κατηγορηματικά πρώτα απ’ όλα η ίδια η Εκκλησία, όταν μας λέει ότι κανένας δεν επιτρέπεται να υπηρετεί δύο κυρίους, όπως έπραξε ο κ. Ιερώνυμος. Με τη συμπεριφορά του ο κ. Ιερώνυμος στέρησε από τον εαυτό του την «έξωθεν καλήν μαρτυρίαν», που είναι απαραίτητη σε έναν Εκκλησιαστικό ηγέτη, για να ασκήσει την αποδεκτή από όλους τους πιστούς πνευματική του εξουσία. Ενας Αρχιεπίσκοπος που δίχασε βαθιά Κλήρο και Λαό, βγάζοντας τους Ιερείς «στο σφυρί» και χωρίζοντας τους πολίτες σε «πατριώτες» και «πατριδοκάπηλους», δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αρραγή ενότητα της Εκκλησίας, για να εκπληρώσει αυτή απερίσπαστη την αποστολή της στους σημερινούς δύσκολους και άφιλους καιρούς. Ούτε μπορεί ασφαλώς να εμπνεύσει σε  κανέναν το όραμα μίας νέας εποχής για την Εκκλησία, στην οποία αυτή καλείται, διατηρώντας την παράδοσή της, να απλοποιήσει λειτουργικά την παρουσία της και να εκσυγχρονίσει τον λόγο της, για να τον κάνει πιο προσιτό στους πιστούς.

Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι ο κ. Ιερώνυμος έκλεισε τον κύκλο του. Εάν δεν μπορεί να το αντιληφθεί αυτό ο ίδιος, έχουν χρέος να του το πουν διακριτικά οι δικοί του άνθρωποι, αντί να τον «λιβανίζουν» ιδιοτελώς με κολακείες ή ψευδείς επαίνους ότι είναι τάχα σώφρων «πλοηγός» του «σκάφους» της Εκκλησίας της Ελλάδος, κρατώντας γερά στα χέρια του το «πηδάλιο» αυτής! Αλλιώς η σχετική ευθύνη ανήκει στην Ιεραρχία. Αυτή οφείλει να δείξει στον κ. Ιερώνυμο τον «δρόμο» της παραίτησης, αφού προηγουμένως συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να «σέρνεται» άλλο η Εκκλησία της Ελλάδος πίσω από έναν ανίκανο λόγω ηλικίας και αμφιλεγόμενο λόγω των επιλογών του Αρχιεπίσκοπο. Υπάρχουν, ευτυχώς, στους κόλπους της Ελλαδικής Εκκλησίας Ιεράρχες, οι οποίοι με τη φωτιστική Χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορούν να αναπληρώσουν τα ελλείποντα και να δώσουν στην Εκκλησία την αίγλη που χρειάζεται, για να συνδεθεί με την ιστορία της και να υπερασπισθεί  τις μελλοντικές της προοπτικές.

Ας αφήσει λοιπόν ο κ. Ιερώνυμος την Ιστορία να αποτιμήσει την προσφορά του στην Εκκλησία και στην Πατρίδα και ας βρει επί τέλους τη δύναμη να κάνει μία πράξη σωφροσύνης, που τη χρωστάει στην υστεροφημία του και στον εαυτό του: Να αποσυρθεί στη Μονή της μετανοίας του. Εκεί απερίσπαστος από άλλες φροντίδες, θα μπορέσει μέσα σε συνθήκες ηρεμίας και περισυλλογής να αναστοχασθεί κάποια πράγματα από την αρχιεπισκοπική του πορεία και να διαπιστώσει ιδίοις όμμασιν, πού ακριβώς χάθηκε το «στίγμα» του.  Και γιατί δεν θα πάψουν ποτέ να τον καταδιώκουν ως άλλες Ερινύες οι Πρέσπες και η «ζαβολιά» στη μισθοδοσία των Κληρικών.