Toυ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ. Δωρόθεου Β'  

         Οι αναφορές στην Υπεραγία Θεοτόκο, που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη, είναι ελάχιστες, λιγότερες μάλιστα, από τις αναφορές που υπάρχουν στο Κοράνι!

          Είναι κι αυτό ένα από τα θαυμαστά παράδοξα της πίστεώς μας, απόλυτα όμως ταιριαστό με τη συνειδητή και ειλικρινή ταπεινότητα εκείνης, που υπέταξε την ύπαρξη και τη θέλησή της στο προαιώνιο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους και ταυτόχρονα υπέδειξε σε όλους τον δρόμο και τη μέθοδο της ατομικής σωτηρίας...

          Γιατί η σωτηρία του ανθρώπου προέρχεται από τη θέλησή του και από τη συνεργασία του με τον Θεό. Σώζεται μόνο με τον «Θεανθρώπινον συνεργισμόν», κατά τον ιερό Δαμασκηνό, και με τη «συζωή» Θεού και ανθρώπου, σύμφωνα με τον Νικόλαο Καβάσιλα.

          Η Παναγία λοιπόν, με τη συγκατάθεσή της στην πρόσκληση του Θεού τη μέρα του Ευαγγελισμού, εκφράζει τη διαχρονική πρόθεση και επιθυμία του ανθρώπου να σωθεί και ταυτόχρονα αποτελεί την αγνότερη προσφορά της ανθρωπότητας προς τον Θεό Λόγο, για να σαρκωθεί.

          Είναι εκείνη που με την ελεύθερη και αβίαστη συμμετοχή της στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας κατέστησε τον εαυτό της κλίμακα μεταξύ Θεού και ανθρώπου και απέβη τρανό παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής και αιώνιο πρότυπο βιοτής.

          Και όσοι την υμνούν, με τα χρυσά φτερά του νου, ανεβαίνουν στους ουρανούς και το «Χαίρε» προς Αυτήν αναφωνούν...

          Αλλά κι όταν στη γη ξαναγυρνούν, Αυτήν και πάλι με της λαχτάρας τους τις κραυγές επιζητούν!

          Στις Παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, τα δύο αυτά κατανυκτικά και πανευφρόσυνα συνάμα ποιήματα που καθημερινά στις Εκκλησιές μας ψάλλουμε με τρόπο πηγαίο και αβίαστο, συμπλέκονται εγκώμια και ικεσίες, λυρισμός και κατάνυξη, «χαίρε» και «παρακαλώ σε, Παρθένε...»!

          Στα ήρεμα καλοκαιρινά δειλινά, που φλογίζουν τον ουρανό και πορφυρώνουν τη θάλασσα, σε πόλεις και χωριά, σε βουνά και σε νησιά, σε περίλαμπρους ναούς και εξωκκλήσια ταπεινά, ικετευτική ακούγεται η φωνή του κουρασμένου απ’ της ζωής τα λυπηρά:

«Ολες οι λύπες της ζωής

σαν σύννεφα ήλθαν μαζεμένες,

και μου καλύψαν την ψυχή

και την καρδιά σκοτίσαν.

Μα Συ, που γέννησες το Φως,

 Κόρη ευλογημένη,

διώξε τα όλα μακριά

 με τη θερμή πρεσβεία Σου,

την πάντα εμπνευσμένη».

          Πράγματι! Πουθενά αλλού δεν θα βρούμε να εκφράζεται πιο πετυχημένα και παραστατικά η διαχρονική αγωνία της καθημερινότητας, όσο στο τροπάριο:

«Σαν το μελίσσι το κερί,

οι ζάλες της ζωής μου,

ολούθε με κυκλώσανε,

και με της θλίψης το κεντρί

πληγώνουν την ψυχή μου!

Σου δέομαι και σε παρακαλώ,

να έρθεις βοηθός μου,

να διώξεις όλα τα κακά,

που σκιάζουν τη ζωή μου»!

          Την παρακαλούμε, όμως, και να μας δώσει τη χαρά· την αληθινή, την ακήρατη, την πνευματική, που δεν εξαρτάται από τα εφήμερα και περαστικά:

«Γέμισέ μου την καρδιά,

Παρθένα, με χαρά,

της αμαρτίας τη λύπη

διώχνοντας μακριά,

π’ όλου του κόσμου απέκτησες

συ μόνη τη χαρά».

          Και τούτος ο Δεκαπενταύγουστος όλους μας προσκαλεί ν’ αποθέσουμε στη Μάνα μας κάθε λύπη καθημερινή, για να γευτούμε, επιτέλους, τη χαρά την αληθινή!